Στον ιερό ναό ακούσθηκαν βήματα.
Ο επισκέπτης πνευματικό του παιδί , που καθόταν δίπλα στον όσιο, νόμιζε πως έφθασαν άλλοι επισκέπτες και δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγη ώρα επανελήφθη το ίδιο άκουσμα,
οπότε σηκώθηκε να πάει να δει ποιοι είναι. Δεν είδε όμως κανένα.
Αυτό επανελήφθη και για τρίτη φορά και ούτε τότε είδε κάποιον να βαδίζει.
Τότε ο όσιος άνοιξε τα μάτια του και του είπε σιγά-σιγά:
– «Τι θέλεις να δεις με τα μάτια σου; Αυτοί είναι αόρατοι επισκέπτες…».
Την ίδια ημέρα ο όσιος σηκώθηκε με αρκετή δυσκολία, γιατί ήταν σοβαρά ασθενής, για να τελέσει την ακολουθία του εσπερινού,
αφού βαστούσε τους τοίχους για να βαδίσει αργά.
Μετά το τέλος του εσπερινού έγινε τελείως καλά.
Οι ουράνιοι συμπαραστάτες του του είχαν δώσει πάλι την υγεία του.!!
Μία άλλη πνευματική κόρη του οσίου διηγήθηκε:
-“Τί χάρες έγιναν σ’ εκείνο το εκκλησάκι του! Μιλούσε μέ τούς αγίους, γυρνούσε στον αέρα, στη γή δέν πατούσε.
Ναι, τα έβλεπα εκεί στην Παναγία μπροστά . Μιλούσε άλλη γλώσσα μέ τούς αγίους.
Μία μέρα καθόμασταν κάτω από την καρυδιά. Εκεί που συζητούσαμε, ο Γέροντας πετάχτηκε όρθιος,
αλλά κι εμείς αισθανθήκαμε μία ευωδία από θυμίαμα γύρω μας πολύ έντονη.
Ό Γέροντας βιαστικός πήγε στο μοναστήρι. Εκείνη τη στιγμή δέν μπορούσες να τον ρωτήσεις τίποτε.
Μετά από ώρα βγήκε έξω και είχε μία όψη φωτεινή.
Τότε τον ρώτησε η μάνα μου:
-«Τι έπαθες γέροντα και έφυγες τόσο γρήγορα;»
-«Ηρθε ο άγιος Νικόλαος, στο μοναστήρι, γι’ αυτό έτρεξα κι εγώ.
Αλλά ήταν βιαστικός, από τον πόλεμο γύρισε, ήρθε ίσα εδώ και πάλι έφυγε πίσω.”!!
Ο Πρεσβύτερος Αθανασιάδης Χρήστος από το Μαυρόβατο Δράμας το 1959 διηγείται :
«Όταν αρρώστησε ο γέροντας εξυπηρετούσα και εδώ το μοναστήρι.
Τρείς φορές λειτούργησα με τον Άγιο συνλειτουργό βέβαια. Οι πιστοί ήταν λαοθάλασσα και δεν καταλάβαινες εάν πρόκειται για εορτή ή όχι.
Ο κόσμος έψαχνε θεραπεία και βοήθεια και πάντοτε την έβρισκε.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ, λέει ο πρεσβύτερος, την πρώτη συνλειτουργία.
Εκείνες οι στιγμές ήταν συγκλονιστικές. Ένιωσα φόβο να πώ;
Ναι, θυμάμαι πως έτρεμα όταν έκανα την Μεγάλη Είσοδο, δεν τον είδα να περπατάει, θαρρείς και τον προωθούσε ένας αέρας.
Όταν μπήκαμε στο Ιερό γύρισα να δώ πώς μνημονεύει και τότε είδα να κλαίει.
Εγώ νόμιζα ότι είχε κάποια ζωντανή επαφή, ότι κάποιος τον έβλεπε και συνομιλούσε.
Όταν σήκωνε το βλέμμα του έβλεπε, δεν ξέρω όμως τι έβλεπε.
Με εκείνον τον φόβο έλεγα Θεέ μου να τελειώσει το μυστήριο. Αυτός ο άνθρωπος ήταν εν ζωή Άγιος.»
Ο Γέροντας υπέφερε όταν κάποιος άνθρωπος είχε μεγάλο βάρος και δεν μετανοούσε. Κλεινόταν στο κελί του και προσευχόταν.
Ήξερε σε ποιόν θα ήταν αυστηρός και σε ποιόν ιλαρός, ήταν γεμάτος αγάπη και ζητούσε από τα πνευματικά παιδιά του υπακοή, βάζοντας αρκετές φορές κανόνα σε ανθρώπους που είχαν ξεφύγει.
Συνήθιζε να λέει «σας δίνω αυτές τις συμβουλές, ξέρετε τις αμαρτίες σας, πρέπει να προσέχετε.
Δεν μπορούμε να επαναλαμβάνουμε τις ίδιες αμαρτίες με το σκεπτικό ότι θα τις ξαναπούμε στον πνευματικό».
Δόξα Σοι Κύριε δόξα Σοι για τους Αγίους που μας χαρίζεις .!
Την ευχή σας Άγιε πατέρα Γεώργιε!!
Την ευλογία και τις πρεσβείες του αγίου Γεωργίου Καρσλίδη να έχουμε!
Αμην
Η Αγάπη είναι παντού Πολυξ.Ρέρρα