Καλά-καλά ούτε ο Κωνσταντής δεν μπορούσε να την παρηγορήσει.
Η ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της είχε βαθύνει και τα μάτια της σπάνια πια γίνονταν λαδοπράσινα με μια υποψία γκρι. Η κορμοστασιά της ήταν πάντα στητή, εκείνη όμως ένιωθε ένα τεράστιο βάρος στους ώμους της κι ένα πλάκωμα στην ψυχή της.
Όταν ο Νικόλας έφυγε για τον Πειραιά, ο Κωνσταντής δεν ήταν στο νησί. Μεγάλο το μπάρκο, δεν είχε καταφέρει να γυρίσει. Η Λεμονιά συνόδεψε μόνη της το γιο της στο λιμάνι… δεν έκλαψε, δε λύγισε. Τον αγκάλιασε σφιχτά, τον φίλησε και τον σταύρωσε.
Έμεινε όρθια στο λιμάνι μέχρι που το πλοίο χάθηκε στον ορίζοντα.
Όταν έφτασε σπίτι της κι έκλεισε πίσω της την πόρτα, έκλαψε γοερά για το παιδί της, για τη μάνα της, για τον πατέρα της και για τη μοναξιά της. Έκλαψε όπως δεν είχε κλάψει ποτέ μέχρι τώρα στη ζωή της. Μετά από ώρα σηκώθηκε, έπλυνε το πρόσωπό της κι έπιασε να βράσει ένα αυγό. Το ‘φαγε όρθια και πήγε στο κρεβάτι της. Ξάπλωσε κι έμεινε εκεί κουκουλωμένη μέχρι το πρωί της επομένης.
Σεπτέμβρης μήνας και το μικρό καλοκαιράκι είχε την τιμητική του. Γλυκός καιρός, λιακάδα, δροσούλα το βράδυ για να κοιμάσαι ανάλαφρα. Λιόγερμα κι η Λεμονιά πότιζε τα λουλούδια της. Ο κήπος ήταν στα καλύτερά του κι από τότε που η Λεμονιά είχε μείνει μόνη της τον είχε κάνει έναν παράδεισο. Κάθε λογής λουλούδια σε χίλια χρώματα, μυρωδιές από τ’ αγιόκλημα και το γιασεμί κι απ’ τις γαρδένιες. Αχ οι γαρδένιες της, πόσο τις αγαπούσε! Κι αυτές όμως δεν της χαλούσαν χατίρι. Άνθιζαν και φούντωναν κι η μεθυστική μυρωδιά τους πλανιόταν στον αέρα και τύλιγε το σπίτι, ειδικά αυτή την ώρα που ο ήλιος χαμήλωνε σιγά-σιγά κι έπιανε να δροσίζει. Είχε φτιάξει κι ένα μικρό μποστάνι. Μάζευε τα ζαρζαβατικά και τα μοίραζε, πόσα να φάει εκείνη, μια ψυχή ήτανε!
Πότιζε τα βασιλικά δίπλα στην πόρτα της κουζίνας, τα χάιδευε και την τύλιγε το άρωμά τους. Ξαφνικά άκουσε το τρίξιμο της αυλόπορτας. Γύρισε απότομα και της έφυγε το ποτιστήρι απ’ τα χέρια. Ο γιος της κι ο άντρας της στέκονταν γελαστοί δίπλα στις κληματσίδες.
Τρία χρόνια είχε να δει το Νικόλα της και δύο τον άντρα της. Σχολή και ταξίδια ο Νικόλας, μεγαλύτερα ταξίδια ο Κωνσταντής, είχαν ανοίξει πολύ οι δουλειές του. Όσο αυγάτιζε η περιουσία τους, τόσο αυγάτιζε κι η μοναξιά της. Μήνα ολόκληρο θα κάθονταν αυτή τη φορά κι είχαν συνεννοηθεί να έρθουν μαζί για να της κάνουν έκπληξη. Η πάντα συγκροτημένη Λεμονιά τα είχε χάσει. Αγκάλιαζε τον έναν, φιλούσε τον άλλο, χάιδευε τα μαλλιά του παιδιού της, έσφιγγε τα χέρια του άντρα της… είχε πολύ καιρό να πάρει τέτοια χαρά.
Σα νερό πέρασε ο μήνας. Την προτελευταία μέρα, ξεμονάχιασε τον άντρα της. «Κωνσταντή, τι θα γίνει; Πόσο καιρό ακόμα θα θαλασσοδέρνεσαι; Σε λίγο ο γιος μας θα είναι πρώτος καπετάνιος, μήπως να σκέφτεσαι σιγά-σιγά τη στεριά; Στρώσε τις δουλειές σου, μοιράσου τις ευθύνες με το παιδί και μ’ όποιον άλλο έμπιστο έχεις και κάνε κουμάντο από δω, απ’ το νησί. Δε θέλω να ‘χουμε κι εμείς τη μοίρα της μάνας μου και του πατέρα μου, σε παρακαλώ!»
Ο Κωνσταντής την κοίταξε στα μάτια. «Αχ βρε Λεμονάκι μου, θαρρείς δεν τα ‘χω σκεφτεί κι εγώ όλα αυτά; Τα συζήτησα ήδη και με το Νικόλα μας, αλλά…»
«Τι αλλά Κωνσταντή μου; Λέγε».
«Ο Νικόλας είναι άλλος άνθρωπος, σκέφτεται αλλιώς. Δεν τον νοιάζουν αυτόν οι σκούνες, τα περάματα και τα τσερνίκια… όσο για το εμπόριο; Ούτε ν ‘ακούσει! Αυτός θέλει Ειρηνικό και Ινδικό, ταξίδια μακρινά και μεγάλα, απέραντες θάλασσες και ορίζοντες δίχως τέλος. Μου το ξέκοψε, εγώ πατέρα δε θέλω Μεσόγειο και Μαύρη θάλασσα και λιμάνι κάθε τόσο. Εγώ θέλω ουρανό και θάλασσα ως εκεί που πιάνει το μάτι. Θέλω να τη λαχταράω τη στεριά!» Έκανε μια παύση ο Κωνσταντής. « Δεν μπορώ να τον αναγκάσω, Λεμονιά μου, ούτε συ θα το ‘κανες! Δεν μπορώ να τον κάνω δυστυχισμένο!»
Η Λεμονιά άκουγε με σκυμμένο κεφάλι. Όταν το σήκωσε, τα μάτια της είχαν βουρκώσει. «Άκου να δεις άντρα μου… Μόνο εγώ ξέρω τον αγώνα που έκανα να καταπιώ τον πόνο μου όταν ο Νικόλας αποφάσισε να γίνει θαλασσινός , μόνο εγώ ξέρω πώς νιώθω τόσα χρόνια που λείπετε στη θάλασσα και με πόση λαχτάρα περιμένω να μάθω νέα σας, να μάθω ότι είστε καλά. Ούτε τώρα όμως θα σταθώ εμπόδιο σ’ αυτό που θέλει το παιδί μου. Εσύ όμως Κωνσταντή μου, τι σκέφτεσαι; Έτσι θα συνεχίσεις; Ποτέ δεν θα ζήσουμε εμείς σαν άνθρωποι; Τι θα περιμένουμε, εσύ να ‘ρθεις πνιγμένος κι εγώ να μείνω χήρα;»
Ο Κωνσταντής σηκώθηκε και την αγκάλιασε. «Όχι Λεμονιά μου, όχι. Σου υπόσχομαι ότι όλα θα γίνουν όπως τα θέλεις. Θα κάνεις όμως λίγη υπομονή ακόμα, έτσι; Θέλουν χρόνο και οργάνωση αυτές οι δουλειές. Σύμφωνοι;» Τι να πει η Λεμονιά; Μπορούσε να κάνει κι αλλιώς; Θα περίμενε.
Τέσσερα χρόνια πέρασαν μέχρι να οργανώσει τις δουλειές του όπως τις ήθελε ο Κωνσταντής. Για να λέμε την αλήθεια, πιο πολύ καθυστερούσε μέχρι να πάρει απόφαση ότι θα γινόταν πια στεριανός, η δουλειά ήταν τόσα χρόνια πολύ καλά στρωμένη. Βρήκε τους ανθρώπους που έπρεπε κι έβαλε τον καρδιακό του φίλο και τον πιο έμπιστό του άνθρωπο κουμάντο στο γραφείο του Πειραιά.
Τους καπετάνιους του δεν τους φοβόταν, χρόνια πολλά είχαν δοκιμαστεί κοντά του. Εκείνος θα κράταγε το κουμάντο απ’ το νησί, είχε από καιρό κανονίσει να φτιαχτεί όπως έπρεπε ένα δίπατο σπίτι που είχε αγοράσει κοντά στο λιμάνι. Σιγά-σιγά όλα έπαιρναν το δρόμο τους. Κι η θάλασσα; Το κύμα, ο ουρανός, η αλμύρα πάνω στα χείλη, η κόντρα του τιμονιού στις παλάμες; Μην τα σκέφτεσαι αυτά, έλεγε στον εαυτό του, το έταξες και θα το κάνεις!
Πίσω στο νησί η Λεμονιά δεν μέτραγε τις μέρες, τι νόημα θα είχε, το ‘ξερε ότι θα ήταν πάρα πολλές. Περνούσε τον καιρό της με τις δουλειές του σπιτιού, τον κήπο της, το μποστανάκι της, τις «ευλογίες» της που γίνονταν όλο και πιο πολλές και με συντροφιά την Καλλιόπη.
Η Καλλιόπη… ο Θεός να την έχει καλά! Λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι τους έμενε η κυρά Ευτέρπη με τον άντρα της και τα έξη παιδιά της, πέντε κόρες κι ένα γιο. Φτωχοί άνθρωποι, ένας Θεός ξέρει πώς θα τα έφερναν βόλτα αν δεν υπήρχε το χωριό και η Αννίκα. Ο πατέρας μ ‘ένα πόδι κι ένα χέρι, στα σαράντα του έσπασε το παλάγκο σ’ ένα φόρτωμα και τον σακάτεψε. Η κυρά Ευτέρπη έκανε ό,τι μπορούσε και ό,τι δεν μπορούσε. Ξενόπλενε, ξενοκαθάριζε, ύφαινε, έπλεκε και κεντούσε. Σιγά-σιγά και τα κορίτσια της το ίδιο με πρώτη και καλύτερη τη Μαριώ, τη μεγάλη της. Άχαρη και λίγο κακομούτσουνη η Μαριώ, αλλά στις δουλειές πρώτη. Γελαστή και πάντα πρόθυμη και νοικοκυρά απ’ τις λίγες. Όλα τα προλάβαινε και σε τίποτα δεν έλεγε όχι, ειδικά στην Αννίκα και τη Λεμονιά. Απάντρευτη είχε μείνει, αλλά δεν την ένοιαζε καθόλου. Έχω παιδιά, έλεγε, τα παιδιά των αδελφιών μου. Στερνοπούλι της Ευτέρπης η Καλλιοπίτσα. Ό,τι έλειπε από ομορφιά στη Μαριώ περίσσευε στην Καλλιόπη, άγγελος σκέτος και προκομμένη όπως όλα τα θηλυκά της οικογένειας. Στα δεκαπέντε της πια, δεν χόρταινες να την καμαρώνεις.
Από καιρό πολύ το σκεφτόταν η Λεμονιά κι όταν έμαθε και τις αποφάσεις του γιου της φώναξε το Γιωργή, ένα παλληκαράκι που δούλευε σαν ταχυδρόμος και του είπε γράφε! Κωνσταντή μου, το και το. Συμφωνείς; Ε, σιγά μην έλεγε όχι ο Κωνσταντής! Γέμισε ένα απόγευμα ένα καλάθι η Λεμονιά και χτύπησε την πόρτα της Ευτέρπης.
Η Καλλιόπη της άνοιξε την πόρτα. Φώτισε το πρόσωπό της όταν την είδε, πολύ την αγαπούσε αυτή τη γυναίκα. «Καλλιόπη, είναι εδώ η μητέρα σου κι ο πατέρας σου; Θέλω να τους μιλήσω.» Σκοτώθηκε η Καλλιόπη να τους φωνάξει, την Ευτέρπη απ’ τον αργαλειό και τον πατέρα της απ’ την αυλίτσα και μετά βγήκε απ’ το σπίτι και τους άφησε μόνους τους.
Έτσι κι έτσι, τους είπε η Λεμονιά. Εμείς ένα παιδί έχουμε, η Παναγιά να το προστατεύει και δόξα τω Θεώ το «έχει» μας κρατάει καλά. Ο γιος μας δεν έχει ανάγκη από τίποτα κι ας μη δουλέψει ποτέ του. Εγώ μόνη μου έμεινα πια, μέχρι να ξεκόψει απ’ τη θάλασσα ο άντρας μου. Μου δίνετε την Καλλιοπίτσα για ψυχοκόρη; Σαν παιδί μου θα την έχω κι όταν βρεθεί ένα καλό παιδί θα την προικίσω και με το παραπάνω , δεν θα έχει να νοιαστεί για τίποτα. Σκεφτείτε το και μου λέτε. Έτσι κι αλλιώς γείτονες είμαστε, δεν θα το χάσετε το παιδί σας. Τι να σκεφτούν, έπιασαν τα χέρια της και τα φίλαγαν.
Έτσι βρέθηκε η Καλλιόπη στο σπίτι της Λεμονιάς. Όταν μπήκε δειλά-δειλά στο δωμάτιο που της είχε ετοιμάσει, έβαλε τα κλάματα.
Όχι ότι το δωμάτιο είχε τίποτα μεγαλεία, όχι. Ένα απλό δωμάτιο ήταν που έβλεπε στη θάλασσα. Είχε όμως κρεβάτι κανονικό και κομοδίνο και ντουλάπα. Και μια ωραία κεντητή κουρτίνα. Θαμπώθηκε η Καλλιόπη, που κοιμόταν τόσα χρόνια στρωματσάδα με τ’ αδέλφια της και τώρα μόνη της σε μια ξύλινη τάβλα μ’ αχυρόστρωμα στο μαγερειό. Το πρώτο πράγμα που έκανε η Λεμονιά μετά την εγκατάσταση της Καλλιόπης, ήταν να πάει στο δάσκαλο. Η κοπέλα είχε πάει δυο χρονιές στο σχολείο, αλλά μετά σταμάτησε, η οικογένεια είχε ανάγκη από χέρια.
«Πόσες φορές τη βδομάδα μπορείς να έρχεσαι σπίτι μου δάσκαλε; Αυτό κι αυτό θέλω και δεν θα σ’ αφήσω έτσι!» Τίποτα δεν ήθελε ο δάσκαλος, να βοηθήσει στο ψυχικό ήθελε μόνο. Κάθε φορά βέβαια έφευγε απ’ το σπίτι μ’ ένα καλάθι πιο μεγάλο απ’ το μπόι του, Λεμονιά ήταν αυτή!
Απ’ την πρώτη κιόλας μέρα η ζωή της Λεμονιάς άλλαξε. Το σπίτι της φωτίστηκε, το ίδιο κι η καρδιά της. Το κορίτσι ήταν μια ευλογία. Όμορφο, χαρούμενο, σεβαστικό, προκομμένο. Διάβαζε με απίστευτη επιμέλεια τα μαθήματά της, βοηθούσε στο νοικοκυριό και τον κήπο, νοιαζόταν για όλα και, το κυριότερο, γελούσε. Όποτε είχε μάθημα, καθόταν με το δάσκαλο στο μεγάλο τραπέζι της σάλας κι η Λεμονιά έπλεκε στην πολυθρόνα της και καμάρωνε με την εξυπνάδα της Καλλιόπης. Σιγά- σιγά της έμαθε κι εκείνη ό,τι ήξερε και δεν ήξερε κι η Καλλιόπη ρούφαγε σαν σφουγγάρι. Κάθε μέρα ανελλιπώς, νωρίς το απόγευμα, πήγαινε κι έβλεπε τους δικούς της και πάντα κάτι τους κράταγε. Και μετά γύριζε σπίτι και καθόντουσαν οι δυο τους στη σάλα στις αντικριστές πολυθρόνες. Κεντούσαν ή έπλεκαν και μιλούσαν με τις ώρες. Η Λεμονιά είχε ήδη αποφασίσει την προίκα της Καλλιόπης, τόσα χωράφια και σπίτια είχαν στο νησί, άσε τα τρία ακίνητα στον Πειραιά και τις λίρες. Κι όταν την πάντρευε με το καλό, θα έδινε κι ένα σπιτάκι στην Ευτέρπη και τον άντρα της να φύγουν απ’ το ερείπιο. Όλα τα είχε σκεφτεί με κάθε λεπτομέρεια. Είχε φωνάξει και το νοτάριο να της τα γράψει πρόχειρα σ’ ένα χαρτί μην τυχόν και ξεχάσει τίποτα.
Πόσο πιο εύκολα πέρασαν για τη Λεμονιά τα τέσσερα τελευταία χρόνια με τη συντροφιά της Καλλιόπης! Σ’ αυτό το διάστημα ο Κωνσταντής είχε έρθει τέσσερις φορές κι ο Νικόλας μία όλη κι όλη. Δεύτερος είχε γίνει πια και ταξίδευε μ’ ένα τεράστιο γκαζάδικο στον Ατλαντικό. Κανένας απ’ τους δύο δεν είχε βρεθεί στο νησί σε μέρες γιορτινές γι αυτό κι η Λεμονιά Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο καλούσε όλη την οικογένεια της Καλλιόπης και το δάσκαλο και έκανε ένα τεράστιο τραπέζι, σαν κι αυτό που δεν έγινε ποτέ τη μαύρη χρονιά που χάθηκε ο πατέρας της. Με τη βοήθεια της Μαριώς και της Καλλιόπης, της φαινόταν παιχνιδάκι!
Αρχές Οκτώβρη ήταν κι η Λεμονιά με την Καλλιόπη χάζευαν πρωί-πρωί το μποστάνι τους που είχε γίνει άλλο τόσο. «Σε λίγο θα τα πηγαίνουμε στο Λάμπη να τα πουλάει», αστειεύτηκε η Καλλιόπη. Ο Λάμπης ήταν ο ξάδελφος του καημένου του Δημητρού, που είχε κληρονομήσει το μπακάλικο. Γέλασε κι η Λεμονιά. «Όσο τα χρειαζόμαστε για την ευλογία, δεν θα χρειαστεί», της απάντησε. «Σιγά-σιγά ν’ αρχίσουμε να ξεβοτανίζουμε και να σκάβουμε, σε λίγο πρέπει να φυτέψουμε τα καινούργια».
«Κυρά Λεμονιά, κυρά Λεμονιά!» ακούστηκε το ξεφωνητό του Γιωργή από την μπροστινή αυλή. «Αμάν αυτό το παλληκάρι», γέλασε η Λεμονιά, «έχεις γράμμα και το μαθαίνει όλο το χωριό!» Γράμμα απ’ τον Κωνσταντή. Τέλος Νοέμβρη θα ‘ρχόταν, της διάβασε η Καλλιόπη. Δαγκώθηκε λίγο μέσα της η Λεμονιά, από τότε που πνίγηκε ο πατέρας της ο Νοέμβρης την τρόμαζε, αλλά δεν είπε τίποτα. Όλα καλά θα πήγαιναν, με τη βοήθεια του Θεού, όλα καλά.
24 Νοέμβρη ήρθε τηλεγράφημα, στις 26 έφτανε ο Κωνσταντής. Η Λεμονιά τα είχε όλα έτοιμα, ακόμα και το μποστάνι. Δεν υπήρχε ούτε μια τόση δα μεριά στο σπίτι, στον κήπο, στο μποστάνι που να μην είχε καθαριστεί και τακτοποιηθεί. Είχε φωνάξει και το Μήτρο να της βάψει την αυλόπορτα και το φράχτη, ήθελε να είναι όλα στην εντέλεια. Την πονούσε λίγο η μέση της βέβαια, αλλά δεν έδινε και πολλή σημασία. Βαδίζεις στα σαρανταέξη, θύμισε στον εαυτό της και έχεις φαγωθεί με τον κήπο και το μποστάνι, τι περίμενες. Σαρανταέξη εκείνη, κοντά στα εξήντα ο Κωνσταντής, πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια. Πότε ήταν που ήρθε και τη ζήτησε μαζί με τη μάνα του κι εκείνα τα αγριολούλουδα στο χέρι, σαν χτες της φαινόταν!
Στις 26 το πρωί, ντύθηκε ζεστά έκανε το σταυρό της και κατέβηκε στο λιμάνι. Ο βοριάς ήταν δυνατός, ο καιρός είχε αρχίσει να αγριεύει κι ο χειμώνας ήταν μπροστά τους. Όλα θα πάνε καλά, είπε μέσα της. Έκατσε σ’ ένα τραπέζι στην άκρη του καφενέ για να βλέπει πέρα απ’ το λιμάνι κι έσφιξε το πανωφόρι της. Ο Γιάννης βγήκε απ’ την πόρτα και ήρθε κοντά της. «Έλα μέσα κυρά μου, θα ξεπαγιάσεις! Θα βλέπεις κι από μέσα!» Όχι, θα καθόταν έξω, έτσι κι αλλιώς ο καφενές δεν ήταν για γυναίκες. Ένα τσάι ήθελε μόνο, να ζεσταθεί το μέσα της. Δυο ώρες έκατσε εκεί σαν άγαλμα, ούτε το κρύο δεν ένιωθε πια, μέχρι που φάνηκε το καράβι. Δεν σηκώθηκε, περίμενε. Έτσι κι αλλιώς μέχρι να μπει στο λιμάνι και να δέσει είχε πολλή ώρα ακόμα. Μόλις δέθηκε κι ο τελευταίος κάβος, σηκώθηκε, πλησίασε το καράβι και στάθηκε μπροστά στη σκάλα. Με κομμένη την ανάσα περίμενε τον Κωνσταντή να κατεβεί. Όταν την πλησίασε, η Λεμονιά δεν έκανε καμία κίνηση, μόνο τον κοίταξε με αγωνία. «Όλα εντάξει Λεμονιά μου, όλα εντάξει! Τελείωσε!»
Αν δεν ντρεπόταν τον κόσμο γύρω της, θα τον άρπαζε και θα τον φίλαγε σαν τρελή, αλλά συγκρατήθηκε. Έπεσε μόνο στην αγκαλιά του και τον έσφιγγε όσο πιο δυνατά μπορούσε. «Καλωσόρισες άντρα μου, καλωσόρισες, σ’ ευχαριστώ Παναγιά μου, δοξασμένο τ’ όνομά σου!»
Άλλαξαν οι ρυθμοί στο σπίτι, υπήρχε άντρας τώρα μέσα. Φαγητά, γλυκά, λουλούδια στα βάζα, επισκέπτες στη σάλα. Κάθε πρωί μετά τον καφέ, ο Κωνσταντής κατέβαινε στο «γραφείο» κι οι γυναίκες έπιαναν τις δουλειές. Τι θα μαγειρέψουμε, πότε θα πλύνουμε, μην ξεχάσουμε να ξεσκονίσουμε και να σφουγγίσουμε, α! να δούμε τα ζαρζαβατικά και μην ξεχάσουμε την παραγγελία στο Λάμπη. Πρώτη φορά ζούσε έτσι η Λεμονιά και της φαινόταν ότι ήταν άλλος άνθρωπος! Λίγο καιρό μετά ο Μιχάλης του Πολύζου ζήτησε την Καλλιόπη. Είχαν έρθει κι άλλα προξενιά, αλλά η Λεμονιά δεν είχε σκοπό να χαλαλίσει την ψυχοκόρη της και πολύ ευγενικά τα έστειλε από κει που ήρθαν. Ήξερε πολύ καλά τι σόι άνθρωποι ήταν όλοι στο νησί. Ο Μιχάλης του Πολύζου ήταν σοβαρός και μετρημένος, το «έχει» του ήταν σαν το δικό τους και δεν είχε ανάγκη την προίκα της Καλλιόπης. Το συζήτησε με τον άντρα της, το συζήτησε και με την Καλλιόπη που έγινε σαν παπαρούνα η πονηρή και το αποφάσισε. Καιρό είχε να δει τέτοια αρραβωνιάσματα το νησί, τίποτα δε λυπήθηκαν η Λεμονιά κι ο Κωνσταντής. Κόρη τους να ‘ταν η Καλλιόπη, τέτοιο γλέντι δεν θα ‘καναν!
Ήρεμα περνούσε ο καιρός, η θάλασσα τους είχε συμπονέσει κι όλα τα παλληκάρια γύριζαν σώα στις φαμίλιες τους. Ένα γεγονός μόνο τους αναστάτωσε για λίγο αλλά σε λίγο ξεχάστηκε κι αυτό. Ένα κρανίο, ένα γυμνό κρανίο είχε ξεβραστεί στην άκρη του λιμανιού μπροστά στο μπακάλικο του Δημητρού, ο Θεός να τον αναπαύσει. Σταυροκοπήθηκαν οι γυναίκες, έβγαλαν τους σκούφους οι άντρες και φώναξαν τον καντηλανάφτη που ‘ταν και νεκροθάφτης. Το πήρε αυτός και το παράχωσε σε μια άκρη του νεκροταφείου. Διάβασε δυο λόγια ο παπάς, κάρφωσαν κι έναν ξύλινο σταυρό κι έτσι, χωρίς όνομα και πολλά-πολλά θάφτηκε το τελευταίο απομεινάρι της Λένης, που ‘χε πέσει στα βράχια της Πειραϊκής μια βδομάδα μετά που έφυγε απ’ το σπίτι της για να κρύψει την αθέλητη ντροπή της.
Στο χρόνο απ’ το γάμο της η Καλλιόπη έκανε το γιο, ένα ξανθό αφράτο αγοράκι που δε χόρταινες να το κοιτάζεις. Ζόρικος ήταν ο μικρός, φαγανός και κλαψιάρης, αλλά η μάνα του ήταν νέα κοπέλα και άντεχε και την κούραση και το ξενύχτι. Ο Μιχάλης είχε φέρει στο σπίτι ένα κορίτσι να βοηθάει την Καλλιόπη στη λάτρα, υπήρχε κι η Λεμονιά που προλάβαινε κάθε ανάγκη τους κι έτσι η μωρομάνα νοιαζόταν μόνο για το καμάρι της. Ο Κωνσταντής κι η Λεμονιά ένιωθαν σαν να είχαν αποκτήσει το πρώτο τους εγγόνι και σάμπως δεν ήταν; Σαν κόρη τους φερόταν η Καλλιόπη κι ο άντρας της ήταν ένα εξαιρετικό παλληκάρι που τους σεβόταν και τους υπολόγιζε και τους θεωρούσε μέλη της οικογένειας. Είχε μάτια μόνο για τη γυναίκα και το γιο του και φρόντιζε να μην τους λείπει τίποτα. Εξάλλου ο Μιχάλης δεν έλειπε συνέχεια στη θάλασσα. Έκανε κάποια ταξίδια για να κανονίζει τις υποθέσεις του και τον περισσότερο καιρό βρισκόταν στο νησί κοντά στην οικογένειά του που με τον καιρό μεγάλωνε. Άλλα τρία παιδιά έκανε η Καλλιόπη, ένα αγόρι και δυο κορίτσια και στη μια της κόρη έδωσε το όνομα της Λεμονιάς.
Ένα απόγευμα του Μάρτη η Καλλιόπη είχε πάρει τα τέσσερα παιδιά της και είχε πάει επίσκεψη στη δεύτερη μάνα της. Μαζί με το Μαριώ βέβαια, δεν ήταν εύκολο να κουλαντρίσεις τόσα παιδιά με διαφορά ένα χρόνο το ένα απ’ τ’ άλλο. Έκατσαν στη σάλα ένα γύρο οι μεγάλοι να έχουν τα μικρά στη μέση. Έφερε γλυκά του κουταλιού η Λεμονιά και για τα μικρά μπισκότα και παστίτσια, το τζάκι έκαιγε και ζέσταινε το μεγάλο δωμάτιο, δάγκωνε ακόμα πολύ ο Μάρτης. «Πάω να φτιάξω και καφέ» είπε. «Όχι» πετάχτηκε πάνω η Καλλιόπη, «εγώ θα φτιάξω». Δεν έφερε αντίρρηση η Λεμονιά, έκατσε στη θέση της και καμάρωνε τα μικρά που έπαιζαν. Τ’ αγόρια μ’ ένα τόπι που μάταια προσπαθούσαν να κλωτσήσουν ίσια και οι δυο κόρες με μια μεγάλη κούκλα που είχε φέρει ο Κωνσταντής απ’ τον Πειραιά. Ήρθαν οι καφέδες κι ο Κωνσταντής έβγαλε να φτιάξει το στριφτό του. Τη στιγμή που το έβαζε στο στόμα του, έκανε ένα μορφασμό και διπλώθηκε στα δύο. Το πρόσωπό του είχε ασπρίσει κι η αναπνοή του έβγαινε δύσκολα. Πετάχτηκαν όρθιες η Λεμονιά κι η Καλλιόπη, το Μαριώ γέμισε ένα ποτήρι νερό, δεν ήξεραν τι να κάνουν. Του χτύπησε τα μάγουλα η Λεμονιά, τον τράνταξε για τα καλά κι ο Κωνσταντής συνήλθε. «Είσαι καλά, είσαι καλά;» ρωτούσε συνέχεια η Λεμονιά. «Καλά είμαι Λεμονάκι μου» απάντησε ο Κωνσταντής, «πάει, πέρασε!» «Τι πέρασε Κωνσταντή μου, μας λαχτάρησες! Τ’ ήταν αυτό που πάθαμε Παναγιά μου! Τι έπαθες Κωνσταντή μου;»
Ένας πόνος δυνατός στο στήθος ήταν, πέρασε, τελείωσε. Η Λεμονιά δεν το συνέχισε, θα περίμενε να φύγουν τα παιδιά και μετά θα το συζητούσε, δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει έτσι. Ένας πόνος βρε Λεμονιά μου ήταν, πώς κάνεις έτσι, κάτι θα με πείραξε. Τι σε πείραξε Κωνσταντή, η βραστή κότα; επέμενε η Λεμονιά. Καλά, υποχώρησε ο Κωνσταντής, αύριο θα πάω στο γιατρό στη χώρα. Όχι, θα πας στον Πειραιά, μαζί θα πάμε, ευκαιρία είναι να τον δω κι εγώ.
Για φαντάσου! Σ’ ένα τόπο που τον τύλιγε από παντού η θάλασσα, με πατέρα και άντρα καραβοκύρηδες η Λεμονιά δεν είχε μπει ποτέ σε καράβι. Όταν ήταν μικρή, ο πατέρας της την έβαζε στη βάρκα και πηγαίνανε μέχρι τον πέρα κάβο κι αυτό ήταν όλο. Μετά από δυο μέρες, μια ωραία λιακάδα ο Κωνσταντής κι η Λεμονιά μαζί με το Μιχάλη που είχε έρθει να τους συνοδεύσει κι ένα βαστάζο κατηφόριζαν προς το λιμάνι. Μπήκαν στο καράβι του καπετάν Γεράσιμου που θα ‘κανε δρομολόγιο για Πειραιά. Κουνάει, σκέφτηκε η Λεμονιά, αλλά θα συνηθίσω. Πήγε και κάθησε στην πλώρη, όσο ο Κωνσταντής τα έλεγε με τον καπετάν Γεράσιμο. Ένιωσε κάτω απ’ το κορμί της την άγκυρα να βιράρει και κρατήθηκε καλά. Και μετά το σκαρί άρχισε να γλιστράει πάνω στη θάλασσα. Η Λεμονιά άκουγε τον παφλασμό όπως άρχιζαν να σκίζουν τα κύματα κι ένιωθε στο πρόσωπό της το αεράκι ανάκατο με τις αλμυρές σταγόνες. Τι πρωτόγνωρη αίσθηση ήταν αυτή για τη γυναίκα! Μαγεμένη κοιτούσε το γαλανό ουρανό και τον αφρό των κυμάτων, έβλεπε πίσω της το νησί που ξεμάκραινε και δεν χόρταινε ν’ ανασαίνει αυτόν τον διαφορετικό αέρα. Και τότε ένιωσε λίγο τον πατέρα της, τον άντρα της, το γιο της κι όλους τους άντρες του νησιού που ήταν δεμένοι μ’ αυτήν την πλανεύτρα και δεν μπορούσαν να κόψουν τα δεσμά. Μεγάλη πλανεύτρα η θάλασσα, πολύ μεγάλη!
Τέσσερις μέρες έμειναν στον Πειραιά. Ούτε λίγο ούτε πολύ ο Κωνσταντής είχε κάποιο πρόβλημα στην καρδιά. Δεν ήταν και για θάνατο, ήθελε λίγη προσοχή είπε ο γιατρός. Προσοχή με το φαγητό, με το κρασί, με τις ανηφόρες, με όλα τέλος πάντων ήθελε λίγο προσοχή και θα έπαιρνε κι ένα δυο φάρμακα. Ο Κωνσταντής μούτρωσε σαν πιτσιρίκι που του έπαιρναν το παιχνίδι. «Δηλαδή, βρε Λεμονάκι μου, έκοψα τη θάλασσα, θα κόψω κι όλα τ’ άλλα; Εγώ μια χαρά είμαι! Δεν με πήραν δα και τα χρόνια!» παραπονέθηκε στη γυναίκα του. «Τίποτα δεν θα κόψεις Κωνσταντή μου, τίποτα! Μόνο να, θα προσέχεις λιγάκι περισσότερο, δεν θα κουράζεσαι πολύ και δεν θα θέλεις μισό κόκορα στην καθησιά σου, αυτό! Και στον καφενέ δε θα τρως με τις οκάδες τη λούτζα και θα κρατάς ένα μέτρο στο τσίπουρο!» «Μα Λεμονιά μου, εγώ δεν πίνω πολύ, το ξέρεις! Δυο τρία τσιπουράκια, έτσι για το μεζέ!» «Ε λοιπόν, τώρα θα πίνεις ένα και θα τρως λιγότερο μεζέ!» Αν μπορούσε ο Κωνσταντής ας έφερνε αντίρρηση. Η Λεμονιά ήταν ικανή να πηγαίνει στον καφενέ μαζί του!
Δεν της έκανε και μεγάλη εντύπωση ο Πειραιάς της Λεμονιάς. Μόνο τα μαγαζιά λίγο, γιατί ήταν μεγάλα κι έβρισκες μέσα του κόσμου τα πράγματα! Κοντά στο λιμάνι ξετρύπωσε ένα μαγαζί με εσώρουχα. Πήρε κάμποσες σκελέες και μάλλινες φανέλες για τον Κωνσταντή , αγόρασε και μερικά βαμβακερά δικά της. Πήγε και στο παπουτσάδικο του Τσακαλιάν, μια γνωστή της είχε πει το όνομα και της είχε μείνει, για παντόφλες και παπούτσια. Πήρε και παντόφλες της Ευτέρπης και της Μαριώς και της Καλλιόπης και παπούτσια για τα παιδιά της τελευταίας και κάτι άλλα μικροπράγματα που δεν έβρισκε σε τόση ποικιλία στο νησί. Πήρε και μια ωραία δερμάτινη βαλίτσα με λουριά, φόρτωσε μέσα τα πεσκέσια της και γύρισε στο νησί της περιχαρής. Καλός ο Πειραιάς, αλλά σαν την ανοιχτωσιά του νησιού δεν ήταν πουθενά!
Μην ξεγελαστεί κανείς με τα ψώνια της Λεμονιάς και σκεφτεί ότι παραγνώριζε το πρόβλημα του Κωνσταντή, καθόλου μάλιστα!
Τον παρακολουθούσε άγρυπνα και είχε ήδη οργανώσει στο μυαλό της τη ζωή τους από δω και πέρα με κάθε λεπτομέρεια. Δε γλίτωσε ο άντρας της απ’ τη θάλασσα για να της τον πάρει τώρα μια αρρώστια! Διακριτικά, ήρεμα και σταθερά άλλαζε σιγά-σιγά κάποιες καθημερινές συνήθειες. Ήθελε, είπε για παράδειγμα, να ξεκουράζεται λίγο το μεσημέρι, οπότε ο Κωνσταντής έπρεπε να γυρίζει λίγο νωρίτερα απ’ το γραφείο στο λιμάνι για να τρώνε έγκαιρα. Ήξερε ότι οι άλλοι άντρες πήγαιναν στον καφενέ μετά τις δώδεκα, οπότε έφερνε τον Κωνσταντή άρον-άρον κατά τις δωδεκάμιση για να μην προλαβαίνει να πολυκάθεται μαζί τους. Και τα ζαρζαβατικά τους ήταν πάρα πολλά, πόσα να μοιράσει πια; Ήταν κρίμα να κάνει τόσο κόπο και τη νοστιμιά τους να τη χαίρονται μόνο οι άλλοι, έπρεπε κι αυτοί να τρώνε περισσότερα. Κι οι μακαρούνες απ’ την Κάρπαθο, σαν να μην ήταν τόσο φρέσκιες όσο παλιά, μάλλον θα σταματούσε να παραγγέλνει, όσο για τη λούτζα, δεν της άρεσε καθόλου αυτή που της είχε φέρει ο Αρτέμης την τελευταία φορά, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί είχε χαλάσει τόσο τη γεύση της. Αυτά τα μοντέρνα συστήματα που είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί θα φταίνε!
Τι να κάνει η καημένη η Λεμονιά; Σκαρφιζόταν ότι μπορούσε για να προστατέψει τον άνθρωπό της απ’ οτιδήποτε του έκανε κακό και τα κατάφερνε μια χαρά!
Μια πληγή είχε μόνο πάντα μέσα της, μια μεγάλη πληγή, το Νικόλα της. Λάτρευε την Καλλιόπη και τα παιδιά της, ήταν γι αυτή η κόρη και τα εγγόνια της, αλλά μέρα νύχτα στο μυαλό της ήταν το σπλάχνο της. Τον έβλεπαν σπάνια, ο Νικόλας ήταν πια πρώτος και τα ταξίδια του ήταν όσο μεγάλα ήταν και τα πλοία που καπετάνευε. Κάθε δέκα μέρες, χωρίς καμία παρέκκλιση υπαγόρευε στην Καλλιόπη το γράμμα στο γιο της με όλα τα μικρά και τα μεγάλα που ήθελε να του πει. Οι τελευταίες λέξεις ήταν πάντα «Καλή αντάμωση». Σ’ ένα από τα τελευταία γράμματα του είχε εξιστορήσει με κάθε λεπτομέρεια το πρόβλημα υγείας του Κωνσταντή, χωρίς όμως να υπερβάλει. Δεν ήθελε να σκεφτεί το παιδί της ότι εκμεταλλευόταν την αρρώστια του άντρα της για να εκβιάσει την επιστροφή του. Ο Νικόλας είχε πράγματι ανησυχήσει και τα γράμματά του ήταν τώρα λίγο πιο συχνά, αλλά δεν μπορούσε να παρατήσει το καράβι στο έλεος του Θεού και να γυρίσει πίσω. Της είχε υποσχεθεί όμως ότι θα γυρνούσε όσο πιο σύντομα τα κατάφερνε και θα καθόταν λίγο παραπάνω μαζί τους. Και πράγματι, κράτησε το λόγο του. Κι όλες τις φορές που ήρθε η Λεμονιά ένιωθε ότι της χάριζαν τον ουρανό με τ’ άστρα, μόνο τότε ό κόσμος της ήταν ολόκληρος.
Το τελευταίο γράμμα του Νικόλα το έλεγε συνέχεια από μέσα της. Κι είχε κολλήσει σ’ αυτή τη μεγάλη έκπληξη που της έγραφε, τι να εννοούσε άραγε; Αχ αν είχε τηλέφωνο, εκατό φορές είχε πει του Κωνσταντή να βάλουνε, αλλά εκείνος έλεγε ότι έφτανε που τον τρέλαινε όλη μέρα στο γραφείο, δεν θα τον τρέλαινε και στο σπίτι. Καθόλου δεν το χώνευε!
Ο μήνας περνούσε αργά. Παρόλο που η Λεμονιά είχε θυμηθεί τον παλιό καιρό, όταν καθαριζόταν κάθε σπιθαμή του σπιτιού και φροντίζονταν τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια εν αναμονή της άφιξης του πατέρα της ή του Κωνσταντή, και παρόλο που όλη μέρα δεν έπαιρναν ανάσα κοντά της η Καλλιόπη κι η Μαριώ, της φαινόταν ότι οι μέρες δεν περνούσαν. Η καημένη η Καλλιόπη άφηνε κάθε μέρα τα παιδιά της στην Κατίνα, την ψυχοκόρη και στη γιαγιά Ευτέρπη και πήγαινε αξημέρωτα στη Λεμονιά. Ο Κωνσταντής πήγε να γκρινιάξει κάποια στιγμή ότι δεν είχε μέρος να σταθεί, αλλά η Λεμονιά τον κοίταξε αυστηρά με τα μάτια της που είχαν γίνει λαδοπράσινα με μια υποψία γκρι και δεν ξαναμίλησε ο έρημος. Όχι ότι δεν είχε κι αυτός το μερίδιο του στις ετοιμασίες. Είχε φέρει δυο μάστορες, δυο παλληκάρια ίσαμε κει πάνω και είχαν κάνει ό,τι μερεμέτι υπήρχε και είχαν βάψει ότι δεν είχε βαφτεί τα τελευταία τρία χρόνια. Όταν τελείωσαν, η Λεμονιά τα επιθεώρησε όλα διεξοδικά και κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι της. Όσο γίνονταν οι δουλειές η Λεμονιά σημείωνε τι ψώνια έπρεπε να γίνουν, τι φαγητά θα μαγειρευτούν και τι γλυκά θα ετοιμαστούν. Η Καλλιόπη τα σημείωνε δηλαδή, η Λεμονιά υπαγόρευε. Δυο μέρες έτριβαν ασημικά κι έπλεναν γυαλικά, τόσο που στο τέλος της δεύτερης μέρας τα χέρια τους είχαν πρηστεί και είχαν κατακοκκινίσει. Αλλά η Λεμονιά ήταν ασταμάτητη. Κι όλο δούλευε τα πάντα στο μυαλό της και φοβόταν μην είχε ξεχάσει τίποτα, μην είχε αμελήσει κάποια λεπτομέρεια.
Όταν πέρασε ο μήνας, κάθε μέρα περίμενε με αγωνία το τηλεφώνημα, τόσο που όταν ο Κωνσταντής της είπε ότι ο Νικόλας θα ‘ρχόταν σε πέντε μέρες τον κοίταξε στην αρχή με δυσπιστία και μετά με πανικό. «Παναγία μου, θα προλάβω;» Ε, δεν άντεξε κι ο Κωνσταντής και της έβαλε τις φωνές. «Για όνομα του Θεού, βρε Λεμονιά μου! Θα έρθει ο γιος μας και θα σε βρει πεθαμένη, τι να προλάβεις; Όλα έτοιμα τα έχεις! Μπα σε καλό σου!»
Κι ήρθε ο Νικόλας. Κι ήταν όλα έτοιμα και κόντεψε να λιγοθυμήσει η Λεμονιά απ’ τη χαρά της και πήγαινε κι ερχόταν και καμάρωνε αυτόν τον όμορφο και ψηλό και γεροδεμένο άντρα που ήταν ο γιος της κι έφαγαν όλοι μαζί και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους κι αντάλλαξαν ευχές κι αγάπη. Κι όταν ο Νικόλας, στα σαράντα του πια κι αυτός, τους είπε ότι ο πλοιοκτήτης του πρότεινε να γίνει αρχικαπετάνιος στην εταιρία, να βρίσκεται στα κεντρικά γραφεία στη Γλυφάδα και να κάνει κάποια ταξίδια το χρόνο για να ελέγχει τα καράβια κι εκείνος είχε δεχτεί, η Λεμονιά έχασε έναν χτύπο απ’ την καρδιά της.
«Αλήθεια λες Νικόλα μου, αλήθεια παλληκάρι μου;» ρώτησε με σβησμένη φωνή η Λεμονιά.
«Ναι μάνα. Τη χόρτασα τη θάλασσα, την έφαγα με το κουτάλι. Μέσα μου είμαι γεμάτος κι ικανοποιημένος και θέλω να σας πω πόσο σπουδαίο νιώθω αυτό που κάνατε για μένα και κυρίως εσύ! Ότι όχι μόνο δεν προσπαθήσατε να με εμποδίσετε, αλλά και δεν μ’ αφήσατε ποτέ να καταλάβω πόσο πολύ σας πονούσε η επιλογή που είχα κάνει. Ο Θεός να σας έχει καλά, είμαι ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου!»
Δάκρυσε η Λεμονιά, βούρκωσε ο Κωνσταντής. Η Καλλιόπη άπλωσε το χέρι της κι έσφιξε δυνατά το χέρι της Λεμονιάς, την κοίταξε και της χαμογέλασε κι ύστερα έγειρε πάνω στον άντρα της.
Η μικρή Λεμονιά πλησίασε στο τραπέζι. «Γιαγιά Λεμονιά, πότε θα φέρεις τις δίπλες; Να πάω να πάρω μία;» Άρχισαν όλοι να γελάνε. «Ναι καλέ μάνα», είπε ο Νικόλας, «τις δίπλες κι ένα παστίτσιο σου έχω λαχταρήσει. Για έλα εδώ εσύ ξανθιά γαλανομάτα» και πήρε το κοριτσάκι στα γόνατά του. «Θέλεις να πάμε ν’ ανοίξουμε εκείνη τη μεγάλη βαλίτσα, να δούμε τι κρύβει μέσα;»
———————————————-
Ο Κωνσταντής κι η Λεμονιά καθόντουσαν στην αυλή. Αύγουστος, ο ήλιος πήγαινε στη δύση του. Ο κήπος μοσχοβόλαγε, ένα ήσυχο αεράκι χάιδευε τα φύλλα των δέντρων κι η θάλασσα στο βάθος κοκκίνιζε απ’ τον ήλιο που έσβηνε. Φωνές άρχισαν ν’ ακούγονται απ’ την ανηφοριά κι η Λεμονιά τέντωσε τ’ αυτί της. «Έρχονται,» είπε. Σε δυο λεπτά ένα ολόκληρο ασκέρι όρμησε στην αυλή, μαζί με κουλούρες, μπάλες, πετσέτες κι ομπρέλες. Ο Νικόλας με τη γυναίκα του και τους τρεις γιους του, η Καλλιόπη με το Μιχάλη και τα τέσσερα παιδιά κι ένας σκύλος. Φωνές, φασαρία, γαυγίσματα… Πάει η ησυχία του απόβραδου.
«Βγήκατε επιτέλους απ’ τη θάλασσα; Καλέ, εσείς μουλιάσατε! Δεν είσαστε παιδιά εσείς, ψάρια είσαστε!» είπε γελώντας η Λεμονιά. «Άντε να πλυθείτε… όχι μέσα Κωνσταντή», φώναξε στο μεγάλο εγγονό της, «εδώ, έξω στην αυλή, για σας το φτιάξαμε το ντους έξω! Πλυθείτε να φάμε, έτοιμο είναι το φαγητό και θα κρυώσει! Καλλιόπη, κι εσύ Κατερίνα μου, βάλτε ένα χεράκι να στρώσουμε.»
« Δυο ντους έχουμε καλέ, μην σπρωχνόσαστε. Εσείς οι δυο οι τσούπρες, ελάτε εδώ, θα σας ρίξω νερό με τη μάνικα, απαπα! Γλωσσοκοπάνες!»
ΝΥΝ ΑΠΟΛΥΕΙΣ ΤΗ ΔΟΥΛΗ ΣΟΥ ΔΕΣΠΟΤΑ!
ΤΕΛΟΣ
Άννα Παπαδοπούλου
Ομφαλός της γης ΙΙ