«Θεοτόκε, ἡ ἐλπίς πάντων τῶν χριστιανῶν, σκέπε, φρούρει, φύλαττε τούς ἐλπίζοντας εἰς σε.»
«Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν.»
«Ἐγὼ ἐπικαλέστηκα τὸν ὅσιο Δαβίδ, τὸν γέροντα Ἰάκωβο καὶ τὴν Παναγία τῆς Τήνου»…
Βρέθηκα – διηγήθηκε ἡ Γερασιμούλα – κάποτε στὴν Θεσσαλονίκη.
Ἦταν Δεκαπενταύγουστος καὶ ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες νήστευα καὶ ἐνῷ ἤμουν τελείως-τελείως νηστικὴ ἤπια μολυσμένο νερό, χωρὶς νὰ γνωρίζω ὅτι ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες τὸ νερὸ τῆς Θεσσαλονίκης εἶχε σοβαρὸ πρόβλημα. Φυσικὰ μὲ θέρισε καὶ ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ τραῖνο – στὴν ἐπιστροφή μου γιὰ Ἀθήνα – νὰ ἔχω προβλήματα, φτάνοντας στὴν Ἀθήνα λέω σὲ μιὰ φίλη μου ποὺ ἦταν ἐκεῖ κοντά, νὰ καλέση ἕνα ἀσθενοφόρο γιατί δὲν θὰ ἄντεχα νὰ φτάσω μέχρι τὸ σπίτι. Εἶχα γίνει κουρέλι.
Ὅταν ἦρθε τὸ ἀσθενοφόρο ἄρχισα νὰ νοιώθω ἔντονο ρῖγος, κρύωνα καὶ ὁ πυρετὸς ἀνέβαινε. Κινδύνευε πλέον ἡ ζωή μου καὶ μὲ πῆγαν στὸ ἐφημερεῦον Νοσοκομεῖο, στὸ «Σωτηρία». Ὁ γιατρὸς προσπαθοῦσε νὰ μὲ συνεφέρη μὲ χαστούκια καὶ μὲ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἐγὼ δὲν καταλάβαινα τίποτα οὔτε τὸν ἄκουγα, οὔτε ἔβλεπα τίποτα γύρω μου καὶ τὴν ὥρα ποὺ «ἔφευγα» τὸ μόνο ποὺ παρακάλεσα εἶναι: «Γέροντα, εἶπες μέχρι τελευταίας στιγμῆς θὰ εἶσαι δίπλα μου, κάνε μὲ καλὰ ἢ πᾶρε μὲ γιὰ νὰ μὴν μοῦ συμβῇ κάτι χειρότερο».
Ἐκείνη τὴν ὥρα ἔρχεται μιὰ νοσοκόμα καὶ τῆς λέει ὁ γιατρὸς νὰ μοῦ κάνη μία ἔνεση, γιατί ὁ πυρετὸς εἶχε ἀνέβη 42ο C καὶ εἶχα ἔντονο ρῖγος καὶ προσπαθῶντας ἡ νοσοκόμα νὰ μοῦ κάνη τὴν ἔνεση ἀπὸ τὴν βία της μοῦ ἔβαλε τὴν ἔνεση μὲ πολλὴ δύναμη καὶ πόνεσα, ἐνῷ πρὶν δὲν καταλάβαινα τίποτα. Τὴν ὥρα ἐκείνη ἦρθαν οἱ αἰσθήσεις μου καὶ εἶπα στὴν νοσοκόμα «πιὸ σιγά, πονάω!».
Ἡ νοσοκόμα φωνάζει τὸν γιατρὸ καὶ τοῦ λέει ὅτι πρὶν μοῦ κάνη τὴν ἔνεση ἄρχισε νὰ τρέχη ἱδρῶτας. Ἔρχεται ὁ γιατρὸς μὲ βλέπει καὶ μοῦ λέει: «Ποιόν Ἅγιο ἔχεις καὶ πρὶν σοῦ κάνουμε τὴν ἔνεση ἄρχισε νὰ πέφτη ὁ πυρετὸς καὶ νὰ τρέχη ἱδρῶτας;».
Μοῦ βάζουν θερμόμετρο, 36,6ο C!
Ὅταν συνῆλθα, καταλαβαίνω ὅτι εἶμαι σὲ ἕνα Λοιμωδῶν Νοσοκομεῖο μὲ ἀρρώστους γύρω μου, ὅλοι μὲ λοιμώξεις καὶ λέω στὸν γέροντα Ἰάκωβο: «Γέροντα, κάνε μου μιὰ χάρη, στεῖλε μὲ στὴν Παναγία τὸ ἀπόγευμα ποὺ εἶναι ὁ Ἑσπερινός της – ἦταν παραμονὴ 15 Αὐγούστου –, νὰ τὴν χαρῶ, μὴ μείνω ἐδῶ καὶ κολλήσω κανένα μικρόβιο. Σὲ παρακαλῶ, φώτισε τὸν γιατρὸ νὰ μοῦ βάλη ἕνα μικρὸ ὀρὸ καὶ νὰ σηκωθῶ νὰ φύγω». Ὁ γιατρὸς λὲς καὶ μὲ ἄκουσε, λέει στὴν νοσοκόμα «ἕναν μικρὸ ὀρὸ καὶ μὴν μείνη μέσα καὶ πάθει λοίμωξη ποὺ εἶναι ἀδύνατη καὶ νὰ τὴν στείλης τὸ συντομώτερο σπίτι της.
Αὐτὴ ἔχει Ἅγιο».
Μά, ποιόν Ἅγιο ἔχεις;
Ἐγὼ ἐπικαλέστηκα τὸν ὅσιο Δαβίδ, τὸν γέροντα Ἰάκωβο καὶ τὴν Παναγία τῆς Τήνου.
Ἄ! ἐγὼ ἔχω βαφτίσει παιδιὰ στὸν Ὅσιο Δαβὶδ μὲ τὸν π. Ἰάκωβο. Εἴμαστε γνωστοί. Τώρα ὅμως ποὺ θὰ πᾶς στὸ σπίτι σου θὰ σὲ παρακαλοῦσα νὰ φᾶς κάτι, γιατί ἔχεις ἐξαντληθῇ πάρα πολύ. Βέβαια ἐσὺ δὲν ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ ἐμᾶς, ἔχεις τοὺς Ἁγίους καὶ τὴν Παναγία.
Πηγαίνοντας στὸ σπίτι φυσικὰ δὲν ἔφαγα τίποτα, γιατί θεώρησα ὅτι ἔπρεπε νὰ πάω κατ’ εὐθεῖαν στὸν Ἑσπερινὸ νὰ χαρῶ τὴν Παναγία καὶ νὰ ἀκούσω τὸν Ἑσπερινό της. Ἀφοῦ τελείωσε ὁ Ἑσπερινὸς πάω στὸ σπίτι, πίνω ἕνα ποτήρι νερὸ κρύο καὶ πέφτω γιὰ ὕπνο. Ὅμως αὐτὸ ἦταν ἡ αἰτία τὸ βράδυ νὰ ξυπνήσω μὲ 39,5ο C. Κατάλαβα ὅτι ἔφταιγε ποὺ δὲν ἔφαγα, ὅπως μοῦ εἶπε ὁ γιατρός, γιὰ νὰ βοηθήσω λίγο τὸν ἑαυτό μου.
Κάθομαι καὶ λέω: «Ὅσιε Δαβὶδ καὶ π. Ἰάκωβε, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ ξαναπάω στὸ νοσοκομεῖο, μὴν ξεχνᾶτε ὅτι ἐφημερεύει ὁ κ. Δημήτρης, ἅμα ξαναπάω θὰ πῇ, ἀφοῦ τὴν ἔκαναν καλὰ ὁ ὅσιος Δαβὶδ καὶ ὁ γέροντας Ἰάκωβος, πάλι ἄρρωστη εἶναι, δὲν ὑπάρχει πίστη, δὲν μπορῶ νὰ σκανδαλίσωμε τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό, γέροντα Ἰάκωβε, ἔλα νὰ μὲ κάνης καλὰ ὅπως εἶχε ἔρθη καὶ σὲ σένα ὁ ἅγιος Χαράλαμπος ὅταν ἤσουν 10 ἐτῶν ἄρρωστος μὲ πνευμονία καὶ ἔνοιωσες τὸ χέρι του νὰ σὲ ἀκουμπάη.
Ἔλα νὰ μὲ κάνης καλὰ ἀλλὰ νὰ ἔρθης ἐσύ, νὰ σὲ γνωρίσω, μὴν στείλης τὸν ὅσιο Δαβὶδ ποὺ δὲν τὸν ξέρω. Ἐγὼ στὸν ὅσιο Δαβὶδ θὰ κάνω τὴν Παράκληση, ἀλλὰ σὲ παρακαλῶ νὰ ἔρθης ἐσύ».
Φυσικὰ δὲν γίνεται ἄνθρωπος μὲ πυρετὸ 39,5ο C νὰ λέη ἀπ’ ἔξω τὴν Παράκληση κι ὅμως τὴν ἔλεγα λέξη πρὸς λέξη καὶ ὅταν τελείωσα μὲ τὸ καντηλάκι μου μόνο ἀναμμένο χωρὶς ἄλλο φῶς, ξαφνικὰ ἕνα ὑπέρλαμπρο φῶς ἐμφανίζεται μπροστά μου καὶ μέσα σ’ αὐτό το φῶς ἐμφανίζεται ὁ γέροντας Ἰάκωβος, καὶ ἔνοιωσα τὸ χέρι του νὰ μὲ χαϊδεύη στὸ κεφάλι καὶ νὰ μὲ σταυρώνη γιὰ νὰ μὴν τρομάξω ὅπως καὶ ὁ ἅγιος Χαράλαμπος σταύρωνε τὸ κεφάλι τοῦ γέροντα Ἰακώβου ὅταν ἦταν παιδάκι.
Ἀμέσως ἵδρωσα, κατ’ εὐθεῖαν ὁ πυρετὸς πέφτει, στοὺς 36,6ο C, καὶ σηκώθηκα.
Στὸ δωμάτιο ὑπῆρχε μιὰ εὐωδία, κατάλαβα ὅτι ἦταν ἡ παρουσία του, ἔγινα καλὰ καὶ δὲν χρειάστηκε νὰ πάω στὸ νοσοκομεῖο.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ὁ Γέρων Ἰάκωβος
Ιερεας Γκελιας Αρσενιος