Ο Φιλιππινέζος Θεραπευτής
Προχθές, ψάχνοντας παλιά χαρτιά σε ένα ξεχασμένο κουτί, έπεσα πάνω σε μερικές κιτρινισμένες φωτογραφίες. Ήταν από εκείνες που δεν τραβήχτηκαν για να δημοσιευτούν — αλλά για να μη χαθούν. Και τότε θυμήθηκα. Θυμήθηκα κάτι που είχα ζήσει σαν όνειρο, αλλά το κουβαλούσα σαν αίνιγμα.
Ήταν στην Κυψέλη, σε ένα παλιό διαμέρισμα, όπου γνώρισα έναν άνθρωπο διαφορετικό. Έναν Φιλιππινέζο θεραπευτή από το Baguio City, ονόματι Placido Palitayan. Χριστιανός ευαγγελιστής, πράος και αθόρυβος, με βλέμμα που απέπνεε ταπεινότητα, προσήλωση και κάτι που θα τολμούσα να πω… πίστη. Δεν ζητούσε τίποτα. Ένα πιάτο φαγητό και μια γωνιά να ξεκουραστεί του αρκούσαν.
Τον είδα να “χειρουργεί” έναν άνδρα με παράλυση κάτω άκρων, χωρίς εργαλεία, χωρίς αποστείρωση, χωρίς νυστέρι. Με τα γυμνά του χέρια, λίγο βαμβάκι και μια πετσέτα. Κι όμως – το σώμα άνοιγε και στο τέλος έκλεινε, σαν πλαστελίνη. Και το πιο συγκλονιστικό: ο παράλυτος σηκώθηκε και περπάτησε. Μερικά βήματα, με κόπο, αλλά μόνος του.
Παρακολούθησα και μερικές παρόμοιες επεμβάσεις τις προηγούμενες μέρες – ώμοι, γόνατα, καρποί – με παρόμοια αποτελέσματα. Δεν επρόκειτο για παράσταση. Δεν υπήρχαν φώτα ούτε κοινό. Μόνο ανάγκη για σιωπή.
Επέστρεψα τότε στο νοσοκομείο όπου εργαζόμουν, στον Άγιο Σάββα. Ως ειδικευόμενος, διηγήθηκα την εμπειρία στους συναδέλφους μου. Τους κάλεσα να έρθουν να δουν, όχι για να πειστούν αλλά για να μαρτυρήσουν. Η απάντηση ήταν σαφής: «Αν συμβεί κάτι, θα είμαστε συνυπεύθυνοι. Δεν μπορούμε να ρισκάρουμε». Και είχαν δίκιο. Η ιατρική δεν δέχεται το ανεξήγητο. Ο ιατρικός όρκος, το νομικό πλαίσιο, η κοινή λογική – όλα ήταν με το μέρος τους.
Τράβηξα μερικές φωτογραφίες. Κρυφά. Όχι για να εκθέσω, αλλά για να θυμάμαι.
Δεν προσπαθώ να πείσω κανέναν.
Απλώς μεταφέρω αυτό που έζησα: κάτι που δεν χωράει εύκολα σε εξηγήσεις, αλλά ούτε και στην αδιαφορία.
Γιατί τι κάνεις όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με κάτι που δεν χωράει στο λεξιλόγιο της επιστήμης, αλλά ούτε και στο λεξιλόγιο της απάτης; Όταν βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια κάτι που δεν μπορείς να αποδείξεις, ούτε να εξηγήσεις, ούτε και να ξεχάσεις;
Πέρασαν αρκετά χρόνια. Ο Placido χάθηκε όπως ήρθε – αθόρυβα. Ίσως να γύρισε στο Baguio, ίσως να συνέχισε αλλού. Αλλά μέσα μου, κάτι ράγισε – ή ίσως άνθισε.
Γιατί η πραγματικότητα, τελικά, δεν είναι μόνο αυτό που μπορούμε να μετρήσουμε ή να καταγράψουμε. Είναι και εκείνο που μας αγγίζει βαθιά, που μας αναστατώνει, που μας ταπεινώνει. Εκείνο που μας αναγκάζει να πούμε: “Δεν ξέρω”.
Και ίσως, σ’ εκείνο το “δεν ξέρω”, να αρχίζει η πραγματική γνώση.
