Στα δέκα έξι την πάντρεψε η μάνα της. Έτσι παντρεύονταν τότε. Μικρές. Στα δέκα οχτώ της χήρεψε,μ’ενα παιδί στην κοιλιά.

mike
By
269 Views
23 Min Read

Τον άντρα της δεν τον αγάπησε.

Σάμπως πρόλαβε κιόλας να γίνει; Ο μεγαλύτερος ήταν της φαμίλιας του,κι έπρεπε να παντρευτεί. Να μπει νύφη στο σπίτι να υπηρετεί την οικογένεια.

Εφτά παιδιά είχε η πεθερά της. Οχτώ με τον άντρα της. Μια αυτή,και δυο τα πεθερικά της,έντεκα νοματαίοι.

Όλοι στο σιάδι κοιμότανε.Ο ένας δίπλα από τον άλλο,σαν γίδια στο μαντρί. Το χειμώνα ζεσταινότανε με τα χνώτα τους.

Το καλοκαίρι κοιμότανε έξω,κάτω από τα δέντρα. Καμιά φορά ξυπνούσανε κι είχαν κουτσουλιές από κάποιο πουλί που διανυκτέρευσε μαζί τους στα κλαδιά του δέντρου.

Έντεκα νοματαίοι,να τους παστρεύει η νύφη.

Να τους έχει όλους πάνω από το κεφάλι της,και να ζητάνε.

Ο κάθε ένας,όλο και κάτι ήθελε,και κείνη να τρέχει όλη μέρα να τους υπηρετεί.

Κάνε υπομονή της έλεγε η μάνα της. Θα φύγουν. Πότε θα φύγουν μάνα; Πότε; Όλα είναι μικρότερα,κι η πεθερά μου,όλη μέρα στα χωράφια.

Μόνη μου είμαι να τους νοικοκυρεύω.

Πρώτη να ξυπνάω να τους ετοιμάσω να φύγουν,τελευταία να κοιμάμαι. Δεν αντέχω μάνα. Θα σηκωθώ να φύγω.

Θα τους αφήσω όλους,και τον άντρα μου και θα φύγω. Δεν χρειάστηκε να το κάνει. Έφυγε ο άντρας της.

Σκοτωμένο τον φέρανε οι φίλοι του μια μέρα. Σε μια παγίδα έπεσε που είχαν βάλει για το κυνήγι των αγριογούρουνων. Πρώτα έπεσε αυτός,και μετά το γουρούνι,και τον ξεκοίλιασε. Δάκρυ δεν έσταξε από τα μάτια της καθόλου.

Ούτε κι όταν η πεθερά της μαλλιοτραβιόταν κι έσκουζε σαν την γουρούνα που την σφάζουνε.

Η μάνα της από κοντά,της έλεγε σκούξε κόρη μου. Σκούξε λίγο,ρεζίλι θα γίνεις. Δεν μου βγαίνει μάνα. Δεν μου βγαίνει ούτε δάκρυ. Τι να κάνω;

Έβγαλε κι η μάνα,την παραμάνα που είχε καρφιτσωμένη στην τσέπη της,την άνοιξε,την τέντωσε καλά καλά,έκατσε σιμά της,και κάθε που η πεθερά μούγκριζε,της έχωνε μια στα πλευρά,και τσίριζε και κείνη. Δεν ήταν κακός ο δόλιος. Αδιάφορος ήταν και κουρασμένος. Όσες φορές θέλησε να του πει κάτι,την απόπαιρνε.

Έτσι είναι τα πράγματα της έλεγε. Τι να να κάνουμε τώρα. Να φύγουμε,του είπε κάνα δυο φορές. Να φύγουμε,αλλιώς θα φύγω μόνη μου. Τότε ήταν που την χτύπησε μπροστά σε όλους,και κανείς δεν τον σταμάτησε.

Το βράδυ που ξαπλώσανε,θέλησε να την αγκαλιάσει,μα κείνη σηκώθηκε και βγήκε έξω. Δεν ήθελε τις αγκαλιές του. Να την καταλάβει ήθελε.

Πήγε να κοιμηθεί στην καλύβα με τα ζώα. Την βρήκε,και της ζήτησε συγνώμη,μα το κακό είχε γίνει. Πέτρωσε η καρδιά της. Εκεί κοιμήθηκε κι αυτός μαζί της στην καλύβα,και την παρακαλούσε να τον συγχωρέσει.

Έπρεπε να κάνει και το καθήκον της σαν παντρεμένη,και το’κανε με το ζόρι.Εκεί το πιάσανε το παιδί. Στην καλύβα.

Ακόμα τα σημάδια από το ξύλο δεν είχαν φύγει και τον φέρανε σκοτωμένο. Πως να κλάψει;

Όσες φορές γύρναγε η πεθερά από τα χωράφια,και δεν είχε προκάμει να κάνει τις δουλειές που της είχε πει,την μάλωνε. Ποτέ δεν πήρε το μέρος της,ο άντρας της. Ποτέ. Μεγάλο παράπονο του είχε. Μεγάλο.

Βρείτε τα έλεγε,κι έφευγε. Μέχρι και χέρι σήκωσε και κείνη πάνω της. Στον αέρα το’πιασε ο πεθερός της. Κι ο άντρας της τίποτα…

Μα να του κάθεται…όμως ήθελε.

Πως να κλάψει. Αυτή να γελάσει ήθελε. Να γελάσει,γιατί νόμιζε πως θα πάει πίσω στην μάνα της.

Νόμιζε πως θα γλυτώσει. Σαν τον σκεπάσανε τα χώματα, και γυρίσανε στο σπίτι,πάει η πεθερά της,της πιάνει μια τούφα από τα μαλλιά,και της είπε,δάκρυ δεν έβγαλες νυφαδιά μου.
Δάκρυ. Μα το μαντήλι από το κεφάλι σου,και τα μαύρα δεν θα τα βγάλεις μια ζωή.

Στα δέκα οχτώ της μαυροφορέθηκε σαν κουρούνα, από πάνω μέχρι κάτω. Κατάλαβε πως ήταν γκαστρωμένη,όταν δεν ήρθαν τα σκουτιά της. Είχε και κάτι αναγούλες…

Μάνα της είπε,τι να κάνω; Δεν το θέλω το παιδί. Αμαρτία κόρη μου. Τι θα πει δεν το θέλεις. Πάρε με πίσω της είπε.

Πάρε με στο σπίτι μας και’γω θα κάνω ό,τι μου πεις. Που να την πάρει; Άλλες τρεις είχε να παντρέψει.

Πίσω δεν την πήρε. Πατέρα δεν είχε. Τον είχε χάσει όταν ήταν δυο χρονών. Η μάνα ξαναπαντρεύτηκε,κι έκανε άλλες τρεις ακόμα.

Ο πατριός την παράτησε κι έφυγε,και κείνη είχε αγώνα μπροστά της. Τέσσερις θυγατέρες για παντρειά είχε.

Έκανε αμάν να την παντρέψει,πίσω θα την έπαιρνε; Κι άρχισε να χτυπάει την κοιλιά της,να το ρίξει. Άρχισε να κάνει βαριές δουλειές για να πέσει. Μ’αυτό το βλογημένο είχε ριζώσει για τα καλά. Τίποτα δεν έπαθε.

Κι η πεθερά σαν την έβλεπε να κάνει τόσες δουλειές, μυαλό έβαλες νύφη; Μυαλό και πρόκοψες. Και που να’ξερε…

Όταν είδε να φουσκώνει η κοιλιά της,της είπε,να δω τι θα το κάνεις τώρα. Να δω,πως θα το μεγαλώσεις. Εδώ τύχη δεν έχεις,ούτε εσύ,ούτε αυτό. Γέννησε σχεδόν μόνη της,στα χωράφια. Η κουνιάδα της η μικρή ήταν μαζί της. Τι να σου κάνει κι αυτή,δέκα χρονών κορίτσι ήταν. Τρέξε της είπε.

Τρέξε να φέρεις την μάνα μου. Όταν γυρίσανε είχε γεννήσει. Μάνα της είπε. Το παιδί έχει ένα άντερο στην κοιλιά απ’εξω.

Μάνα,με τιμώρησε ο θεός που δεν το ήθελα της είπε,κι έβαλε τα κλάματα. Μην σκούζεις της είπε κείνη.

Είσαι λεχώνα τώρα και δεν κάνει. Δεν είναι άντερο. Το λουρί της μάνας είναι,και θέλει κόψιμο.

Πήγε παραπέρα,βρήκε δυο λιθάρια,τα ξέπλυνε σ’ένα αυλάκι που διάβαινε με λίγο νερό,και γύρισε. Ένα λιθάρι από κάτω,έβαλε το λουρί από πάνω και με τ’αλλο στούμπαγε και το’κοψε.

Πάνω στην ώρα,ήρθε κι η πεθερά της.

Το φαλόδεσε.Ήξερε βλέπεις από δικού της, τόσα που’χε κάνει. Να την πάρεις στο σπίτι σου της είπε. Εγώ λεχώνα γυναίκα δεν μπορώ να υπηρετώ. Να την πάρεις σπίτι σου. Να την ξεφορτωθούνε θέλανε κι οι δυο.

Δεν την πήρε η μάνα. Εγώ την πάντρεψα της είπε. Από πότε οι χήρες γυρνάνε στην μάνα τους; Πήρε το παιδί της κι αυτή και σηκώθηκε να φύγει. Που να πάει; Που να γείρει δεν ήξερε.

Άντε της είπε η πεθερά,πάμε,μα θα ξελεχωνιάσεις μόνη σου. Εγώ έχω φαμίλια μεγάλη,να κοιτάξω. Ξελεχώνιασε.

Κι άμα σαράντησε,πήρε το παιδί της,και την ευχή του παπά Γιώργη,κι έφυγε χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν.

Κόντευε μεσημέρι κι ακόμα περπάταγε. Κι αυτό το βλογημένο δεν έβγαλε άχνα. Το’βαλε στο βυζί δυο φορές κοιμισμένο να φάει.

Βράδιασε,κι ακόμα να περπατάει.

Κουρασμένη,αποκαμωμένη,άρχισε να σκέφτεται που θα βγάλει την νύχτα με το παιδί στην αγκαλιά. Σαν να είδε λίγο φως από μακριά. Κι όσο πλησίαζε,τόσο ξεκαθάριζε καλύτερα.

Ένα σπίτι ήταν. Έφτασε σε χωριό,κι ήταν το πρώτο σπίτι που είδε. Χτύπησε την πόρτα,και της άνοιξε ένας άντρας.

Την έμπασε μέσα,κι όσο κλάμα δεν έκανε σαν πέθανε ο άντρας της,το’κανε κείνο το βράδυ. Σε ξένο σπίτι,σε άγνωστο άνθρωπο.

Όσο έσκουζε εκείνη,αυτός της ετοίμαζε να φάει. Μπουκιά δεν κατέβαινε,μα το’κανε για το παιδί της,να’χει γάλα. Το βύζαξε και κείνο και πέσανε να κοιμηθούνε.

Όλη νύχτα δεν ξυπνήσανε. Το πρωί τους ξύπνησε αυτός και είχε βράσει και γάλα από τα ζώα του να φάει.

Ήταν καλόκαρδος. Του είπε την ιστορία της ζωής της. Της είπε και κείνος πως στο διπλανό δωμάτιο,είχε την γυναίκα του ανάπηρη. Δεν περπατούσε,δεν μιλούσε,αλλά όλα τα ένιωθε,τα καταλάβαινε. Είχε κι αυτός ένα παιδί.

Το γέννησε η γυναίκα του,κι ύστερα έπαθε αυτό το κακό. Αμέσως μετά την γέννα της. Πέντε χρόνια τώρα την έχει έτσι.

Ένα ανεξήγητο σοκ, την καθήλωσε έτσι,κι ένα άλλο δυνατό του είπανε,ίσως την επαναφέρει. Ίσως..

Το παιδί το μεγάλωσε μόνος του. Πέντε χρονών παλικαράκι είναι και θα τον γνωρίσεις σε λίγο που θα ξυπνήσει.

Ένας άγγελος ήταν το παιδί του. Ένας άγγελος,ξανθός σαν την μάνα του. Έκατσε δίπλα της εκείνος,και της μιλούσε για τον επισκέπτη τους. Αυτή άκουγε και δάκρυσε.

Η καρδιά της Ρηνιώς έγινε κομμάτια. Ένιωσε πως ήταν τυχερή κι ας πέρασε τόσα. Αυτή τουλάχιστον μπορούσε να κρατάει αγκαλιά την κόρη της. Δεν άντεξε να την βλέπει κατάκοιτη και βγήκε έξω,να την χτυπήσει κρύος αέρας.

Να διώξει και την εικόνα από τα μάτια της. Ήρθε δίπλα της ο άντρας και της ζήτησε συγνώμη. Δεν ήθελα να σου φορτώσω και τα δικά μου,στα τόσα δικά σου της είπε. Ναι. Είχε δικά της,μα και τούτο την ταρακούνησε.

Δεν μπόρεσε να του πει κάτι,μόνο τον κοίταξε κι είδε στα μάτια του πόνο. Κι αυτή από πόνο ήξερε καλά. Τον γνώρισε από πρώτο χέρι. Της είπε να μείνει όσο θα ήθελε να ξεκουραστεί,και να σκεφτεί τι θα κάνει.

Για την ώρα δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Μόνο,που βρήκε την δύναμη να φύγει. Αυτό σκεφτότανε,και τα μούτρα της πεθεράς της,σαν δεν θα την έβλεπε να γυρίζει.

Κανείς δεν την έψαξε.

Καθόλου δεν την ένοιαξε η αδιαφορία της φυγής της. Ίσα ίσα,της το κάνανε ευκολότερο. Δεν ήθελε να φανταστεί να δίνει ακόμα μια μάχη μαζί τους.

Και πολύ περισσότερο,δεν ήθελε να φανταστεί να μεγαλώνει την κόρη της σε ένα τέτοιο περιβάλλον,της γυναικείας υποταγής,κι αδυναμίας. Δεν ήθελε η κόρη της να μεγαλώσει μέσα σε μίσος από δικά της πρόσωπα.

Από κει βρήκε την δύναμη. Από την θέλησή της να έχει το παιδί της μια καλύτερη ζωή,μακριά από μίζερους ανθρώπους. Μείνε όσο σου χρειαστεί να πάρεις τις αποφάσεις σου της είπε. Κι έμεινε. Έμεινε τρία χρόνια.

Κι όταν χρειάστηκε να πάρει την απόφαση να φύγει,της ήταν πολύ δύσκολο. Ήταν το δυσκολότερο που είχε να αντιμετωπίσει μέχρι εκείνη την στιγμή. Πως να πάρεις την απόφαση να φύγεις από κάποιον που ερωτεύτηκες αθόρυβα τρία χρόνια;

Πως να φύγεις από την ίδια την ζωή,κι ας μην το γνώριζε εκείνος; Πως να φύγεις από μια δουλειά που ήξερες να κάνεις,κι ό,τι δεν ήξερες σου το έμαθε με πολύ υπομονή,και σεβασμό;

Πως να φύγεις από όλα εκείνα που σε κάνανε κι ένιωθες άνθρωπος κι όχι δούλος; Κι όμως,ήρθε η στιγμή να πάρει την μεγαλύτερη απόφαση της ζωής της.

Να φύγει από την ίδια την ζωή. Από μια ζωή,που υπήρχε μόνο στο μυαλό της,στην καρδιά της,και στα αισθήματα που είχαν γεννηθεί για κείνον. Αυτός,δεν είχε μάτια παρά μόνο για την γυναίκα του. Αυτό την έκανε να τον αγαπάει ακόμα περισσότερο,και να τον σέβεται απεριόριστα.

Πολλά τα ευχαριστώ του,που βρέθηκε στο δρόμο του,να τον βοηθάει στο απέραντο αγρόκτημα ,ώστε να μπορεί να ασχοληθεί με την γυναίκα του. Ποτέ δεν την κοίταξε πονηρά.

Το βλέμμα του,ήταν πάντα καθαρό σαν γάργαρο νεράκι.

Μόνο αυτή πάλεψε για πολύ καιρό με τα συναισθήματά της,ώσπου τα αποδέχτηκε. Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Κοντά τους βρήκε νόημα η ζωή της.

Έπειτα από πολύ καιρό,ήρθε η μάνα της,να της πει,να γυρίσει πίσω σε κείνη. Από την πλευρά του άντρα της,τίποτα. Ούτε για το παιδί της,το εγγόνι τους νοιάστηκαν.

Όχι της είπε. Δεν έρχομαι. Ο καιρός που σου ζητούσα βοήθεια, πέρασε. Δεν γυρίζω πίσω μάνα. Έφυγε και κείνη και δεν νοιάστηκε ξανά. Είχε να νοιαστεί τις ανύπαντρες,κι αυτή για την ζωή της. Μείνε όσο χρειαστεί της είχε πει.

Και παλεύει,να μην χρειάζεται να ζει στην σκιά των συναισθημάτων της. Παλεύει να μην καταλάβει τίποτα αυτός. Μα την μαγαλύτερη μάχη την δίνει,να μην καταλάβει η γυναίκα του. Κάνει μεγάλη προσπάθεια να την κοιτά κατάματα.

Είχε μάθει όλα αυτά τα χρόνια που ήταν κατάκοιτη,και δεν μπορούσε να μιλάει,να διαβάζει τα μάτια.

Αυτά διάβαζε και ένιωθε. Η δική της ζωή,ήταν τα μάτια των ανθρώπων. Μέσα από το βλέμμα τους ζούσε.

Και το δικό της βλέμμα έδινε μεγάλη μάχη να το κρύψει,να μην φαίνονται όλα εκείνα που ήταν μέσα του.

Αυτή,ήταν η μεγαλύτερη μάχη της. Να προσπαθεί να έχει βλέμμα καθαρό όταν την κοιτάει. Τις όποιες φορές την κοίταξε κι είχαν τα μάτια της σκιές,αυτομάτως σκιάζανε και τα δικά της.

Δεν θα ήθελε ποτέ να καταλάβει,πως εκεί που της δώσανε ψωμί,εκεί ζητούσε ολόκληρο το καρβέλι.

Η ηθική της,δεν της το επέτρεπε αυτό,αλλά κι η ψυχή της ήθελε το κομμάτι της.

Πάλι με την κόρη,στους δρόμους. Αυτή την φορά την κρατάει από το χέρι. Αυτή την φορά,ήταν δυνατή,και σίγουρη για τον εαυτό της. Εκείνον τον άγνωστο εαυτό,που της είπε,φύγε.

Φύγε να ζήσεις.

Εδώ ξεγελάς τις επιθυμίες σου,και τις ανάγκες σου. Αν ποτέ χρειαστείς κάτι της είπε,ξέρεις που θα με βρεις.

Εσένα χρειάζομαι,ήθελε να του φωνάξει,κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Τα χρήματα που μάζεψε κοντά τους,αρκετά. Με κείνα ορθοπόδησε. Επιδιορθώσεις ρούχων έγραφε μια μικρή ταμπελίτσα,σ’ενα στενό δρομάκι μια μεγαλούπολης.

Επιδιορθώσεις ρούχων,- Η ΡΗΝΙΩ – Την ήξερε την τέχνη αυτή πολύ καλά. Έντεκα νοματαίους έραβε και επιδιόρθωνε τα ρούχα τους. Να και κάτι καλό από αυτούς. Να μάθει πάνω στα ρούχα τους,να μην χαλάει τα ξένα αργότερα.

Δεν ήταν λίγες οι φορές,που η πεθερά της,την έβαζε να σκίζει τα δικά της,να φτιάχνει των άλλων αφού τα χάλαγε.

Αν δεν ήσουν έτοιμη να κρατήσεις σπίτι της έλεγε,να μην το άνοιγες. Ποιο σπίτι είχε ανοίξει,ποτέ δεν το κατάλαβε.

Η κόρη της,μεγάλη πια,πηγαίνει σε σχολή ραπτικής. Να κρατήσουν μαζί το μαγαζί.

Μικρό ήταν,αλλά μια ραπτική μηχανή,την χώραγε ακόμα. Δεν έμαθε,πως η φυγή της ήταν το σοκ που έκανε την ανάπηρη γυναίκα να γίνει καλά. Δεν έμαθε,πως η φυγή της ήταν μεγάλη στεναχώρια για κείνη.

Τελικά είχε κρύψει καλά το βλέμμα της. Δεν είδε ποτέ πως μέσα του,είχε φωλιάσει ο έρωτας για τον άντρα της.

Χαμογελούσε με γλύκα όταν τους σκεφτότανε. Ο γιος του τώρα θα είναι όλοκληρος άντρας.

Ένας άντρας που διάβαινε το στενό,και το μάτι του έπεσε στην ταμπελίτσα. Επιδιορθώσεις,Η ΡΗΝΙΩ. Η ανάσα του,κόπηκε.

Πλησίασε και μπήκε μέσα.

Ήταν γύρω στα εννιά όταν εκείνη έφυγε,μαζί με την κόρη της,που είχε κλείσει τα τρία. Σήκωσε τα μάτια της,να δει τον πελάτη που μπήκε,και δεν τον γνώρισε.

Είχε αφήσει ένα παιδάκι,πίσω της,και τώρα μπροστά της,βρίσκεται ένας άντρας. Το παιδάκι όμως την γνώρισε. Αυτή δεν είχε αλλάξει. Είσαι η Ρηνιώ που ήρθε σπίτι μας ένα βράδυ; Εσύ είσαι της είπε. Αυτό το βλέμμα,και τα χέρια που με αγκάλιαζαν,θα τα αναγνώριζα και μες τα σκοτάδια.

Δεν είπε,όχι δεν είμαι,δεν είπε ούτε και ναι. Αυτό που έκανε,ήταν να ανοίξει την αγκαλιά της ξανά,και κείνος,άντρας πια,μπήκε μέσα της κι έκλαιγε σαν μωρό.

Γιατί την ρώτησε;. Γιατί έφυγες,και δεν είδες την μάνα μου να περπατάει. Γιατί δεν μας έστειλες ποτέ νέα σου;

Πολλές απαντήσεις είχαν τα γιατί του,αλλά είπε μόνο,έτσι έπρεπε.

Αγκαλιασμένα και τα δυο τώρα χοροπηδάνε με τα δάκρυα να τρέχουν στα μάτια τους. Είχαν σμίξει ξανά τα παιδιά της,γιατί σαν παιδί της τον είχε και κείνον.

Η μάνα της,της είχε πει για την ζωή τους στο αγρόκτημα,για τον γιο του,για την γυναίκα του την ανάπηρη. Όλα της τα είπε,εκτός από τον έρωτά της για κείνον.

Πάμε τους είπε. Πάμε στο αγρόκτημα. Αλλάξανε πολλά πράγματα,μα όλα τα παλιά σας περιμένουν. Είναι εκεί. Μόνο η μαμά μου έφυγε. Έφυγε χαρούμενη όμως.

Χαρούμενη που έζησε ξανά κοντά μας όλα εκείνα που πίστεψε πως δεν θα ζήσει ξανά. Κι αυτό χάρη σε σένα είπε στην Ρηνιώ.

Η φυγή σου ήταν το σοκ,που είχαν πει οι γιατροί. Σε είχε αγαπήσει η μάνα μου,κι ήθελε να σε βρει.

Δεν έχει νόημα της έλεγε ο πατέρας. Με την θέλησή της έφυγε.

Άκουγε και δεν ήξερε τι να νιώσει.

Να χαρεί; Όχι. Δεν μπορούσε. Κανείς δεν χαίρεται μ’έναν θάνατο. Χάρηκε όμως. Χάρηκε για την ζωή που της έδωσε,ο δικός της θάνατος… Δεν μπορώ να έρθω του είπε.

Οι δουλειές μου πολλές,κι οι πελάτες μου, περιμένουν τα διορθωμένα τους. Άλλη φορά θα έρθουμε.

Θα πάω εγώ της είπε η κόρη της. Θα πάω για λίγο,όταν κλείσει η σχολή μου. Και πήγε. Μα που δεν πήγε για λίγο. Πήγε για πάντα.

Ένας έρωτας είχε γεννηθεί.

Μόνο που δεν θα είχε την δική της τύχη. Εδώ σε τούτο τον έρωτα,ήταν και οι δύο,και δεν υπήρχε κάποιος κατάκοιτος…

Ο κατάκοιτος,ήταν αυτή. Τόσα χρόνια και δεν μπόρεσε να ζήσει μια σχέση. Δεν μπόρεσε να ερωτευτεί ξανά.

Η καρδιά της,είχε μείνει στο αγρόκτημα. Είχε μείνει σε κείνον. Εκεί την άφησε.Όπως και τα όνειρά της.

Η σχολή έκλεισε,κι η κόρη της ετοιμαζότανε να πάει. Έλα να πάμε μαζί μαμά. Έλα και συ. Ήθελε να της πει,πως δεν είχε φύγει ποτέ από κει,αλλά της είπε,όχι. Πήγαινε εσύ και την επόμενη φορά θα πάμε μαζί. Ένα γράμμα της έστειλε η κόρη της.

Μαμά,δεν θα γυρίσω. Μην με περιμένεις της έγραφε. Δεν θα συνεχίσω την σχολή. Είμαι καλά,και είμαι ερωτευμένη.

Σ’αγαπώ,θα τα πούμε! Χάρηκε πολύ για την κόρη της,και γέμισε την μηχανή της με δάκρυα. Τουλάχιστον η ζωή μαζί της ήταν γενναιόδωρη!

Ζήσε κόρη μου,έλεγε μέσα από τα δάκρυά της. Ζήσε! Κι αν ποτέ μου πεις,θέλω να γυρίσω κοντά σου,εγώ θα είμαι εδώ.

Μα δεν της είπε ποτέ. Ζούσε! Ζούσανε και τα δυο της παιδιά ό,τι αυτή δεν είχε ζήσει.

Ξύπνησε ένα πρωί,και είχε μια διάθεση τέτοια που την είχε ξεχάσει. Είχε ξεχάσει πως ήταν να είναι κανείς ανάλαφρος. Είχε ξεχάσει πως είναι να νιώθεις όταν περιμένεις κάτι.

Έτσι ένιωθε εκείνο το πρωί.

Μόνο που δεν ήξερε τι ήταν εκείνο που περίμενε. Ήξερε μόνο πως ήταν ενάλαφρη σαν το πούπουλο. Πήγε να ανοίξει το μαγαζί της. Την περίμενε η φίλη της. Ήταν του διπλανού μαγαζιού. Πάντα άνοιγε πρώτη,κι έφτιαχνε καφέ για τις δυο τους. Είδε την διάθεση στο πρόσωπό της.

Καλοκοιμήθηκες Ρηνιώ μου,και ξύπνησες με διάθεση της είπε,και γελάσανε. Σταμάτησε το γέλιο της απότομα.

Η πόρτα της γέμισε από την κορμοστασιά του. Στα μάτια του,κουβαλούσε την θλίψη,κι ο πόνος είχε σκάψει το πρόσωπό του.

Έκανε να γελάσει που την είδε. Μα δεν τα κατάφερε.

Είπε μόνο Ρηνούλα. Τίποτα άλλο.

Εκείνη,στάθηκε απέναντί του,τον κοίταξε στα μάτια,και κατάφερε να πει,τα έμαθα όλα από τον γιο σου.

Πάνε τέσσερα χρόνια της είπε που έφυγε. Πάντα σε έβαζε στην κουβέντα μας,κι ήθελε πολύ να σε ψάξω να σε βρω.

Δεν ξέρω αν έκανα καλά,που δεν σε έψαξα. Τον άκουγε και σκεφτόταν,αυτά που ακούω είναι στενάχωρα.και συνεχίζω να νιώθω ανάλαφρη.

Ήταν ο έρωτας,που την έκανε να νιώθει έτσι. Ο έρωτας,που άρχισε ξανά να ανοίγει τα φτερά του. Δεν δούλεψε κείνη την ημέρα.

Έβαλε το ταμπελάκι στην πόρτα,το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό.

Πήγανε μια μεγάλη βόλτα. Τόσο μεγάλη που φτάσανε μέχρι τα σκαλιά μιας νέας σελίδας της ζωής τους.Εκεί σταματήσανε και της έπιασε το χέρι. Μαζί θα τα ανεβούμε της είπε.

Μαζί! Στο τέλος από τα σκαλοπάτια,ανοίγει ένας δρόμος. Θα τον περπατήσουμε μαζί.

Δεν είχαν ανέβει ούτε τα μισά σκαλιά,και το βλέμμα του,δεν είχε κείνη την θλίψη. Κι ο πόνος στο σκαμμένο του πρόσωπο είχε φύγει. Τα είχε βάλει στα φτερά της εκείνη και τα δυο,και τα σκόρπισε στα ύψη της.

Μαζί του,πέταξε πολύ ψηλά. Κι αυτά χαθήκανε. Στα πολύ ψηλά,δεν υπάρχουν σύννεφα…

Το μαγαζί δεν άνοιξε ξανά μετά την παράδοση όλων των ρούχων που είχε για διόρθωση. Και η ταμπελίτσα έγραφε,ενοικιάζεται το παρών κατάστημα.

Ζήσανε στο αγρόκτημα,μαζί με τα παιδιά τους. Ο κάθε ένας από την πλευρά του,ζούσε όλο και κάτι πρωτόγνωρο…

Και κείνη επιτέλους μέσα στην αγκαλιά του,άρχισε να ονειρεύεται ξανά. Εκείνος,κάθε που άφηνε ένα αγριολούλουδο στον τάφο,της έλεγε,την βρήκα. Έψαξα και την βρήκα.

Της μιλάω για σένα,και δεν μου θυμώνει. Η Ρηνιώ μπορεί τώρα να την κοιτάξει στα μάτια,χωρίς να χρειάζεται να κρύψει κάτι.

Θα τον προσέχω της λέει.

Θα τον προσέχω,γιατί στο στήθος του,έχω ακουμπήσει την καρδιά μου. Εκεί χτυπάει. Εκεί ανασαίνει,κι ονειρεύεται.

Από κει ζω. Θα τον προσέχω!

Ελευθερία Λάππα

Ομφαλός της γης

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση