Ήταν δέκα έξι όταν ήρθε νύφη στο χωριό μου.

mike
By
7 Views
10 Min Read

Δέκα εννιά ήμουν εγώ,και στερνοπαίδι.

Έχομε γάμο είπε η μάνα μου σε λίγες μέρες. Παντρεύεται ο μεγάλος γιος του γείτονά μας. Άντε και στις χαρές σου γιόκα μου,μου είπε. Μικρός είμαι μάνα ακόμα.

Μικρός. Να πάω στο στρατό πρώτα,και βλέπουμε μετά. Όπου να’ναι φεύγεις για φαντάρος. Οι άλλοι την έχουν έτοιμη την νύφη από πριν,κι άμα αποστρατευτούν στεφανώνονται.

Εσύ τι καρτερείς;
Εγώ καρτερούσα την νύφη του γείτονα. Όταν την είδα στην εκκλησιά μου κόπηκαν τα πόδια. Δεν πήρα τα μάτια μου από πάνω της ούτε στιγμή.

Αυτό δεν ήταν έρωτας. Κεραυνός ήταν,που μ’έκαψε. Κεραυνός που κουβάλαγε μπόρες στην ζωή μου,και στην ψυχή μου.
Εγώ,που η μάνα μου έκανε μια ώρα να με ξυπνήσει το πρωί,ξύπναγα από τα χαράματα.
Μόνο και μόνο να την δω να ανοίγει το παραθύρι της,να τινάξει τα σκεπάσματά της,και να αναστενάζω χωρίς να το θέλω.

Το πήρε χαμπάρι η μάνα μου,και μου κούναγε το δάχτυλο,λέγοντάς μου,πως θα γίνω ρεζίλι με τούτα που κάνω,και πως αν δώσω δικαίωμα στο γειτονόπουλο,που κάθομαι και κοιτάω την γυναίκα του,εγώ πρώτη θα σε φτύσω κατάμουτρα.
Τι να της πεις κι αυτηνής της δόλιας; Πως την ερωτεύτηκα; Είδα κι απόειδα όμως,και της το είπα. Μάνα,δεν το ήθελα,και δεν το θέλω. Ευτυχώς που θα φύγεις σε λίγες μέρες για τον στρατό και θα την ξεχάσεις. Θα σου περάσει έλεγε.
Θα σου περάσει.

Κι ήρθε η μέρα που θα φύγω,κι όπως ήταν συνήθεια,μαζεύονταν οι χωριανοί να τον αποχαιρετήσουν,να του ευχηθούν καλό φανταριλίκι,και να δώσουν και το κατιτίς τους.

Ήρθε κι ο γείτονας,δίχως την γυναίκα του. Δεν ένιωθε καλά κυρά Λένη μου,είπε στην μάνα μου σαν τον ρώτησε γιατί δεν την έφερες και κείνη.

Εγώ άκεφος,όλη νύχτα στην παρέα τ’αποχαιρετισμού. Κακόκεφος. Αρρώστησα μέσα σε δέκα λεπτά. Έκανα σχέδια πως θα την έβλεπα. Πως θα ήταν και κείνη στο τραπέζι.

Καλύτερα είπε η μάνα μου. Καλύτερα που δεν ήρθε,γιατί δεν θα’χαμε καλά ξετελέματα.

Να δεις,που σε πήρε χαμπάρι κι ο πατέρας σου του είπε. Μη σε ξεγελάσει,και σου πει να τα πείτε σαν άντρες τι έχεις;

Έτοιμο το’χει το δίκαννο. Ακούς; Έτοιμο. Σε δυο μέρες έφυγα για τον στρατό. Δεν μπόρεσα να την ξεχάσω.

Στον ύπνο μου,και στον ξύπνιο μου την έβλεπα να ανοίγει το παραθύρι,και να τινάζει τα σκεπάσματα.
Να σκουπίζει τις αυλές της,και να καρτερεί τον άντρα της όρθια στην πόρτα. Να τον φιλάει σαν έφτανε και’γω να λιώνω.

Όλοι μου λέγανε,άδεια δεν θα πάρεις εσύ; Δεν θέλεις να δεις τους δικούς σου;
Και’γω τους έλεγα,θα την πάρω μαζεμένη. Θα την πάρω μια και καλή. Το είχε μάθει κι ο πατέρας μου από την μάνα,και μου’γραψε,πως στο σπίτι δεν θα πατήσω το ποδάρι μου,αν δεν την βγάλω από το μυαλό μου.

Λες και το’θελα να μου συμβεί. Έβγαλα το στρατιωτικό,χωρίς άδεια,κι όταν ήρθε η ώρα να απολυθώ,δεν πήγα στο χωριό.
Έμεινα εκεί στην πόλη που υπηρετούσα. Βρήκα δουλειά και έπεσα με τα μούτρα να την ξεχάσω.
Η φουκαριάρα η μάνα μου,έλεγε στον πατέρα ,μήπως να πάμε το παιδί σε κάνα γιατρό; Ο έρωτας δεν γιατρεύεται Λενιώ μου. Δεν γιατρεύεται. Σαν πολύ του κράτησε του παιδιού μας.

Σαν πολύ,και δεν μπορώ να τον έχω μακριά μου.
Ήρθαν οι δυο στην πόλη,και με βρήκαν. Με βάλανε κάτω,με συμβούλεψαν. Ξέχνα την μου είπαν.
Ξέχνα την παιδί μου,και γύρνα πίσω να βρούμε μια κοπέλα να ανοίξεις και συ το σπιτικό σου. Μάνα με παιδί είναι τώρα εκείνη,και στην κοιλιά το άλλο.

Κι ο άντρας της ρωτάει συνέχεια για σένα που είσαι,και τι κάνεις,και γιατί χάθηκες. Μαζί μεγαλώσατε παιδί μου. Μαζί. Και συ πήγες ν’αγαπήσεις την γυναίκα του;
Τι να της πω κι αυτηνής; Μάνα ήταν και νοιαζότανε. Είπα μόνο.φύγετε,γυρίστε πίσω στο χωριό και θα’ρθω και’γω. Κι έτσι έγινε.

Σ’ένα μήνα ήμουν πίσω μαζί τους ξανά. Ο πατέρας μου με χρειαζόταν στα χωράφια.

Ήρθε με τον άντρα της να με χαιρετήσουν. Ένα παιδί στην κοιλιά και τ’άλλο από το χέρι. Ο γείτονάς μου, μ’εσφιξε στην αγκαλιά του. Μας έλειψες μου είπε.

Όλη η παρέα μας σε αναζητούσαμε. Ένιωσα τόσο ντροπή σαν μ’αγκάλιασε. Λες κι έφταιγα που είχα αγαπήσει. Εκείνη είπε μόνο ένα καλωσόρισες με τα μάτια χαμηλά και τίποτα άλλο.
Έκατσε λίγο,πήρε το παιδί της κι έφυγε.

Ο άντρας της έμεινε,και θυμηθήκαμε τα μικράτα μας. Εκείνη την βραδιά,πήρα μια απόφαση μεγάλη. Μια απόφαση που θα μου άλλαζε όλη μου την ζωή.

Ξύπνησα το πρωί και είπα στους γονείς μου,είπατε θα μου βρείτε μια κοπέλα να παντρευτώ. Βρείτε την λοιπόν και γρήγορα. Είχα αποφασίσει να παντρευτώ όποια μου λέγανε οι δικοί μου. Σε τρεις μήνες παντρεύτηκα.

Από κείνη την ημέρα και για όλη μου την ζωή,το παραθύρι της,δεν το ξανακοίταξα.
Στο δρόμο που την αντάμωνα,και σε όποιες συναντήσεις γινότανε απέφευγα να την κοιτάω. Την γυναίκα μου την είχα σε μεγάλη εκτίμηση. Με τον καιρό την αγάπησα.
Δεν την ερωτεύτηκα,αλλά αυτό που ένιωθα για κείνη σαν κάναμε την δική μας οικογένεια,ήταν ένα γλυκό συναίσθημα. Δεν ήταν η φλόγα που σου καίει τα σωθικά. Εκείνα είχαν καεί προ πολλού..Ζούσαμε τόσο κοντά σαν γείτονες.
Βοηθούσαμε ο ένας τον άλλο όταν χρειαζότανε. Πρώτα ο γείτονας λεν στο χωριό μου,κι ύστερα ο θεός.

Ο γείτονας θα τρέξει στην ανάγκη σου. Ο θεός,που να πρωτοτρέξει..Τα χρόνια πέρασαν,και δεν κοίταξα ποτέ πίσω.
Η γυναίκα μου,με πήγαινε μόνο μπροστά,και πάντα μπροστά της με έβαζε. Πίσω μου ήθελε να μένει.
Να με θωρεί έλεγε να με καμαρώνει,και’γω την τραβούσα και την έβαζα δίπλα μου. Πλάι πλάι περπατήσαμε την ζωή μας.
Πλάι πλάι μεγαλώσαμε τα παιδιά μας.
Πλάι πλάι σπέρναμε τα όνειρά μας,και πλάι πλάι τα θερίζαμε.

Ήταν ικανή και άξια γυναίκα,και ποτέ δεν μου άφηνε περιθώρια να κοιτάξω σε παραθύρια…
Άσε που τα είχα κλείσει και’γω ο ίδιος,σαν πήρα την απόφαση να γυρίσω στο χωριό κοντά στους γονείς μου.
Να μην είναι και κείνοι μόνοι τους. Οι αδερφές μου,και οι δυο,παντρεμένες μακριά.
Ήταν σύντροφος,και φίλη! Και το σημαντικότερο πάρα πολύ καλή μάνα,και νύφη για τα πεθερικά της.
Οι γονείς μου πίνανε νερό στο όνομά της,και ποτέ δεν μου είπανε κουβέντα για τα παλιά.

Τώρα που πέρασαν τα χρόνια,τώρα που στα μαλλιά μου χτίσανε φωλιά τα χιόνια,καμιά φορά,κοιτάω σε μια εκκλησιά,και βλέπω μια νύφη. Μια νύφη,που η εικόνα της,έχει την μορφή της γυναίκας μου.

Δεν ξέρω τι κεραυνός ήταν εκείνος…Αυτό που ξέρω όμως,είναι πως όλες τις αστραπές μου, τις έζησα δίπλα στην μάνα των παιδιών μου. Ξέρω,πως έδιωχνε τις μπόρες μου,και μου’φερνε τον ήλιο. Ξέρω πως σε όλες τις νεροποντές μου,ήταν εκεί κι έκανε την αγκαλιά της ομπρέλα.

Ξέρω πως δεν ήταν το δυνατό καρδιοχτύπι,μα ήταν όλη μου η ζωή,ένα καρδιοχτύπι γεμάτο έγνοια κοντά της.
Άλλωστε και τα δυνατά καρδιοχτύπια παύουν κάποια στιγμή. Όμως σαν πάψουν τα άλλα,παύεις και συ.
Και η καρδιά μου χτυπάει ακόμα έτσι γλυκά,πάνω στην δική της. Ετούτη την γλύκα,δεν την αλλάζω για κανένα δυνατό καρδιοχτύπι.

Ετούτη η γλύκα,ανήκει στην γυναίκα μου! Είναι το μεθύσι από το κρασί της αγάπης μας! Μια αγάπης βαθιάς,που φτάνει μέχρι τα καμένα σωθικά,και ανασταίνονται,μόνο για κείνη.
Για την γυναίκα μου,και μάνα των παιδιών μου.

Πολλές φορές η μάνα μου,η κυρά Λένη,έρχεται στον ύπνο μου, και μου χαϊδεύει τα μαλλιά,και μου ψιθυρίζει κρυφά στ’αυτί,να μην την ακούσει η νύφη της.

Είδες παιδί μου; Πέρασε… Πέρασε και σου’φερε μέσα σου τούτη την όμορφιά,που ανασαίνει δίπλα σου.
Και τούτο το δίπλα σου, το’λεγε δυνατά η κυρά Λένη. Να το ακούσει η νύφη της.
Μόνο που η νύφη,δεν ξύπναγε. Κοιμόταν τόσο τρυφερά στην αγκαλιά μου. Εγώ όμως ξύπναγα,και κοίταγα το στήθος της καθώς ανάσαινε. Έσκυβα πάνω της,και της έλεγα,γυναίκα μου!
Γυναίκα μου και άνθρωπέ μου!
Κοίταγα το στήθος της,που ανεβοκατέβαινε καθώς ανάσαινε.
Τούτη η ανάσα της,ήταν και η δική μου!
Τούτη η ανάσα της φύσαγε,και δρόσιζε την ψυχή μου!
Ελευθερία Λάππα

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
Share This Article