Έφυγε από την ζωή ετούτη μ’ ένα παράπονο στα χείλια. Μ’ ένα παράπονο που ποτέ δεν βγήκε από το στόμα της.

mike
By
288 Views
18 Min Read

Τι να πει; Και που να το πει; Όλοι γύρω της είχαν τα βάσανά τους, κι αυτή τα δικά της. Ποιος θα της τα πάρει από την πλάτη κι από την ψυχή της; Κανείς. Ποιος θα την ένιωθε να το ακουμπήσει τούτο το παράπονο; Μόνο η Γιωργίτσα.

Σ’ αυτή θα το πει σαν έρθει κείνη η ώρα, και θα πάει να την βρει. Θα της πει, γιατί έφυγες δίχως μου; Μαζί δεν είπαμε πως θα φύγουμε; Μαζί δεν είπαμε φιλενάδα μου; Τούτο το παράπονο την έκαιγε στα στερνά της. Όλα τα άλλα τα πάλεψε.

Μ’ αυτά πορεύονταν. Μέρα νύχτα να της τρώνε τα σωθικά.

Να μην μπορεί να ταΐσει τα παιδιά της.

Ποτέ δεν παραπονέθηκε. Μόνο κάθε πρωί που ξύπναγε, έκανε τον σταυρό της για την καινούργια μέρα που αξιώθηκε να δει το φως της. Το βράδυ αφού τα κοίμιζε, έγερνε και κείνη με την κούραση να βαραίνει το κορμί της.

Έριχνε το βλέμμα της τριγύρω κι έβλεπε παντού τα ίδια. Φτώχια και δυστυχία. Πάνε πέντε χρόνια που τον έχασε τον άντρα της.

Μαζί με της γειτόνισσάς της φύγανε οι δυο στην δουλειά τους.

Τον δρόμο φτιάχνανε στο χωριό τους.

Τον ανοίγανε να μεγαλώσει, να γίνει δημοσιά, πέρασμα κεντρικό. Αν άνοιγε ο δρόμος, θα ανοίγανε και δουλειές. Ήταν σε καλό σημείο το χωριό τους. Τους είχαν υποσχεθεί πολλά πράγματα με τον δρόμο.

Πήραν και τους άντρες στην δουλειά.

Να δούνε κι αυτοί λίγο ψωμί γλυκό. Που να φανταστεί πως μόνο γλυκό δεν θα ήταν τούτο το ψωμί.

Το μικρό της στην κοιλιά το είχε σαν της τον φέρανε κομμάτια. Τρία είχε, και περίμενε το τέταρτο.

Ολόκληρος δεν ήταν. Ό,τι μπόρεσαν μάζεψαν.

Το ίδιο και της Γιωργίτσας της γειτόνισσας. Την ίδια τύχη είχαν Και κείνη το τρίτο περίμενε. Αυτηνής τουλάχιστον είχαν βρει και το κεφάλι του. Ήξερε ποιον μοιρολογούσε.

Η Γιωργίτσα μόνο χέρια και πόδια έκλαιγε. Θαφτήκανε στα χώματα από το φουρνέλο που βάλανε να ανοίξουν τον δρόμο. Εφτά νοματαίοι χαθήκαν την μέρα εκείνη. Εφτά γυναίκες χηρέψανε, μανάδες κλάψανε τα παιδιά τους, κι ορφανά απομείνανε πολλά.

Αποζημίωση καμία.

Η μια χτυπιόταν και τράβαγε τα μαλλιά της πάνω από την κάσα με τα πόδια και τα χέρια, κι η άλλη χάιδευε το κεφάλι που ήταν κομμένο από το κορμί.

Σάμπως ήξερε η δόλια αν ήταν τα ποδάρια δικά του; Δεν το βρήκαν το κεφάλι του άντρα της. Ποιος ξέρει, ποια έκλαιγε ποιον;

Κι οι άλλες οι χήρες το ίδιο. Απ’ άλλο χωριό αυτές. Δεν τις ξέρανε. Μα τι σημασία έχει; Ο πόνος ίδιος και για κείνες.

Σαν τους θάψανε, και σαν τους κλάψανε η Αστέρω κι η Γιωργίτσα σηκώσανε τον σταυρό τους, και δεν τον αφήσαν από τις πλάτες τους, μα δεν τις γονάτισε κιόλας.

Μόνες μας μείναμε. Χτυπημένες απ’ την μοίρα κι οι δύο, θα βοηθάμε η μια την άλλη είπαν. Και το κάνανε.

Μοιράζονταν ό,τι κι αν είχαν. Περάσανε δύσκολα. Εισόδημα από πουθενά. Ένα χωράφι είχε η Αστέρω και με κείνο ζούσαν.

Εννιά στόματα τάιζε κείνο το κουτσοχώραφο.

Πότε το δούλευε η μια και πότε η άλλη και μοιράζονταν ό,τι τους έδινε το χώμα του. Ξερικό ήταν. Δίχως νερά και ποτίσματα, μα ποιος νοιαζόταν. Την κοιλιά να χορτάσουν θέλανε κι ας ήταν και κακοτερένια τα μποστανικά τους.

Κρέας τρεις φορές τον χρόνο. Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο. Μια κότα σφάζανε και τρώγανε και τα κοκαλάκια τους που λέει ο λόγος..

Τα πρώτα Χριστούγεννα μετά τον χαμό του άντρα τους, τους δώσανε δυο οκάδες κρέας, από το εργοτάξιο και το γυρίσαν πίσω.

Έχομε τους είπαν. Έχομε. Δυο οκάδες κρέας, εννιά νοματαίοι. Από μια οκά της κάθε μιας. Να κάνουν το ψυχικό τους…

Μαζί τις κάνανε τις γιορτές ετούτες. Μαζί. Να νιώσουν λίγη ζεστασιά γεμάτη ανθρωπιά. Καλόψυχες κι οι δυο τους ήταν οι χαροκαμένες. Καλόψυχες. Δεν τα ξεχωρίζαν τα παιδιά. Δεν θα τις άκουγες να λένε, έχω τέσσερα η έχω τρία.

Εφτά έχω λέγανε, και τ’ αγαπούσαν όλα σαν δικά τους. Όλα το’ να κοντά το άλλο ήταν. Ρούχο χαμένο δεν πήγαινε.

Αυτό που δεν έκανε στο ένα παιδί, έκανε στο άλλο. Έτσι τα μεγαλώσανε. Καινούργιο σκουτί δεν φόρεσαν ποτέ. Μα όλες οι φαμίλιες το ίδιο κάνανε.

Γι’ αυτό δεν παραπονιότανε κι η Αστέρω. Παντού όπου και να’ ριχνε το μάτι της, αποφόρια έβλεπε. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζανε.

Έβλεπε και τα παιδιά που είχαν και τους δυο γονείς πως ήταν. Σαν τα δικά της κι αυτά.

Τα είχαν βρει τόσο πολύ με την Γιωργίτσα, που καμιά φορά γελούσαν και λέγανε, ε,δεν πάμε να βάλουμε και κείνο το στεφάνι;

Τόσο καιρό ξεστεφάνωτες, τι θα λέει ο κόσμος;

Ένας μακρινός ξάδερφος της Αστέρως περαστικός από τα μέρη τους, σταμάτησε να την δει. Του καλάρεσε η Γιωργίτσα, και σαν της το είπε, της απάντησε, ούι Αστέρω, με χωρίζεις ωρή;

Και γελούσανε με τούτο το χωρατό. Μεγαλώσανε τα παιδιά τους, σχολάσανε και το σχολειό. Που λεφτά για παραπέρα σπουδές.

Δυο θυγατέρες η Αστέρω, μία η Γιωργίτσα, κι από δυο γιους η κάθε μια τους.

Ο καιρός περνούσε, πέρασε κι ο δρόμος, και κείνα που τάξανε, δεν τα τηρήσανε. Μόνο όποιος ήταν σόι με τον πρόεδρο επωφελήθηκε από τον δρόμο. Όλους τους δικούς του, τους ταχτοποίησε. Χτίσανε ταχυδρομείο, οι δικοί του μπήκαν για δουλειά, φτιάξανε ένα περίπτερο, δικός του άνθρωπος το δούλεψε. Ήταν λέει ανάπηρος πολέμου.

Δυο δάχτυλα του λείπανε από το χέρι του, κι ήταν ανάπηρος. Οι χήρες που μοιρολογούσαν ξένα ποδάρια, και χέρια χωρίς κεφάλια των αντρών τους, ήταν απλά άτυχες.

Έτσι τους είπαν σαν θέλησαν να κάνουν κάποιο παράπονο. Απλά άτυχες. Όχι η Αστέρω. Αυτή δεν παραπονέθηκε ποτέ. Ήξερε την απάντηση. Τον είχε μάθει καλά τον κόσμο, από την δική της την ορφάνια. Ποτέ κανείς δεν πήγε στο σπίτι τους να δει πως είναι.

Να δει τι κάνουν αυτή κι η μάνα της.

Ευτυχώς που δεν είχε άλλα παιδιά, κι είχε μόνο εκείνη, αλλιώς θα πεθαίνανε από την πείνα όλοι τους. Δυο στόματα όμως κουτσά στραβά ζήσανε. Άλλοι καιροί εκείνοι οι δικοί της, μα και τούτοι δύσκολοι είναι. Δεν αλλάξανε και πολύ τα πράγματα.

Οι άντρες φεύγανε στα ξένα, οι γυναίκες μένανε πίσω να μεγαλώνουν παιδιά, να κοιτάνε και τους γέρους.

Οι άλλες οι χήρες παραπονέθηκαν, μα τι θα βγει; Σταθήκατε άτυχες. Αυτή την απάντηση πήραν. Σε ποια να το δίναμε το περίπτερο τους είπαν, που είστε πολλές.

Λες και δεν ξέρανε να μετρήσουν τις ανάγκες, ποια είχε περισσότερες… Σαν τον έχασε, στα έργα του δρόμου, μετάνιωσε και έκλαψε που δεν τον άφησε να φύγει και κείνος.

Η Γερμανία ζήταγε χέρια, μα αυτή δεν τον άφησε. Αν δεν τον μπόδαγε, δεν θα χάιδευε ένα κεφάλι κομμένο απ’ το κορμί.

Σάμπως μπόραγε να δει αν ήταν και δικό του;

Μούτρα δεν είχε καθόλου. Η Γιωργίτσα, ήξερε για τα ποδάρια; Από τα σκουτιά τους ούτε ένα κουρελάκι δεν είδαν, να πούνε, ναι.

Είναι οι άντρες μας.

Έτσι τους μάζεψαν όλους με τα φτυάρια και τους μοίρασαν. Σταθήκατε άτυχες…Τα παιδιά τους μεγάλωσαν, κι ο μεγάλος της

Αστέρως έφυγε. Ξενιτεύτηκε.

Γύρισε από τον στρατό, κι έφυγε.

Στο χρόνο πάνω, πήρε και της Γιωργίτσας τον μεγάλο.

Πιάσανε πέντε φράγκα στα χέρια τους και τα στέλνανε στις μανάδες τους, να μπορέσουν να παντρέψουν τις θυγατέρες τους.

Ηθικές και άξιες ήταν και βρήκαν καλά παιδιά για άντρες τους.

Μόνο μια έμεινε στο χωριό. Πήρε τον γιο του παπά και λάδωσε τ’ άντερό της, κι από κοντά και το δικό τους.

Οι άλλες πήγαν μια μέρα δρόμο μακριά, μα σε καλά σπίτια. Τι άλλο να θέλουν; Δυο αδερφών παιδιά πήραν, η μια της Αστέρως κι η άλλη της Γιωργίτσας. Στο ίδιο χωριό πήγαν,και παρέα θα ήταν. Μόνες μείνανε σαν τα κούτσουρα.

Όλη μέρα παρέα, και το βράδυ η κάθε μια στο κονάκι της. Έκλειναν την πόρτα κι αφήνανε τα δάκρυα να τρέξουν. Μόνο τα τοιχάρια άκουγαν τους στεναγμούς τους.

Εκείνο το,”σταθήκατε άτυχες” το βρίσκανε κάτω από τα σκεπάσματα. Και άτυχες σταθήκανε μα και σε κόσμο άπονο ζούσανε. Δεν βαριέσαι λέγανε η κάθε μια στο μαξιλάρι της. Τα παιδιά μας είναι καλά. Οι θυγατέρες μας καλοπαντρεύτηκαν. Ετούτο τους έδινε μια ανάσα χαράς.

Σαν έκλεινε η πόρτα, η Αστέρω συλλογιόταν στη μοναξιά της, τον μεγάλο της, που έφτακε στα δέκα εννιά του να βάλει ένα σκουτί καινούργιο πάνω του. Κι αυτό, που δεν πρόλαβε ο πατέρας του να το φορέσει. Δεν ήταν αφόρετο. Απλά δεν πρόλαβε ο δόλιος να το φθείρει, και φάνταζε καινούργιο.

Τα’ χε πιάσει στα χέρια της τούτο το πουκάμισο και το παντελόνι πολλές φορές να τα κόψει να τα κοντύνει να τα βάλουν τα παιδιά.

Κάθε φορά με το ψαλίδι στο χέρι, το μετάνιωνε.

Δεν έφτανε για όλα, και δεν ήθελε να μείνει κανένα παραπονεμένο. Τα δίπλωνε ξανά μαζί με τις θύμησές της που τούτα τα ρούχα κάποτε είχαν μέσα το κορμί του άντρα της.

Τα φύλαγε πάλι, κι έλεγε, θα τα βάλει ο μεγάλος σαν θα’ ρθει η ώρα.

Κι ήρθε κείνη η ώρα και τα’ βαλε να πάει να ντυθεί φαντάρος.

Ίδιος ο πατέρας του στα νιάτα του ήταν.

Σάμπως είχε κι άλλη αλλαξιά; Όχι. Δυο όλες κι όλες. Την άλλη την κουρέλιασε το φουρνέλο. Πάσκιζε να θυμηθεί κάτι όμορφο, να την πάρει ο ύπνος γιατί αυτές οι σκέψεις άυπνη την άφηναν, και κούμπαγε το μυαλό της στο εγγόνι που θα έρχονταν.

Θα γίνεις γιαγιά της είπε η θυγατέρα της που που’ μεινε στο χωριό. Αυτό σκεφτόταν κι έκλειναν λίγο τα μάτια της.

Το πρωί πίνανε τον καφέ τους παρέα, κι ύστερα αρχίναγαν τις δουλειές τους. Πότε στα ζώα τους, πότε στα μποστάνια τους, και το φαΐ, πότε η μια και πότε η άλλη μαγείρευαν.

Μαζί τρώγανε. Κι αν καμιά φορά, όποια από τις δυο, έλεγε δεν έχω όρεξη σήμερα, βάλε να φας μοναχή σου, η άλλη χωράτευε κι έλεγε, τα ζευγάρια τρων αντάμα, και γέλαγαν οι δόλιες. Γέλαγαν, και τρέχανε τα δάκρυα απ’ τα γέλια. Τώρα απ’ το χωρατό ήταν;

Από άλλο ήταν; Εκείνες ξέρανε..

Τα αγόρια τους κάνανε οικογένεια στα ξένα. Ξένες γυναίκες πήραν όλα τους. Εδώ μάνα είμαστε από όλο τον κόσμο τους γράφανε.

Όλοι μεροκαματιάρηδες. Αγαπήσαμε κοπέλες από άλλη χώρα και θα τις παντρευτούμε.

Ποιος θα πει όχι στην αγάπη; Αυτές θέλανε να’ ναι καλά τα παιδιά τους, κι έχουν στην αγκαλιά τους εκείνες που τους είπε η καρδιά τους. Να΄ ναι καλά θέλανε, κι ας ήταν ξένες οι γυναίκες τους.

Για κείνες θα ήταν οι κόρες τους, και δεν θα’ ταν ξένες.

Ερχότανε με άδεια, κάθε δεύτερο χρόνο. Ένα χρόνο στον τόπο τους, και τον άλλο στον τόπο των γυναικών τους.

Μαύρη μέρα ξημέρωσε. Η Γιωργίτσα δεν φάνηκε το πρωί, και πάει να δει τι έγινε. Την είχε φωνάξει κάνα δυο φορές, αλλά απόκριση δεν πήρε. Κρύος ιδρώτας την έκοψε την Αστέρω σαν δεν αποκρίθηκε η φιλενάδα της. Με τα πόδια κομμένα μπήκε στο σπίτι της. Πάντα είχαν ένα κλειδί η κάθε μια κρυμμένο.

Να,για κάτι ώρες σαν και τούτη. Ένα βογκητό έβγαλε κι έπεσε πάνω στη Γιωργίτσα,που είχε φύγει.

Στα χέρια της κρατούσε την τραγιάσκα του άντρα της σαν να’ θελε να του την φορέσει εκεί που θα πήγαινε.

Να βρει το κεφάλι του και να του την φορέσει. Δεν ήταν ώρα που άφησε τον κόσμο ετούτο η δόλια. Ζεστή ήταν ακόμα.

Θα’ ταν φαίνεται την ώρα που ξύπνησε την νύχτα, κι άκουσε την φωνή της. Φεύγω της φώναζε. Φεύγω, μόνο ήρθα να σ’ αποχαιρετίσω. Πετάχτηκε πάνω απ’ το κρεβάτι να της πει που θα πας; Καρτέρα να σ’ αγκαλιάσω,και σαν είδε που ήταν όνειρο, έπεσε και κοιμήθηκε ξανά.

Την αγκάλιαζε, της φώναζε, μου το’ πες πως θα φύγεις Γιωργίτσα μου, μα ‘γω κοιμήθηκα ξανά.

Από το μοιρολόι της μαζεύτηκε η γειτονιά, και δεν μπορούσανε να την ξεκολλήσουν από πάνω της. Που πας φιλενάδα μου, της έλεγε. Που πας; Φέτος θα’ ρθουν τα παιδιά μας.

Μα η φιλενάδα της, είχε φύγει, μ’ ενα δάκρυ που είχε σκαλώσει στην άκρη από τα χείλια της, νωπό ήταν ακόμα, και με ένα ελαφρύ χαμόγελο. Το δάκρυ ήταν που άφηνε τους δικούς της ανθρώπους και το χαμόγελο που θα’ βρισκε τον άντρα της.

Πάνε δυο χρόνια που την έχασε την Γιωργίτσα,και δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει. Ίσως να ζήλεψε και λίγο που ήταν με τον άντρα της. Ήρθε κι ο δικός της μια μέρα, να της πει, άντε και συ. Μόνη σου έμεινες. Μα δεν ήταν όνειρο ετούτο.

Στάθηκε μέρα μεσημέρι στην πόρτα του σπιτιού, και της το είπε. Απόρησε η καψερή. Η μου σάλεψε είπε, η ονειρεύεται ο κόσμος με τα μάτια ανοιχτά, και’ γω δεν το’ ξερα. Άντε Αστέρω είπε. Ώρα να πας και συ να τους βρεις.

Ξέχασες φαίνεται που λέγατε με την φιλενάδα σου,πως αν δεν φύγετε μαζί, όποια μείνει πίσω, να μην αργήσει. Δυο χρόνια πέρασαν και συ είσαι εδώ ακόμα. Άντε να πηγαίνεις και συ σιγά σιγά. Πήγε στη θυγατέρα της που ήταν μακριά, έκατσε την είδε.

Αγκάλιασε τα εγγόνια της και κείνη μαζί, τους χαιρέτισε, σαν να μην τους ξανάβλεπε άλλη φορά.

Πήγε και σε κείνη που’ χε μείνει στο χωριό. Και κει το ίδιο. Σαν να’ ταν οι τελευταίες αγκαλιές. Έλα της είπε.

Έλα να γράψεις ένα γράμμα στα αδέρφια σου. Να τους πεις πως τα αγαπώ πολύ, και πως τα καρτερώ να έρθουν. Να τους πεις, αν δεν με βρουν ζωντανή, θα έχω πάει στον πατέρα σας.

Μάνα τι είναι αυτά που λες; Μεγάλη είμαι κόρη μου. Μεγάλη και κουρασμένη πια. Πόσο θα ζήσω;

Δεν την κλείδωσε την πόρτα εκείνο το βράδυ. Την άφησε ξεκλείδωτη. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της, έκλεισε τα μάτια της, κι ένιωσε δυο χέρια να την αγκαλιάζουν.

Ήταν η Γιωργίτσα. Τώρα όμως δεν ήθελε να της πει το παράπονο. Μαζί ήταν πάλι, και δεν θα χώριζαν ποτέ. Τα χέρια γίναν τέσσερα. Ήταν ο άντρας της. Σε περίμενα της είπε. Σε περίμενα. Να σηκωθεί θέλησε, θαρρούσε πως ήταν όνειρο.

Μα δεν τα κατάφερε. Δεν σηκώνονται οι νεκροί. Όχι. Εκείνο όμως που συμβαίνει, είναι να μην τους καίει τα χείλια κανένα παράπονο πια. Είναι μαζί όλοι για πάντα.

Ελευθερία Λάππα

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
TAGGED:
Share This Article