Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον ημάς
Ένα κορίτσι ζήτησε από έναν ιερέα να έρθει να προσευχηθεί για την υγεία του άρρωστου, κατάκοιτου πατέρα της.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο, ο ιερέας είδε μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι και υπέθεσε ότι προετοιμάζονταν για την άφιξή του.
”Με περιμένατε;” ρώτησε ο ιερέας.
“Όχι, ποιος είστε;”ρώτησε ο άρρωστος.
”Είμαι ιερέας. Η κόρη σας με κάλεσε να προσευχηθώ μαζί σας για την υγεία σας. Όταν είδα την άδεια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι σας, υπέθεσα ότι γνωρίζατε για την επίσκεψή μου.”
”Ω, ναι, η καρέκλα….” είπε ο άρρωστος χαμηλώνοντας τη φωνή του.Δεν το έχω πει ποτέ σε κανέναν αυτό….
Πηγαίνω στην εκκλησία σε όλη μου την ενήλικη ζωή και ακούω εκεί συνεχώς ότι πρέπει πάντα να προσεύχεται κανείς, ότι η προσευχή δίνει πολλά στον άνθρωπο, ζεσταίνει την καρδιά του.
Αλλά όλες οι προσευχές έμπαιναν από το ένα αυτί και έβγαιναν από το άλλο. Δεν μπορούσα να τις θυμηθώ, ίσως επειδή δεν με άγγιζαν. Και μετά σταμάτησα να προσεύχομαι. Και μόλις πριν από μερικά χρόνια ένας καλός φίλος μου είπε ότι η προσευχή είναι απλώς μια συζήτηση με τον Θεό.
Με συμβούλεψε να καθίσω σε μια καρέκλα και να φανταστώ τον Ιησού Χριστό να κάθεται στην άλλη. Άλλωστε, είπε: “Είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρι τη συντέλεια του αιώνα”.”Τότε πες Του όλα όσα σε απασχολούν και άκουσέ Τον προσεκτικά, όπως ακούς εμένα τώρα”, είπε.
Το δοκίμασα και μου άρεσε τόσο πολύ που άρχισα να το κάνω για δύο ώρες κάθε μέρα. Αλλά έπρεπε να βεβαιωθώ ότι η κόρη μου δεν έβλεπε, καθώς μπορεί να νόμιζε ότι είχα τρελαθεί.”
Ο ιερέας χάρηκε για τον άρρωστο, τον συμβούλεψε να συνεχίσει να κάνει τέτοιες συζητήσεις με τον Θεό, μετά προσευχήθηκε γι’ αυτόν, τον ευλόγησε και έφυγε. Λίγες μέρες αργότερα, η κόρη ήρθε ξανά και είπε ότι ο πατέρας της είχε πεθάνει.
Ο ιερέας ρώτησε: “Πώς έφυγε;”
”Ήταν δύο το απόγευμα όταν ο πατέρας μου με κάλεσε στο κρεβάτι του”, απάντησε το κορίτσι. “Είπε ότι με αγαπούσε πολύ και με φίλησε. Πήγα στο μαγαζί και όταν επέστρεψα, τον βρήκα νεκρό. Αλλά κάτι στον θάνατό του μου φάνηκε παράξενο.
Στις τελευταίες του στιγμές, φάνηκε να μαζεύει όλη του τη δύναμη, σηκώθηκε από τα μαξιλάρια και μετακινήθηκε στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι του, ακουμπώντας το κεφάλι του πάνω της.Έτσι τον βρήκα. Τι νομίζετε ότι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό;”
”Είθε ο Θεός να δώσει σε όλους έναν τέτοιο θάνατο”, απάντησε ο ιερέας, σκουπίζοντας τα δάκρυά του.
“Η καρέκλα δεν ήταν άδεια”.
Η αληθινή ιστορία του Γέροντα Πάβελ Γκρουζντέφ.