Στο 12 του Ευαγγελιστή Λουκά, συναντάμε την φράση: “Ελεγε δὲ καὶ τοῖς ὄχλοις· ὅταν ἴδητε τὴν νεφέλην ἀνατέλλουσαν ἀπὸ δυσμῶν, εὐθέως λέγετε, ὄμβρος ἔρχεται, καὶ γίνεται οὕτω· 55 καὶ ὅταν νότον πνέοντα, λέγετε ὅτι καύσων ἔσται, καὶ γίνεται.”
Γνωστό λοιπόν το φαινόμενο, από την εποχή του Ευαγγελίου αλλά & πιο παλιά.
Επειδή όμως υπάρχει μια διένεξη, μεταξύ ειδικών & μη ειδικών, για το αν θα πεθάνουμε όλοι, ή όχι, θα ανατρέξω στα παιδικά μου χρόνια στην Αθήνα με τις αυλές, τα γιασεμιά & τις κληματαριές, πριν από περίπου 55 με 60 χρόνια.
Θυμάμαι την θερμοκρασία τα καλοκαίρια, ήταν συνήθως στους 40°C, & μερικές φορές σκαρφάλωνε στους 43 & 46°C.
Τα θυμάμαι αυτά, γιατί ο πατέρας μου, έβγαζε θερμόμετρο στην αυλή, κάτω από την κληματαριά.
Το απόγευμα, έβγαζαν οι γείτονες όλοι τα λάστιχα, & κατάβρεχαν τους χωματόδρομους για να δροσίσει.
Τότε ήταν που πέρναγε & ο παγωτατζής με ένα τρίκυκλο ποδήλατο, οπου ήταν σκαλωμένο ενα βαρύ ξύλινο ψυγείο με πάγο, φωνάζοντας παγωτά η ΕΒΓΑ.
Τσούρμο η πιτσιρικάδες, με κλωτσιές & μπουνιές, τρέχαμε να πιάσουμε σειρά για να πάρουμε παγωτό, κυπελάκι, ξυλάκι, χωνάκι, σάντουιτς, κρέμα, σοκολάτα, με μύγδαλα, χωρίς μύγδαλα .
Μετά, είχε ποδήλατο, μπάλα, κρυφτό, τσιγκάκια, γκαζάκια, κι ένα σωρό άλλα.
Το βραδάκι βγαίνανε τραπέζια & καρέκλες στα πεζοδρόμια, & οι γειτονιά γινόταν όλη μια παρέα, με τα σχετικά μπινελίκια, ουζάκι, κρασάκι & άιντες.
Αργότερα, έβγαιναν κρεβάτια κάτω από τις κληματαριές, & αργά την νύχτα, ακουγόταν στην γειτονιά, ένας βόμβας, από το ροχαλητό των ανθρώπων που κοιμούνταν ξένοιαστοι, φτωχοί & πλήρεις.
Κανείς δεν έδινε σημασία στα θερμόμετρα του πατέρα μου. Μάλιστα κάποιοι τον πείραζαν, του λέγανε “Σπύρο έβαλες θερμόμετρο στην κληματαριά να δεις αν έχει πυρετό;”
Έτσι πορευθήκαμε για χρόνια πολλά, όταν δεν υπήρχε τηλεόραση, ούτε πολυκατοικίες.
Μετά ήρθε η πρόοδος, το πολυόροφο τσιμέντο, η τηλεόραση, ασφαλτοστρώθηκαν οι δρόμοι, γέμισε ο τόπος αυτοκίνητα, η Αθήνα έγινε μεγαλούπολη, κι έτσι φτιάξαμε τον πολιτισμό της χέστρας.
Τότε μάθαμε, ότι έχουμε καύσωνα & κλιματική αλλαγή & θα πεθάνουμε όλοι.
Όχι όμως από τον καύσωνα, αλλά από τον πολιτισμό της χέστρας των μεγαλουπόλεων.