Ἦταν ἀνήµερα τῆς ἑορτῆς τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ὁ κόσµος µόλις εἶχε βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ ὅπως γίνεται συνήθως, συζητοῦσαν κατὰ παρέες. Ἐµεῖς ἤµαστε µεγάλη παρέα καί, εἴχαµε µαζί µας τὸν Γέροντα Βασίλειο.
Ξαφνικὰ ἀκούσαµε φωνὲς ἀγωνίας καὶ ὅλοι κοιτάζαµε, ἐνῶ πολλοὶ ρωτοῦσαν τί συµβαίνει. Ἕνα παιδί, τὸ ὁποῖο δὲν ἦταν πάνω ἀπὸ δέκα ἐτῶν, ξέφυγε ἀπὸ τὴν προσοχὴ τῶν γονέων του καὶ ἀνέβηκε ἐπάνω στὸ καµπαναριό.
Ἀπὸ περιέργεια, ἀφοῦ βγῆκε ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ καµπαναριοῦ, προχώρησε στὴ σκεπὴ τῆς Μονῆς καὶ ἀπὸ ἐκεῖ γλίστρησε καὶ ἔπεσε ἀπὸ τὴ σκεπὴ στὸ κενό.
Ὅλοι ὅµως ἔβλεπαν τὸ παιδὶ νὰ κατεβαίνει σὰν κάποιος νὰ τὸ κρατοῦσε ἀγκαλιὰ καὶ στὴν συνέχεια νὰ τὸ ἀκουµπᾶ κάτω στὴ γῆ. Τὸ ἴδιο τὸ παιδὶ φαινόταν νὰ τὰ ἔχει χαµένα, ἀλλὰ ἦταν σαστισµένο καὶ σοκαρισµένο.
Ἔτρεξαν οἱ γονεῖς του κλαίγοντας καὶ τὸ ἀγκάλιασαν.
“Τι ἔκανες;” τὸν ρώτησαν.
“Πώς βρέθηκες κάτω; Μήπως κτύπησες;”
“Ὄχι, µὴν στεναχωριέστε, εἶµαι καλὰ” τοὺς εἶπε.
“Μὲ πῆρε ἀγκαλιὰ ἕνας παππούλης καὶ µὲ κατέβασε χωρὶς νὰ καταλάβω τίποτε. Μὰ ποῦ εἶναι ὁ παππούλης;” ρωτοῦσε.
Ἐγὼ κατάλαβα πολὺ καλὰ τί εἶχε συµβεῖ.
Ὁ Γέροντας µὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου, ἔκανε τὸ θαῦµα του.
Ὡστόσο ἐµεῖς ποὺ τὸν εἴχαµε ὅλοι στὴν παρέα µας, ξαφνικὰ τὸν χάσαµε κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἐπεισοδίου καὶ δὲν τὸν ξαναεῖδα καθόλου ἐκείνη τὴν ἡµέρα.
Ὅσες φορὲς ἀναφέρθηκα στὸ περιστατικὸ δὲν µοῦ ἔλεγε τίποτα καὶ µᾶλλον ἀπέφευγε τὴ συζήτηση. Αὐτὸς ἦταν ὁ Γέροντας, ἀδελφούλα µου, νὰ ἔχουµε τὴν εὐχὴ καὶ τὶς πρεσβεῖες του».
Βιβλίο: «Γέρων Βασίλειος Καυσοκαλυβίτης: Νουθεσίες – Διδαχὲς». Ζτούπα Καλλιόπη, ἐκδ. Ἀγαθὸς Λόγος.