Μου έδειξε μια φωτογραφία. Η μοναδική που σώθηκε μετά την φωτιά που έκαψε τον αρραβωνιαστικό της, το σπίτι τους ,κι όλα τα όνειρά της.

mike
By
172 Views
21 Min Read

Πριν τους αρραβώνες μου, η Κλειώ, μου χάρισε ένα λευκό φουστάνι. Ένα φουστάνι που η ίδια φόρεσε στους αρραβώνες της.

Ήταν πανέμορφη μέσα του. Τόνιζε το λυγερό της σώμα με τις καμπύλες του στα σημεία που πρέπει.

Μου έδειξε μια φωτογραφία. Η μοναδική που σώθηκε μετά την φωτιά που έκαψε τον αρραβωνιαστικό της, το σπίτι τους ,κι όλα τα όνειρά της.

Το φόρεμα το είχε δώσει στο καθαριστήριο, κι έτσι σώθηκε εκείνο. Τίποτα δεν έμεινε. Όλα γίνανε κάρβουνο, και στάχτη.

Η Κλειώ αφού νοσηλεύτηκε, να κλείσουν τα τραύματά της, κι αφού πήγε να αποχαιρετίσει τον αγαπημένο της εκεί που είχαν θάψει το απανθρακωμένο του σώμα, πήρε το λευκό της φόρεμα, την φωτογραφία της που ήταν κι αυτή λίγο καμένη στην άκρη της κι ήρθε στον τόπο της.

Φορούσε μια ζώνη στο χρώμα τους βάθους της θάλασσας.

Μια σκούρα υφασμάτινη γαλάζια ζώνη, μ’ ένα δέσιμο από πλαστική αγκράφα του ιδίου χρώματος. Την είχε φτιάξει ο Πήτερ της.

Ήταν σχεδιαστής ρούχων, και κείνη το μοντέλο του.

Όσο για το φόρεμά της, το σχεδίασε μέσα σε μια νύχτα, κάτω από τον έναστρο ουρανό.

Σαν ξημέρωσε της το έδειξε, λέγοντάς της, όλα τα αστέρια άφησαν τις ευχές τους πάνω του. Και κείνες πιάσανε όλες….

Τίποτα δεν έμεινε από το σπίτι τους, κι από κείνον. Μόνο το φόρεμα η φωτογραφία κι οι αναμνήσεις της. Η Κλειώ σαν φάντασμα γυρνούσε για μεγάλο διάστημα αφού αποθεραπεύτηκε.

Σαν φάντασμα, χωρίς σκοπό, χωρίς ζωή, και κυρίως χωρίς θέληση να ζήσει.

Πως να μαζέψει τα καμένα όνειρα; Που να βάλει τα κάρβουνά τους; Ένα κάρβουνο αναμμένο κι η ψυχή της, να καίει νύχτα μέρα.

Οι γονείς του Πήτερ με όση δύναμη τους είχε απομείνει από την θλίψη για τον χαμό του παιδιού τους, της στάθηκαν σαν να ήταν η κόρη που δεν είχαν.

Της στάθηκαν σαν να ήταν το δικό τους παιδί. Ήταν ο συνδετικός κρίκος του χαμένου δικού τους παιδιού. Εκείνοι την πήγαν στο μέρος που κοιμόταν ο καλός της.

Εκείνοι την σήκωσαν από πάνω του, σαν του έλεγε μέσα στα αναφιλητά της, θα’ρθω. Θα’ ρθω να σε βρω. Χωρίς εσένα δεν έχει νόημα η ζωή μου πια. Θα’ ρθω του φώναζε κι η ψυχή της σπάραζε, μαζί με των γονιών του. Εκείνοι δώσανε κομμάτια από το σώμα τους να αποκατασταθεί το δικό της, από τις ουλές που άφησε η φωτιά πάνω της.

Εκείνοι της δώσανε ζωή. Εκείνοι την παρακάλεσαν να φανεί δυνατή να ζούνε μέσα από αυτήν και να βλέπουν το παιδί τους.

Ξέρανε πως ο Πήτερ τους την αγαπούσε.

Ο Πήτερ της που ταξίδευε συνεχώς λόγω της δουλειάς του, και τους έλεγε, όσο λείπω να μου την προσέχετε. Κι ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, τον λόγο των ταξιδιών του, έδωσε κρυφά της το σπέρμα του να καταψυχθεί.

Ποτέ δεν ξέρεις, είχε πει στον δικηγόρο του. Ποτέ δεν ξέρεις…Όπως του είχε πει, πως αν ποτέ του συμβεί κάτι…θα φανερώσει το μυστικό του,μετά από καιρό στην Κλειώ.

Θα αφήσει να περάσουν τρία χρόνια τουλάχιστον και μετά να της το πει. Να αποφασίσει εκείνη αν ήθελε να γεννήσει το παιδί ενός νεκρού.

Τέσσερα χρόνια είχαν περάσει από τον θάνατό του. Τέσσερα βασανιστικά χρόνια, για κείνη και τους γονείς του. Ο δικηγόρος μάθαινε νέα της ,μέσω των γονιών, κι έπειτα από αυτά τα χρόνια που πέρασαν, αποφάσισε να της τηλεφωνήσει.

Είχε τελειώσει και κείνη με δυο μεγάλες πλαστικές επεμβάσεις που είχε κάνει κι έτσι πίστεψε πως ήταν καλά κι έτοιμη να της αποκαλύψει το μυστικό.

Απογευματάκι ήταν όταν χτύπησε το τηλέφωνο και κλείσανε ραντεβού για την επομένη το πρωί, πράγμα που έγινε, κι έμαθε για την κρυοσυντήρηση. Έκλαψε πολύ, και στο τέλος είπε ναι. Θα το δεχτεί να κάνει το παιδί του.

Έφυγε με την ελπίδα στην καρδιά της πως θα έχει το παιδί του. Άρχισε να κάνει όνειρα ξανά. Άρχισε να ζει. Μαζί της ονειρευότανε κι οι γονείς του. Πήγε στον τάφο του, κι έκλαψε και κει πάρα πολύ. Του υποσχέθηκε πως θα κάνει το παιδί τους.

Θα του δώσω το όνομά σου του είπε. Θα σε φωνάξω ξανά, με τόση αγάπη.

Δυο φορές προσπάθησε, με αποτυχία. Δεν τα κατάφερε κι αυτό την έριξε πολύ ψυχολογικά. Θυμήθηκε που τις έλεγε σαν ήταν ζωντανός, πως όταν ένας τόπος μας δίνει πόνο φεύγουμε Κλειώ.

Φεύγουμε, αλλάζουμε τόπο.

Που να πάει να φύγει; Κι αυτόν; Μόνο του θα τον άφηνε; Προσπάθησε να επιστρατεύει την λογική της και να πάρει τις αποφάσεις της. Να αλλάξει πόλη, η να αλλάξει χώρα;

Να πάει πίσω στον τόπο της; Ποιος θα ήταν εκεί; Ποιος την περίμενε; Κανείς. Οι γονείς της είχαν πεθάνει σε τροχαίο και οι δυο.

Αδέρφια δεν είχε. Γιατί της φέρθηκε τόσο σκληρά η ζωή;

Γιατί δεν την άφησε να ζήσει με τον αγαπημένο της.

Θυμήθηκε την μέρα που τον είδε για πρώτη φορά, κι ένιωσε πως ήταν ο άνθρωπός της. Ένα τηλεφώνημα έγινε στο γραφείο που δούλευε ως μοντέλο.

Την είχαν δει κάποια ξένα περιοδικά και ζήτησαν να συνεργαστεί μαζί τους. Δέχτηκε κάνοντας ένα συμβόλαιο τριών ετών. Τα χρήματα από αυτήν την συμφωνία τα πήρε το γραφείο.

Εκείνη βρέθηκε σε μια χώρα ξένη χωρίς να έχει οικονομικό απόθεμα.

Δούλευε τρία χρόνια χωρίς να έχει χρήματα. Έμενε σε ένα δωμάτιο που της είχε παραχωρήσει το νέο της γραφείο, κι έτρωγε στο ίδιο πάντα εστιατόριο, φαγητά πληρωμένα επίσης από το γραφείο.

Επιλογή φαγητών δεν υπήρχε. Τα φαγητά ήταν πέντε, κι αυτά μπορούσε να φάει.

Έτσι τον γνώρισε. Ήρθε και κείνος στο εστιατόριο να φάει μαζί με τον διευθυντή του γραφείου της. Όλο το προσωπικό έτρωγε εκεί, καθότι κοντά τους κι ο χρόνος περιορισμένος.

Την είδε, κι είπε στο συνεργάτη τους, πως πάνω της θα σχεδιάσω τα καλύτερα ρούχα, αλλά θα πρέπει πρώτα να πάρει τέσσερα με πέντε κιλά, να φανούν οι καμπύλες της.

Κι έτσι άλλαξαν τα πάντα. Μαζί τρώγανε κάθε μέρα. Σε δυο μήνες ήταν έτοιμη να σχεδιάσει και να ράψει για το σώμα της.

Δεν άργησαν να ερωτευτούν. Ήταν ένας έρωτας αργός, και πολύ σταθερός. Κάποια στιγμή της είπε, ήξερα πως κάποια θεά Ελληνίδα θα μου κλέψει την καρδιά μου.

Το’ ξερα και το περίμενα. Δεν μπορούσα όμως να φανταστώ την δύναμη των συναισθημάτων μου για κείνη. Αν μ’ αφήσεις, δεν νομίζω πως θα μπορέσω να ερωτευτώ ξανά.

Το ίδιο ένιωθε και κείνη. Δεν θα σ’ αφήσω ποτέ του έλεγε, κι ήταν αλήθεια. Οι γονείς του την αγάπησαν αμέσως. Τα τρία χρόνια πέρασαν γρήγορα, και κείνος την γνώρισε στα μεγαλύτερα γραφεία. Ήταν πλέον ο σχεδιαστής που σχεδίαζε μόνο για κείνη.

Γύρισαν όλον τον κόσμο μαζί. Συνεργάστηκε με τα καλύτερα γραφεία του κόσμου όλου, κι ο Πήτερ της να την στηρίζει συνεχώς.

Ήταν δέκα εννιά όταν την γνώρισε, και στα τριάντα της, όταν την άφησε κι έφυγε. Το σπιτάκι τους που είχαν στην αυτή του πατρικού του, κάηκε, κι ήταν μέσα οι δυο τους.

Ποτέ δεν έμαθε πως πήρε φωτιά. Εκείνος απανθρακώθηκε κι αυτή μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο καμένη. Δυο επεμβάσεις μεγάλες, με δέρμα από τους γονείς του, επανέφεραν το σώμα της έτσι που να μπορεί να το βλέπει…

Ερχότανε στον ύπνο της τα βράδια και της έλεγε, να φύγεις από κει που πονάς. Να φύγεις. Πως να το πει στους γονείς του; Άλλον δεν είχαν από κείνη. Ήταν αυτοί που της το είπαν. Κλειώ, να γυρίσεις στον τόπο σου. Εδώ υποφέρεις. και μεις δεν το θέλουμε αυτό.

Την βοήθησαν οικονομικά. Είχε και κείνη χρήματα. Να τα πάρεις της είπαν, θα σου χρειαστούνε. Και όντως της χρειάστηκαν να ανοίξει μία μπουτίκ με όλες τις δημιουργίες του Πήτερ.

Έπεσε με τα μούτρα στην δουλειά. Γνωστή άγνωστη στον τόπο της, με την μπουτίκ να πηγαίνει πάρα πολύ καλά. Δίχως φίλες, δίχως παρέες, μόνο δουλειά και τίποτα άλλο. Ώσπου μια μέρα μπήκε μέσα ένα κορίτσι πανέμορφο! Τόσο όμορφο που η Κλειώ έμεινε με ανοιχτό το στόμα, και το κορίτσι σάστισε. Είσαι πολύ όμορφη της είπε, κι έχεις ένα σώμα τέλειο.

Το κορίτσι ήθελε να αγοράσει ένα φόρεμα, για τον γάμο της. Παντρεύομαι της είπε, αλλά οι τιμές σας είναι απλησίαστες. Εκείνη γέλασε και της είπε να διαλέξει ό,τι ήθελε, και θα τα βρίσκανε στην τιμή. Είχε αποφασίσει ήδη πως θα της το χάριζε, με τέτοιο τρόπο χωρίς να θίξει την αξιοπρέπειά της. Διάλεξε ένα φόρεμα που της πήγαινε πάρα πολύ, και ταίριαζε με τα μάτια της.

Θα σου το αφήσω στην μισή τιμή της είπε, με μια μικρή συμφωνία.

Να με καλέσεις στον γάμο σου. Να σε δω να το φοράς την μέρα εκείνη, μετά το νυφικό σου, κι έτσι έγινε. Πήγε στον γάμο της, της έδωσε ένα φάκελο με κάτι περισσότερο απ’ ότι πλήρωσε το φόρεμα.

Της τηλεφώνησε να την ευχαριστήσει, κι έτσι άρχισε μια φιλία πολύ δυνατή. Χρειαζόταν βοήθεια στο μαγαζί της. Είχε κουραστεί να το κρατάει μόνη της, και της πρότεινε αν ήθελε να πάει να εργαστεί κοντά της. Εκείνη είπε ναι, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η καθημερινότητα τις ένωσε. Είχαν την ίδια αγάπη για το ρούχο, και τα ίδια γούστα σε σχέση με αυτό. Αγαπούσε και κείνη την ευθύνη και την δουλειά όπως η Κλειώ.

Δεν άργησε να δέσουν και να γίνουν φίλες.

Της ζήτησε να της βαφτίσει το παιδί τους, όταν με το καλό έρθει. Πάλι ναι της είπε. Κάποια πράγματα βγαίνουν αβίαστα από μέσα μας. Τόσο αβίαστα ,και τότε γνωρίζεις, τότε νιώθεις πως είναι τα αληθινά.

Ναι της είπε. Να γίνεις η νονά του. Το παιδί μου θα έχει την καλύτερη νονά του κόσμου. Δεν άργησε να έρθει το κοριτσάκι της, κι η Κλειώ την βάφτισε. Της έδωσε το όνομα Νίκη.

Μια Νίκη σαν την μάνα της πανέμορφη.

Τότε ήταν που η παραλίγο πεθερά της, της τηλεφώνησε πως θέλει να την δει, κι έκανε το ταξίδι εκείνο που της άλλαξε ξανά ολόκληρο το υπόλοιπο της ζωής.

Μια μεγάλη έκπληξη την περίμενε. Ο πατέρας του Πήτερ είχε φύγει από την ζωή, αμέσως μετά που έφυγε και κείνη για τον τόπο της. Την Ελλάδα.

Είχε μείνει μόνη της η μάνα του. Τηλεφωνιόντουσαν συχνά και μάθαιναν τα νέα η μια της άλλης. Πρέπει να έρθεις της είπε. Θέλω να σε δω. Δεν νομίζω πως θα ζήσω πολύ ακόμα.

Τώρα βρίσκεται στο σπίτι τους. Σε κείνο το σπίτι που έζησε τις ομορφότερες στιγμές της ζωής της, ώσπου να φτιάξουν το δικό τους με τον αγαπημένο της.

Όρθια μπροστά στην μητέρα του, και στις αναμνήσεις της. Όρθια μπροστά σε ένα αγόρι γύρω στα δεκάξι. Σ’ ένα αγόρι που έμοιαζε στον Πήτερ της.

Το κοιτούσε και δεν ήξερε τι να σκεφτεί, και πως να αντιδράσει. Για όλο αυτό δεν την είχε προειδοποιήσει η μάνα του. Βρέθηκε μπροστά σε γεγονότα από το παρελθόν.

Φοβήθηκα να σου το πω της είπε. Φοβήθηκα μήπως δεν έρθεις αν μάθαινες…

Το αγόρι ήταν γιος του άντρα που αγάπησε. Μια σχέση είχε όταν γνωριστήκανε. Μια σχέση που μετρούσε τρεις μήνες και που είχε τελειώσει μια βδομάδα πριν γνωριστούνε οι δυο τους.

Εκείνη ήταν έγκυος και δεν του το είπε.

Έτσι, για να τον εκδικηθεί που την άφησε. Δεν θέλω της είχε πει να έχει συνέχεια αυτή η σχέση. Δεν σ’ αγαπώ, και δεν μπορώ να είμαι μαζί σου. Δεν έμαθε ποτέ πως η πρώην του ήταν έγκυος, πως κράτησε το παιδί, και πως λίγο πριν πεθάνει όταν ήταν μωρό ακόμα, έφυγε από την ζωή, αφήνοντάς το, σε ορφανοτροφείο, δίνοντας μόνο το τηλέφωνο του σπιτιού των γονιών του Πήτερ, με την επιθυμία της, όταν εκείνος γίνει δέκα έξι να του δώσουν το τηλέφωνο. Ακόμα και την ώρα που ετοιμαζότανε να φύγει από την ζωή, η εκδίκηση είχε θέση στην ψυχή της.

Έτσι ήρθε σε επαφή ο μικρός Πήτερ με την γιαγιά του.

Το όνομά του, πατέρα του είχε, κι όχι μόνο. Είχε τα μάτια του, το γέλιο του, το βλέμμα του, και την φωνή του. Είχε και το σημαδάκι πάνω από το αριστερό του φρύδι.

Εκείνο το σημαδάκι ήταν που τράβηξε την προσοχή της πριν από πολλά χρόνια στον καλό της. Ήταν ένα μικρό μελάνωμα, που προσπαθούσε να το κρύβει.

Εκείνη τον έκανε να μην τον νοιάζει πλέον αφού της άρεσε τόσο που υπήρχε στο φρύδι του από πάνω. Το είχε και ο γιος.

Όρθια ακόμα και γεμάτη από ανάμικτα συναισθήματα, έμαθε πως δεν είχε πολύ χρόνο ζωής, κι ήθελε να έχει ο εγγονός της μια οικογένεια.

Από την μάνα του δεν υπήρχαν συγγενείς. Θέλησε να έχει ο εγγονός της έναν άνθρωπο δικό του, πριν κλείσει εκείνη τα μάτια της, κι αφού δεν υπήρχε κανείς, σκέφτηκε πως θα της έδινε χαρά να έχει το παιδί του άντρα που αγάπησε τόσο πολύ.

Δεν μπόρεσε να πει τίποτα από την συγκίνηση. Άνοιξε την αγκαλιά της κι ο Πήτερ χώθηκε μέσα της, λες κι η αγκαλιά της είχε γεννηθεί γι’ αυτόν.

Έγινε το καταφύγιό του, κι η αγκαλιά που δεν είχε. Έμεινε ώσπου έκλεισε τα μάτια της, η μάνα και η γιαγιά του Πήτερ. Έφυγε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλια της, λέγοντάς της πως θα του πει για τον γιο του, για τον γιο σας. Θα του πει πως καλύτερη μάνα δεν θα είχε.

Πάμε είπε στο αγόρι. Πάμε. Φύγανε για την καινούρια πατρίδα του. Πάντα ήθελα να γνωρίσω την Ελλάδα της είπε ταξιδεύοντας.

Η δασκάλα των Γαλλικών μας ήταν Ελληνίδα, και δεν έχανε την ευκαιρία να μας μιλάει για τον τόπο της.

Το αγόρι προσαρμόστηκε πολύ νωρίς στην νέα του πατρίδα που αγάπησε πάρα πολύ. Όπως αγάπησε και την Κλειώ. Οι δυο τους φτιάξανε μια πολύ όμορφη και δυνατή σχέση.

Του μιλούσε συνεχώς για τον πατέρα του, και μέσα από τα λεγόμενά της, αγάπησε και κείνον. Η φωτογραφία που είχε στο κομοδίνο της, τώρα υπήρχε και στο δικό του κομοδίνο.

Ήταν ίδιος ο πατέρας του, κι όσο μεγάλωνε του έμοιαζε ακόμα περισσότερο.

Πήγε σε Ελληνικό σχολείο και αρίστευσε.

Ήταν πολύ περήφανη που τον είχε κοντά της, κι ευγνώμων στη γυναίκα που τον έφερε στον κόσμο, για να μπορεί αυτή να τον έχει και να τον αγαπάει για πέντε.

Να του δώσει την αγάπη της μάνας του, που έφυγε από την ζωή και κείνος βρέθηκε στο ορφανοτροφείο. Να του δώσει την αγάπη των παππούδων του, του πατέρα του, και την δική της.

Μια αγάπη για πέντε, που ήρθε έστω κι έτσι…έστω και αργά για να του κλείσει τις πληγές από την ψυχή του. Κι ήταν ακόμα πιο περήφανη που τα κατάφερε και τις έκλεισε.

Το έβλεπε στο βλέμμα του. Είχε φύγει κείνη η μελαγχολία που είχε σαν τον πρωτόδε. Είχε φύγει κι είχε μπει στη θέση της μια λάμψη χαράς και ηρεμίας.

Ήταν η αγάπη της που έλαμπε στο βλέμμα του. Η Κλειώ ευγνωμονούσε την αγάπη και τα θαύματα που μπορούσε να κάνει.

Σήμερα είναι εβδομήντα χρονών, και αρραβωνιάζει τον Πέτρο της. Πέτρο ήθελε να τον φωνάζουν. Δεν ταίριαζε έλεγε στον τόπο που ζούσε πλέον το Πήτερ. Τον πατέρα του θα τον τιμούσε κι ας μην τον είχε γνωρίσει, κι ας μην τον φωνάζανε με το όνομά του.

Άλλωστε τι Πήτερ, τι Πέτρο. Όπως θέλεις του είχε πει η Κλειώ. Όπως θες εσύ.

Μα και γώ θα σ’ αγαπώ το ίδιο, όπως και να σε φωνάζω. Σήμερα αρραβωνιάζει τον Πέτρο της, και εγώ που θα τον αρραβωνιαστώ είμαι η βαφτιστήρα της η Νίκη.

Είμαι η κόρη της φίλης της, που ζήσανε πλάι πλάι η μια κοντά στην άλλη, φτιάχνοντας μια μεγάλη περιουσία. Μια περιουσία που σκοπεύουμε να την κρατήσουμε εγώ κι ο Πέτρος.

Έχει το χάρισμα του πατέρα του. Σχεδιάζει τα καλύτερα ρούχα που κυκλοφορούνε στις πασαρέλες και στα μαγαζιά.

Οι φίλες μας παραδώσανε τη σκυτάλη, κι αποσυρθήκανε να ξεκουραστούν.

Κρατάω στα χέρια μου το λευκό της το φόρεμα, και δεν βλέπω την στιγμή που θα σφίξω την γαλάζια ζώνη πάνω στη μέση. Μια μέση που ομολογώ πως ζορίστηκα να την αποκτήσω για να βάλω το φουστάνι της Κλειώς.

Τα κατάφερα όμως. Τώρα αν θα την διατηρήσω, δεν το υπόσχομαι. Η Κλειώ περιμένει να με δει με το φόρεμα. Το ίδιο κι ο Πέτρος, ο οποίος, είχε αρχίσει να της σχεδιάζει το νυφικό!

Αστειευόμενος της έλεγε, κράτα την μέση της Κλειώς ως το γάμο μας. Μετά θα την μεγαλώσεις έτσι κι αλλιώς, γιατί θα κάνουμε πολλά παιδιά.

Το αστείο αφορούσε την μέση, κι όχι τα παιδιά, που και’ γω τα ήθελα . Το φόρεσα, έσφιξα και την ζώνη του, και πήγα στο διπλανό δωμάτιο να με δει η Κλειώ.

Άνοιξε την πελώρια αγκαλιά της, και μ’ έσφιξε σαν την γαλάζια ζώνη. Όταν απομακρύνθηκα από την αγκαλιά της, κάποια δάκρυα διακοσμούσαν το λευκό φόρεμα.

Ο Πέτρος μου, άπλωσε τα δικά του χέρια να με αγκαλιάσει, αλλά πριν το κάνει, χάιδεψε με τα δάχτυλά του τα δάκρυα εκείνα που είχαν μέσα τους τον πατέρα του.

Η Κλειώ ανατρίχιασε κείνη την στιγμή του χαδιού. Ο Πήτερ της, της ψιθύρισε στ’ αυτί της. Είναι πολύ όμορφη της είπε η νύφη μας.

Σαν και σένα αγάπη μου! Πανέμορφη! Να μας ζήσουνε, και να ζούμε και μεις μέσα από αυτούς. Εκείνη σήκωσε το χέρι της κι άγγιξε το σημαδάκι του πάνω από το αριστερό του φρύδι.

Να μας ζήσουν του είπε.

Έγειρε τον φίλησε, και δυο ακόμα δάκρυα στάθηκαν πάνω στο σημαδάκι.

Ελευθερία Λάππα

Ομφαλός της γης

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση