Mάλλον ήταν το ’42. Κατοχή στην Πάτρα. Έχω μείνει το πετσί και το κόκκαλο.

mike
By
12 Views
11 Min Read

Έρχεται ο νονός μου σπίτι μας, ήταν από το Μπεντρώνι, φαρμακέμπορος στο επάγγελμα. Εκεί στο Μπεντρώνι είχε περιουσία και έναν αδελφό που ήταν αγρότης, με μεγάλη οικογένεια με πολλά κορίτσια και ένα αγόρι ίδια με τη δική μας την οικογένεια, πέντε κορίτσια κι ένα αγόρι.

Με πήρε και με πήγε στο χωριό να πάρω πάνω μου είχα μεγάλη αδυναμία και κινδύνευα να αρρωστήσω. Με βλέπει του νονού ο αδελφός, όταν έφθασα εκεί και μου λέει: Πως κατάντησες έτσι βρε παιδάκι μου; Είχε μία κόρη συνομήλικη με μένα. Έπεσα στην εποχή που θερίζανε. Το Μπεντρώνι είναι πάνω σε ένα λόφο και το σπίτι τους ήταν όπως ανεβαίνουμε δεξιά στην άκρη κι είχαν από δίπλα τα χωράφια τους.

Αύριο μου λένε θα θερίζουμε εδώ από κάτω. Ξέρεις να μαγειρεύεις; Τι να πω δεν ξέρω. Λέω ξέρω. Να ξεραθώ, δεν είχα μαγειρέψει ποτέ μου. Που να ξέρω; Τα κοριτσάκια από δεκαπέντε χρονών μαγειρεύανε στα χωριά.

Δεν είχα μαγειρέψει ποτέ μου. Η μάνα μου μαγείρευε. Τι να κάνω ρωτάω. Φασολάκια κολοκυθάκια και πατάτες με ντομάτα. Φεύγουνε. Είχα δει εκεί δίπλα ήταν μια γριούλα γειτόνισσα. Όμως δεν κόλλαγα ποτέ. Μόλις ξεμάκρυναν πάω και της λέω: είμαι από την Πάτρα βαφτιστήρα του μπαρμπα-Γιώργη και με έφερε εδώ πέρα γιατί θα πέθαινα από την πείνα. Μου είπανε να μαγειρέψω και δεν ξέρω. Θα με βοηθήσεις; Τι σου είπανε κοριτσάκι μου να φτιάξεις; Ρώτησε η γριούλα. Έπεσα σε καλό άνθρωπο. Αυτό … κι αυτό της είπα. Κι άρχισε τις διάτες: Ανάβουμε ξύλα με αυτά μαγειρεύουμε εδώ. Η μάνα μου μαγείρευε με κάρβουνα.

Ανάβει τα ξύλα βάζει πάνω στην πυροστιά ένα μεγάλο πήλινο τσουκάλι. Αυτά που μου άφησαν τα είχα καθαρίσει τα φασολάκια κι όλα τα υπόλοιπα. Μου είχαν δείξει κι όλα τα είχα έτοιμα. Μου δείχνει λοιπόν η καημένη η γριούλα και φτιάχνω ένα φαί μέλι. Με φρέσκιες ντομάτες από το περιβόλι από τον κήπο που είχαν εκεί δίπλα στο σπίτι. Έγινε πεντανόστιμο.

Βάζω το τσουκάλι μέσα σε ένα δίχτυ και πήγα στο χωράφι που θερίζανε. Λέω να μου δώσουν ένα δρεπάνι. Πήρα την απάντηση δεν είναι εύκολο κοριτσάκι μου θα κοπείς. Δεν θα κοπώ. Η Νικολίτσα γιατί θερίζει; Μα η Νικολίτσα ξέρει. Ε!… κάποτε, και εκείνη το πρωτόπιασε. Εγώ ήθελα να βοηθήσω μην με διώξουνε. Είδα ότι εκεί πέρα δεν θα πεθάνω από την πείνα. Τουλάχιστον!

Ανοίγουν το φαί και μου λένε μπράβο Σάσα. Μα τι όνομα είναι αυτό! Με έλεγαν σάλτσα, ήταν το αστείο τους. Ρε τι φαί μας έφτιαξες, ρε σάλτσα! Τι ωραίο φαί.
Όταν φάγανε παίρνω κι εγώ το δρεπάνι. Τι είναι αυτό μου λένε; Το πήρα από τη γιαγιά δίπλα για να θερίζω. Γέλαγε ο μπαρπα- Γιώργης. Λέω μη γελάς. Γιατί η Νικολίτσα; Άσε την Νικολίτσα εσύ δεν έχεις ξαναπιάσει. Θα μάθω. Λοιπόν σε μία μιάμιση ώρα θέριζα δίπλα του. Δεν ήξερα να κάνω το χερόβολο, δεν ήξερα και να το δένω. Μου λέει ο μπαρπα- Γιώργης, όπως θα θερίζεις θα ακουμπάς κάτω , θα περάσω εγώ να τα μαζέψω. Πέρασε και τα έκανε χερόβολα κι έγινε ολόκληρη η δουλειά.

Το βράδυ πάω να κοιμηθώ μαζί με τη Νικολίτσα. Κοιμόμαστε στρωματσάδα. Πάνω στο πάτωμα φτιαγμένο με κάτι φαρδιές σανίδες. Στρώνανε κάτω. Δεν χωράγαμε, πολλά τα παιδιά. Εγώ με τη Νικολίτσα αγκαλιά. Σκεπασμένες. Με πιάνει ένας πόνος στη μέση. Ήμουνα ένα εξηνταοχτώ κι από το πολύ σκύψιμο η μέση μου διαμαρτυρήθηκε. Τόσο με πόναγε που δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Να γυρίζω απ’ εδώ να γυρίζω απ’ εκεί. Τίποτα . Η Νικολίτσα μου λέει τι έπαθες; Πονάω πολύ στη μέση μου. Και να τρέχουν τα δάκρυα. Π ό ν α γ α. Ανάβει μια λάμπα που είχανε εκεί χάμω και με βλέπει. Μούσκεμα στο κλάμα. Για κάτσε ρε παιδί μου γιατί δεν μιλάς; Φωνάζει τη μάνα της. Το κορίτσι πονάει, κλαίει. Τι έχεις βρε παιδί μου λέει αυτή. Καλή γυναίκα και καλή μάνα. Πονάει η μέση μου. Δεν άκουσες που σου είπαμε είναι και κοντό το στάρι και εσύ είσαι ψηλολέλεκας. Ήρθε και μου έκανε εντριβή με πετρέλαιο , που το σιχαίνομαι όσο τίποτα άλλο.

Αλλά δεν μ’ αφήσανε ξανά να θερίσω. Τελείωσε και το χωράφι ήτανε ένα μικρό. Μετά πήγανε σε ένα άλλο κοντά στο ποτάμι (Πείρος). Εκεί είχανε ένα κρεβάτι παλιό, είχαν βάλει και ένα παλιοστρώμα. Πήρα και κάτι βιβλία, μου τα έδωσε ο γιος τους που ήταν λίγο μεγαλύτερος από μένα. Μετά αυτός έγινε αεροπόρος. Πως θα πέρναγα την ώρα μου; Διάβαζα κάτι αστυνομικά . Μάζευα και τα στάχυα που έμεναν πίσω εκεί που θερίζανε. Ο μπαρπα- Γιώργης μου τα έβανε ξέχωρα και μου τα έδωσε. Βγάλαμε με τη μάνα μου έξη ή πέντε οκάδες αλεύρι. Είχα μαζέψει πολλά στάχυα. Αυτά τα είχαν για φαί για τις κότες μου έλεγαν. Μα είναι καλύτερες οι κότες από μένα; Μας κάνουνε αυγά. Να φάνε άλλα τους απαντάω.

Μια μέρα πήρα τα πρόβατα για βοσκή. Τα πήγα κοντά στο ποτάμι. Τα πλάγια ήταν γεμάτα αγράμπελη. Είχε ανθίσει και μοσχοβόλαγε ο τόπος. Τρελαίνομαι για αυτήν τη μυρωδιά. Είχα σκάσει από τη ζέστη. Διάβαζα. Λέω κάποια στιγμή, δεν πάω στο ποτάμι να ποτίσω τα πρόβατα. Να πλύνω και τα μούτρα μου. Το ποτάμι ήταν καθαρό. Εκεί πήγαιναν με τα καζάνια και έπλεναν τα ρούχα τους. Οπότε νάσου ένας νεαρός τσοπάνος. Δεκαεφτάρης… δεκαοχτάρης. Με είχε δει. Με είχε βάλει στο μάτι. Αφού τα είχε ποτίσει αυτός κι ήταν έτοιμος να φύγει μου λέει μωρή πατρινιά που μας κάνεις και την τσοπάνισσα, ξέρεις ποια είναι τα δικά σου; Θα σου πάρω τα καλύτερα και θα σου αφήσω τα ψωριάρικα. Μόλις τ’ ακούω δεν ήξερα να τα ξεχωρίσω. Αυτός είχε καμιά τριανταριά και εγώ είχα έξη … εφτά όλα κιόλα. Οπότε κάθομαι σε μια πέτρα και αρχίζω τα κλάματα. Σκέφτηκα αυτός θα μου αφήσει τα ψωριάρικα. Δεν ήξερα πως αλλιώς να αντιδράσω. Αυτός με είδε που έκλαιγα. Με λυπήθηκε. Άι μωρέ πατρινιά, άμα σφυρίξω τα δικά μου θα έρθουν σε μένα και τα δικά σου θα μείνουν με σένα. Μου φάνηκε περίεργο δεν το ήξερα αυτό. Είχα αμφιβολία. Τα παίρνω είχα και τον σκύλο μαζί μου.

Έρχεται ο μπαρπα- Γιώργης να δει τι κάνω και μου λέει: είχε περάσει ο νονός σου γιατί είχε δουλειά στην Αχαγιά και σου έχει φέρει ένα πακετάκι μπισκότα. Ο θεός … να τα κάνει μπισκότα. Δώσε και στη Σάσα μου είπε. Αυτός μου το έφερε όλο. Σκέψου πως ήμουνα…. εικόνα μαγική.

Κάθε πρωί μου έφερνε ένα κομμάτι ψωμί μεγάλο από καρβέλι και μια ντομάτα. Και ένα κομμάτι για τον σκύλο. Σιγά μην έδινα του σκύλου. Όταν ερχόταν ο μπαρπα- Γιώργης μυρίστηκε ότι ο σκύλος ήταν πεινασμένος. Το υποψιάστηκε. Το δίνεις το ψωμί στο σκυλί μου είπε. Λέω και βέβαια το δίνω. Κακομοίρα μου λέει θα σε δαγκώσει αν δεν το τρώει. Τι ήταν να μου το πει. Την άλλη μέρα με παγωμένη την ψυχή έδινα στον σκύλο το ψωμί του.

Λέω στον μπαρπα- Γιώργη αυτά είναι τα πρόβατά μας . Αυτά είναι. Κοίταξε τα καλά. Καλά έλα ρε σάλτσα που δεν ξέρω τα πρόβατά μας. Να αυτή είναι η τάδε , η άλλη είναι η τάδε. Τους είχε δώσει και ονόματα. Γιατί ανησυχείς. Έγινε αυτό κι αυτό. Τον πιάσανε τα γέλια. Άντε μωρέ. Τον μούργο τον ξέρω ποιος είναι θα τον βουτήξω από τ’ αυτί. Αυτός σε καλοκοιτάει και ήθελε να πιάσει κουβέντα μαζί σου ο βλάκας και σου έκανε αυτή τη λαχτάρα. Μέχρι ο μπαρπα-Γιώργης να με διαβεβαιώσει ότι δεν είχε αλλάξει τίποτα, από την αμφιβολία που είχα, είχε πάει η ψυχή μου στην κούλουρη.
Μετά είχαν γίνει τα καρύδια, είχε έρθει η εποχή τους. Φάγαμε τόσα πολλά με τη Νικολίτσα που κοντέψαμε να σκάσουμε. Μάζεψα καρύδια για τη μαμά.

Είχα αρχίσει να συνέρχομαι. Έτρωγα ό,τι μαγείρευαν. Πότε φασολάκια ποτέ φακές. Χορταρικά. Είχανε οι άνθρωποι απ’ όλα. Είχαν ψωμί ! Αυγά! Γάλα μόνο δεν έπινα.
Μετά από σχεδόν δύο μήνες έπρεπε να γυρίσω στην Πάτρα. Πώς να γυρίσω; Με είχε πάει ο νονός μου με ένα παλιοποδήλατο του γαμπρού μου, που το είχε δανείσει. Από την Πάτρα στο Μπεντρώνι με το ποδήλατο. Πιάστηκε ο πισινός μου. Πιάστηκε όλο μου το σώμα. Γύρισα με ένα κάρο γεμάτο μπάλες τριφύλλι. Με βάλανε πάνω στις μπάλες και έφυγα. Μου είχαν δώσει και αρκετά πράγματα: Ένα μπουκάλι λάδι-δυσεύρετο και πανάκριβο τότε- αλεύρι και άλλα. Όλα μαζί με μένα πάνω στο τριφύλλι. Ώρες … ταξίδι.
“Το πετσί και το κόκκαλo”
Γράφει ο Γιάννης Χρυσανθόπουλος
https://www.fractalart.gr/to-petsi-kai-to-kokkalo/

Ομφαλός της γης

add
Share This Article