Την ώρα όμως πού την έπαιρνε ο Γέροντας από το Ταχυδρομείο, τον είδε ένας κοσμικός και νικήθηκε από τον πειρασμό της φιλαργυρίας.
Πήγε λοιπόν την νύχτα στο Κελί του Γέροντα παπά-Τύχωνα, για να τον ληστέψει, με τον λογισμό ότι θα εύρισκε και άλλα χρήματα, χωρίς να ξέρει ότι και εκείνα που είχε πάρει ο Γέροντας τα είχε δώσει την ίδια ώρα στον κυρ-Θόδωρο, για να πάρει ψωμιά για τους φτωχούς.
Αφού τον βασάνισε αρκετά τον Γέροντα διεπίστωσε ότι πράγματι δεν είχε χρήματα και ξεκίνησε να φύγει.
Ο Παπα-Τύχων του είπε:
Θεός συγχωρέσει, παιδί μου.
Ο κακοποιός αυτός άνθρωπος πήγε και σε άλλον Γέροντα με τον ίδιο σκοπό, αλλά εκεί τον έπιασε η Αστυνομία και ομολόγησε μόνος του ότι είχε πάει και στον Παπα – Τύχωνα.
Ο Αστυνόμος έστειλε χωροφύλακα και ζήτησε τον Γέροντα για ανάκριση, επειδή θα γινόταν η δίκη του κλέφτη.
Ο Γέροντας στενοχωρήθηκε γι’ αυτό και έλεγε στον χωροφύλακα:
Παιδί μου, εγώ τον συγχώρησα με όλη την καρδιά μου τον κλέφτη.
Εκείνος όμως δεν έδινε καθόλου σημασία στα λόγια του Γέροντα, γιατί εκτελούσε ανώτερη διαταγή.
Τελικά τον λυπήθηκε ο Διοικητής και τον άφησε από την Ιερισσό να γυρίσει στο Κελί του.
===
O Παπα-Τύχων ο Αγιορείτης γεννήθηκε στη Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884. Κοιμήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1968..