Καλά έκανε είπε ο πατέρας, Αφού δεν κατάφερε να μου γεννήσει τ’αγόρι,καλά έκανε.
Και’γω το ίδιο είπα αργότερα. Καλύτερα που πέθανε,γιατί αυτή ζωή δεν ήταν. Κάθε χρόνο και παιδί,ξύλο και πείνα. Ποιος ξέρει πόσα θα’κανε ακόμα αν δεν είχε πεθάνει.
Αυτό το είπα αργότερα,γιατί όταν την χάσαμε,χάσαμε τον κόσμο όλο. Πέσαμε πάνω της και κλαίγαμε και δεν τους αφήναμε να την θάψουν. Εμείς οι δυο οι μεγαλύτερες,οι άλλες ήταν μαξούμια. Τις κρατούσαμε και κείνες μαζί μας την στιγμή που την χώναν στο χώμα. Αυτές δεν καταλαβαίνανε τι είχε γίνει,αλλά κλαίγανε που κλαίγαμε εμείς.
Ένας δεν βρέθηκε να τις πάρει να μην είναι εκεί. Η μια τριών χρονών,κι η άλλη δυο. Η δίχρονη ξέφυγε από τα χέρια της αδερφής μου κι έπεσε μέσα στον τάφο. Σκεπάστε την κι αυτή είπε το ρεμάλι. Σκεπάστε την. Ένα στόμα λιγότερο,σάμπως τάιζε τα άλλα τα στόματα.
Κι ο παπάς που το άκουσε άφησε την κηδεία στην μέση και ξόρκιζε τον μπεκρούλιακα. Γυμνή την θάψαμε. Την τυλίξαμε μ’ενα παλιοσέντονο,βάλανε και το μωρό στην αγκαλιά της,κάτω από το σεντόνι,γυμνό κι αυτό. Βρακί δεν είχε,δεν της βάλαμε. Δεν είχε. Ποτέ δεν φόραγε. Καμιά δεν φόραγε βρακί κείνο τον καιρό. Γι’αυτό αραδιάζανε τα παιδιά.
Όταν πεθαίνανε όμως γυναίκες κι άνδρες,κι αυτοί χωρίς βρακί ήταν,τους κάνανε ένα πρόχειρο και το βάζανε. Ήταν ντροπή να πάνε να σταθούνε μπροστά στον θεό ξεβράκωτοι.
Ε,τι; Τις αμαρτίες τους ξεβράκωτοι πως θα της λέγανε;
Ξεβράκωτος κώλος αμαρτίες δεν λέει. Φαίνονται….
Εμείς μια φορά την θάψαμε χωρίς βρακί. Τώρα πως του είπε τις αμαρτίες της η μάνα δεν ξέρω… Μετά από αυτό λέγανε στο χωριό και τριγύρω στα άλλα,όταν κάποιος ήταν πολύ φτωχός,αυτός; Αυτός είναι ξεβράκωτος σαν την γυναίκα του μπεκρή.
Τον κώλο τους δεν τον βλέπανε που τον είχαν κι αυτοί χωρίς βρακί.
Θα μου πεις,πολύ κόπο ήθελε να βγει; Όχι. Σαν τα ζώα. Όπου τους έρχονταν η όρεξη το κάνανε.
Μα κάμπος ήταν,μα κήπος ήταν,μα καλύβα.
Το φουστάνι και το μεσοφόρι,τα κρατήσαμε να τα φοράμε εμείς. Τέσσερις αλλαξιές έφτιαξα. Με το μεσοφόρι για τις μικρές,και με το φουστάνι για μας τις μεγαλύτερες.
Ήταν καλή μάνα,αλλά ανήμπορη να σηκώσει κεφάλι στον μεθύστακα. Παρόλο που πέθανε την ώρα που πονούσε,αυτή είχε στα χείλια της το γέλιο. Ετούτο θυμάμαι περισσότερο.
Γελούσε λες κι ήταν χαρούμενη που θα ησύχαζε από τα βάσανα που είχε φορτωμένα στην ψυχή της.Είχε παγώσει το γέλιο της στο στόμα. Με τούτο έφυγε και με τα βάσανά της,και με τα παΐδια σακατεμένα από κείνον.
Ο πατέρας μου ήταν ένας άχρηστος. Ένα ρεμάλι. Όλη μέρα έλειπε από το σπίτι. Πήγαινε κάνα δυο ώρες στα χωράφια κι ύστερα γύριζε τα καφενεία και μπεκρόπινε. Στο καφενείο του χωριού δεν τον έμπαζε μέσα ο κυρ Στέλιος. Τον έδιωχνε.
Άντε να πας στα παιδιά σου του έλεγε. Σώθηκε το κρασί,δεν έχομε άλλο. Στην αρχή έκανε φασαρία ο πατέρας φωνάζοντας,πως σε πλερώνω και θέλω να πιω,αλλά είδε κι απόειδε,που ο καφετζής δεν τον έμπαζε μέσα,και δεν ξαναπήγε.
Εγώ λεφτά που πρέπει να τρώνε τα ορφανά δεν θέλω έλεγε,κι αναγκάστηκε να πηγαίνει στο διπλανό χωριό να πίνει. Κι όταν έκλεινε τον καφενέ του το βράδυ,έβαζε σ’ένα κατσαρόλι μικρό διάφορα που περισσέψανε,και τα άφηνε σε ένα σημείο κρυφό.
Πρωί πρωί πήγαινα και τα έπαιρνα. Στο σχολείο πηγαίναμε με την σειρά με την δεύτερη.. Μια μέρα αυτή,μια εγώ,για να κρατάμε και τις μικρές μας.
Ο δάσκαλος ήταν μιλημένος και δεν μας έλεγε τίποτα. Μια μέρα το τετράδιο αυτή,μια εγώ. Σάμπως είχαμε μυαλό για γράμματα; Η αδερφή μου ζωγράφιζε στα φύλλα του,τέσσερα μικρά κορίτσια ξυπόλητα μ’ένα ξεροκόμματο στο χέρι,και γω την μάνα μας με το παγωμένο γέλιο.
Πολλές φορές τον έβγαζε κι από κει έξω αυτός που είχε το μαγαζί,γιατί δε φτάναν τα λεφτά να πιει,αλλά τον κερνούσαν καλοθελητάδες για να κάνουν χάζι και κείνος γινόταν ντίρλα και δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του,και κοιμόταν όπου έπεφτε.
Όταν ξύπναγε έρχονταν στο σπίτι να βρει να φάει,πράγμα που δεν υπήρχε τίποτα,μας έδερνε κι έφευγε να πάει να βγάλει κάνα φράγκο για το κρασί του.
Εμένα έδερνε,και την δεύτερη,στις άλλες έδινε μόνο ένα μπάτσο. Εμάς τις δυο μας σακάτευε στο ξύλο. Η αδερφή μου μονίμως κατουρημένη από τον φόβο της ήταν,και οι μικρές μας άμα τον άκουγαν να έρχεται μπαίνανε στην αγκαλιά μου.Εκείνος τις τράβαγε και μ’έδερνε.
Εμείς μεγαλώσαμε μοναχά μας. Είμαστε τέσσερα το ένα πίσω από το άλλο.
Φαΐ μας έδιναν πότε ο ένας πότε ο άλλος,κι αν περίσσευε,το έκρυβα να μην το βρει εκείνος. Εγώ δεν μαρτύραγα που το έχω κι αυτός με χτύπαγε.
Κάθε Σάββατο ζέστανα νερό στην φωτιά για να πλυθούμε. Πρώτα έλουζα τις μικρές και μετά εμείς οι μεγαλύτερες. Μια φορά τον είδα να μας κοιτάει κρυφά την ώρα που είμασταν γυμνές με την αδερφή μου,και πλενόμασταν Δεν τελειώσαμε. Ντυθήκαμε με τις σαπουνάδες,στο κορμί. Από κείνη την φορά δεν ξαναπλυθήκαμε μέρα.
Θυμόμουνα την μάνα που μας έλεγε,πως το κορμί σας γυμνό θα το βλέπει η μάνα σας,εσείς,κι ο άντρας σας. Κανένας άλλος; Ακούς μεγάλη; Κανένας. Ούτε ο πατέρας σας.
Γι’αυτό και’γω η μεγάλη αποφάσισα πως θα πλενόμασταν σαν ξέραμε πως αυτός είχε φύγει για το δίπλα χωριό.
Μόνο τότε πλενόμασταν και’μεις. Άμα πήγαινε εκεί,έκανε ώρες να γυρίσει,και πολλές φορές γύρναγε το ξημέρωμα.
Εκεί στο άλλο χωριό γνώρισε ένα χήρο με πέντε παιδιά. Είχε χαθεί κι αυτουνού η γυναίκα και τα πίνανε μαζί. Του έδινε και μεροκάματο που και που.
Του χρώσταγε και πολλά λεφτά ο πατέρας,γιατί είχε αρχίσει να χαρτοπαίζει. Να πιάσει λέει χρήματα στα χέρια του να βρει μια καλή νύφη να την πάρει. Τρομάρα του…
Του γύρευε τα λεφτά ο χήρος ,μα που να τα βρει να τα δώσει. Έτσι του είπε,θα σου δώσω την κόρη μου να πατσίσουμε.
Αλλά μαζί με κείνη θα πάρεις και τα υπόλοιπα παιδιά,γιατί αυτή τα προσέχει. Ο χήρος του είπε,εγώ έχω δικά μου,δεν θέλω ξένα παιδιά,κι αν είναι να παντρευτώ θα πάρω γυναίκα.
Με ανήλικα εγώ δεν πλαγιάζω. Πες πες ο μπεκρής,άρχισε να του βάζει ιδέες. Ο πειρασμός σε όλους πηγαίνει και κει φαίνεται η δύναμη του κάθε ενός,αν μπορεί να αρνηθεί.
Κι ο χήρος δεν μπόρεσε. Την πήρε την μεγάλη του κόρη,μαζί με τις υπόλοιπες. Βρέθηκα στα δέκα έξι μου να παστρεύω ένα λόχο νοματαίους.
Δεν βαρυγκομούσα όμως,ούτε είπα όχι σαν μου το είπε να παντρευτώ τον χήρο. Είχε χτήματα,και θα χορταίναμε ψωμί. Άσε που μ’ορμηνέψανε οι γυναίκες του χωριού να κάνω συμφωνία μαζί του,να τις προικίσει σαν θα έρθει η ώρα να παντρευτούν.
Όλα τα δέχτηκε. Ό,τι και να ζητούσα,τα δεχόταν,κι ας μην δεχόμουν εγώ να πάω στο κρεβάτι του.
Δεν είχα πλαγιάσει μαζί του. Έχω υπομονή έλεγε αυτός.
Όταν τον πήρα,νιώσανε μια ανακούφιση οι χωριανοί κι είπαν,τύχη είχαν τα ορφανά. Τύχη μεγάλη.Η ζωή μας διάβαινε όμορφα πια. Οι μικρές μας πήγαιναν στο σχολειό και η δεύτερη με βοήθαγε στις δουλειές του σπιτιού.
Τα παιδιά του ήταν στην ηλικία μας και τα πηγαίναμε μια χαρά. Ο μεγάλος του,ήταν στο στρατό όταν έγινε ο γάμος,και δεν τον ήξερα καθόλου. Με τις κόρες του δύο είχε και τρία αγόρια,είχαμε γίνει φιλενάδες. Τα αγόρια του με σέβονταν. Τους είχε πει,είναι η γυναίκα μου και θα την σεβαστείτε. Και κείνα τον άκουσαν. Με βοηθούσαν στις βαριές δουλειές.
Σαν τις αδερφές τους μ’αγαπούσαν και μένα και τις άλλες. Τα είχε καλοαναθρεμένα. Περνούσαμε καλά,κι ο χήρος ήταν ευχαριστημένος με όλη αυτή την κατάσταση.
Δεν μου είχε ζητήσει ακόμα να πλαγιάσω μαζί του. Σαν να μην ήθελε μου φαινότανε να πάω μαζί του.,μα εμένα δεν μ’ένοιαζε. Ούτε που το σκεφτόμουνα αυτό καθόλου. Σάμπως ήξερα και τι έπρεπε να κάνω σαν πλαγιάσω μαζί του;
Εγώ ήθελα να τρώνε οι αδερφές μου,και να’ναι καλά.
Άσε που μας είχε πάρει και πήγαμε στην αγορά και μας ψώνισε τα πάντα. Φορέματα,μεσοφόρια,παπούτσια,μέχρι και βρακιά ψωνίσαμε. Εκεί κοντά του βρακώθηκε ο κώλος μας. Άμα έχει κανείς λεφτά,έχει και βρακιά.
Μια μέρα μου είπε,έλα να πάμε κάπου να κουβεντιάσουμε. Πήγα χωρίς δεύτερη σκέψη. Με είδε λίγο φοβισμένη και μου είπε,για καλό είναι και μη φοβάσαι.
Δεν φοβάμαι είπα,και μαζεύτηκα σε μια γωνιά. Είχαμε πάει σε ένα άλλο σπίτι που είχε όλα του τα μηχανήματα του κάμπου. Ήταν μεγαλοκτηματίας,με πολύ σεβασμό από τον κόσμο,γιατί βοηθούσε όπως μπορούσε τον καθένα.
Δεν φοβάμαι είπα και σφίχτηκα στην καρέκλα. Έκατσε απέναντι μου,και μου είπε,πως αυτό που έκανα μαζί σου,να σε παντρευτώ,ήταν μεγάλη αμαρτία. Ο γάμος μας είναι αταίριαστος.
Είσαι παιδί μου και δεν μου πάει να λέω πως είσαι γυναίκα μου. Θα πάμε μου είπε να λύσουμε τον γάμο μας,κι έβαλα τα κλάματα.
Αν έλυνα τον γάμο,θα φεύγαμε από το σπίτι,και θα μέναμε νηστικές και ξεβράκωτες πάλι. Όχι του είπα μέσα στους λυγμούς μου. Όχι. Να μην τον λύσουμε τον γάμο. Θα μεγαλώσω κι άλλο,θα γίνω και’γω γυναίκα. Γέλασε και μου είπε θα μεγαλώνω και’γω.
Μου είπε πως δεν θα αλλάξει τίποτα. Αυτό θα το ξέρουμε μόνο εμείς,και κανένας άλλος. Θα μείνουμε κοντά του,και θα συνεχίσει η ζωή μας όπως και τώρα.
Την συμφωνία που κάναμε θα την κρατήσω μου είπε,αλλά δεν θα είσαι πλέον γυναίκα μου,κι αν θέλεις να φύγεις από μόνη σου,είσαι ελεύθερη να το κάνεις,και’γω θα συνεχίσω να σας βοηθάω.
Έτσι πήγαμε στον δεσπότη και λύσαμε τον γάμο.
Αμάρτησα του είπε. Αμάρτησα και ζητώ συγχώρεση,και μαζί και την παύση αυτού του γάμου.
Αμάρτησα και ας με συγχωρήσει ο θεός.
Παιδί μου είναι,και ποιος λογικός γονιός κοιμάται με το παιδί του δέσποτα; Ποιος; Θα τον κάψει φωτιά αν το κάνει. Και΄γω δεν το’κανα.
Όπως την πήρα είναι. Δεν την άγγιξα. Ετούτο το αμάρτημα δεν το έκανα. Αυτό που έκανα ήταν να πω πως θα την πάρω,κι άμα το έκανα,το μετάνιωσα.
Λόγια του κρασιού ήταν όπως και η υπόσχεση στον πατέρα της,και να’μαι τώρα να θέλω να τα πάρω πίσω μπροστά στον θεό,και να ζητώ συγχώρεση.
Τον λύσαμε τον γάμο και κανείς δεν το έμαθε. Κανείς δεν ήξερε πως δεν κοιμόμαστε και μαζί. Μόνο τα παιδιά του,τα ήξεραν όλα κι οι αδεφές μου,που τον είχαν αγαπήσει σαν τον πατέρα που δεν είχαν ποτέ. Και’γω σαν πατέρα τον αγαπούσα.
Από την μέρα που πήγαμε στον δεσπότη,ήταν καλύτερος με όλους μας. Του έφυγε το βάρος που είχε και αυτό τον έκανε καλύτερο.
Έρχεται ο μεγάλος μας είπε μια μέρα χαρούμενος. Μου τηλεγράφησε και λέει πως αύριο θα’ναι εδώ. Θέλω να ετοιμάσετε τα καλύτερα. Θα στήσουμε ένα τραπέζι μεγάλο έξω στην αυλή και θα κάνουμε ένα γλέντι μεγάλο όπως ταιριάζει σ’αυτόν που υπηρέτησε την πατρίδα.
Πήγαμε στην αγορά και ψωνίσαμε από όλα τα καλά.
Το μεσημέρι που έφτασε ο γιος του,ήταν όλα έτοιμα,και κόσμος πολύς που τον περιμένανε. Μόλις έφτασε τον πήρε ο πατέρας του μέσα και κάνανε κάμποση ώρα να βγούνε.
Του είπε για τον γάμο μας. Του είπε πως τον διέλυσε και πως θα είμαστε όλοι μαζί. Πως θα’χει ακόμα τέσσερα αδερφές. Βγήκανε από μέσα από το σπίτι μόνο όταν συνήλθε ο γιος του από αυτά που έμαθε.
Όταν βγήκε ήρθε σε μένα,και μου είπε καλωσορίσατε στην φαμίλια μας,και’γω είπα,καλωσόρισες στην καρδιά μου. Ετούτον τον χτύπο,τον ένιωθα για πρώτη φορά και μου’φερνε ζαλάδα.
Όλη μέρα στο τραπέζι τον απέφευγα.
Αν ανταμώνανε οι ματιές μας μ’έπιανε σύγκρυο, και ζάλη. Κάποια στιγμή αγγίξανε τα χέρια μας και ήταν σαν με χτύπησε κεραυνός. Το κατάλαβε και με ρώτησε αν είμαι καλά.
Καλά είμαι είπα. Τόσο καλά,που θέλω να πεθάνω,μα δεν του το είπα ετούτο.
Σε τρεις μήνες ξανάγινε ο γάμος. Ένας γάμος που άφησε ιστορία,ως ο γιος που πήρε την γυναίκα του πατέρα του.
Ήρθε κι ο δεσπότης που πήγαμε να μας λύσει τον γάμο,και μίλησε παραβολικά για το αμάρτημα και την συγχώρεση.Με τον γιο του αγαπηθήκαμε πάρα πολύ.
Όταν με είδε μου είπε αργότερα,είπε πως αν είναι να κοιμηθώ με κάποια γυναίκα,θα ήταν μόνο μαζί της. Αν είναι να αγαπήσω,θέλω να αγαπήσω αυτή μόνο.
Κι ο θεός τον άκουσε κι έγινε έτσι. Τέτοιες αγάπες σαν την δική μας είναι ευλογημένες. Κάναμε μια μεγάλη οικογένεια και’γω τους φρόντιζα όλους με αγάπη.
Άλλωστε αυτό είχα μάθει να κάνω από τα γεννοφάσκια μου. Οι αδερφές μου όλες καλοπαντρεύτηκαν,και τις προικίσαμε με μπόλικους παράδες να φτιάξουν το σπιτικό τους. Οι δικές του αδερφές και κείνες άνοιξαν τα σπιτικά τους,κι είχαν μια καλή ζωή.
Αυτός με τα αγόρια κράτησαν τα χτήματα.Ο πεθερός μου πέθανε κι η τελευταία του κουβέντα ήταν η συγνώμη για μια φορά ακόμα.
Εγώ του κράταγα το χέρι την στιγμή που ξεψύχησε,και του είπα πως σ’αυτή του,την “αμαρτία” χρωστάω την ευτυχία μου,και πως όλα ήταν σχέδιο του θεού να ζήσουμε μαζί τους και να φάμε ένα κομμάτι ψωμί.
Ο θεός έστειλε τον πειρασμό να γίνει ό,τι έγινε,για να δούμε και’μεις μια μέρα χαράς. Έφυγε χαμογελώντας κι αυτός.
Μόνο ο πατέρας μου έφυγε με μια γκριμάτσα σαν και κείνη που έλεγε τότε στην κηδεία της μάνας μου,σκεπάστε την κι αυτή. Σκεπάστε την. Ένα στόμα λιγότερο.
Όταν μάθαμε πως πέθανε στον δρόμο ολομέθυστος σκέφτηκα,ένας άχρηστος λιγότερο. Ο άντρας μου θέλησε να τον πάρουμε κοντά μας,να τρώει ένα πιάτο φαΐ,μα γω έχασα τον ύπνο μου,σαν μου το είπε,ώσπου ήρθε ο θεός ένα βράδυ στο όνειρό μου και μου είπε κάνε ό,τι θέλεις,μα δεν θα σου κακιώσω.
Και δεν τον πήραμε κοντά μας. Ο κάθε ένας όπως στρώνει κοιμάται. Και κείνος είχε στρώσει στους δρόμους. Η αγάπη του άντρα μου με έκανε να τον συγχωρήσω για όλα αυτά που μας έκανε,μα δεν τον ήθελα κοντά μας.
Όταν έρχονταν να μας δει, τον τάιζα.τον ξεβρώμιζα που είχε πάνω του δέκα οκάδες βρωμιά,του έδινα αλλαξιά καινούρια ,και άλλες δυο τρεις να’χει να αλλάζει,του έδινα και πέντε παράδες,αλλά μέχρι εκεί. Όταν ξανάρχονταν φορούσε τα ίδια.
Δεν μας είπε ποτέ τίποτα. Μια καλή κουβέντα δεν ξέραμε από το στόμα του. Αν μας έλεγε έστω και μια φορά πως έκανε λάθη,ίσως να τον κράταγα κοντά μας.
Πήγαινα στον τάφο της μάνας μου,κι έκλαιγα. Α,ρε μάνα μου της έλεγα,ξεβράκωτη σε θάψαμε. Γυμνή και ξεβράκωτη.
Και κείνη μου απαντούσε,τα βρακιά τα θέλει ο κόσμος όταν είναι ζωντανός. Πεθαμένος τι να τα κάνει; Δίκιο είχε. Τι να τα κάνεις σαν πεθάνεις.
Γυμνός έρχεσαι και γυμνός πρέπει να φεύγεις. Και σαν ζεις,να ντύνεσαι. Να ντύνεσαι με αγάπη και προσφορά για τον συνάνθρωπό σου. Ετούτο τον νοιάζει τον θεό,κι όχι αν φοράς βρακί.
Ελευθερία Λάππα