Ἰησοῦς Χριστὸς: «Βησσαρίων, ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ ΤΗΝ ΠΟΡΝΕΙΑ» καὶ δάκρυσε

mike
By
5 Views
5 Min Read

Ἡ Ἑλένη Τσαούση ἱστορεῖ:

Ἀπὸ 24 ἐτῶν μοῦ ἄρεσε νὰ ταξιδεύω στὴν Αἴγινα γιὰ προσκύνημα στὸν Ἅγιο Νεκτάριο ποὺ τὸν εὐλαβοῦμαι.

Θὰ ἤμουν 45 ἐτῶν, ὅταν σκέφτηκα νὰ μποροῦσα νὰ γνωρίσω κι ἐγὼ ἕναν τέτοιον ἅγιο ἄνθρωπο. Σὲ 15 ἡμέρες στὴν Παράκληση τῶν Ἁγίων Αναργύρων στὸ Κάστρο Λαμίας ἄκουσα τὶς γυναῖκες νὰ μιλᾶνε γιὰ κάποιον Βησσαρίωνα πόσο καλὸς κι ἅγιος ἦταν. Ρώτησα καὶ πῆγα καὶ τὸν βρῆκα στὸ νοσοκομεῖο Λαμίας, ὅπου δεχόταν κάθε Τρίτη στὸ ἐκεῖ ἐκκλησάκι.

Ἕνας Παππούλης ταπεινός, μὲ τὸ κεφαλάκι του σκυμμένο, μὲ τὴ βραχνή φωνούλα του, πολύ καλοσυνᾶτος. Μοῦ τόνισε, πόση μεγάλη σημασία ἔχει τὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας κι ἐξομολογήσεως γιὰ τὴ σωτηρία μας. Τότε ἔδινε τὸ παιδί μου ἐξετάσεις στὸ Πανεπιστήμιο κι ἀνησυχοῦσα καὶ μοῦ λέει: «Μὴν ἀνησυχεῖς, τὸ παιδί σου θὰ περάσει». Προσευχήθηκε γι’ αὐτὸ καὶ πράγματι πέρασε. Σὲ κάθε μάθημα ποὺ ἔδινε τὸ παιδί μου ἔβλεπα πρὶν κι ἕνα ὄνειρο εὐλογημένο ἀπὸ τὸν Παππούλη κι ἠρεμοῦσα.

Ἀρρώστησα καὶ μοῦ ἀφαιρέθηκαν μὲ ἐπέμβαση τὰ ὄργανα τεκνοποιίας καὶ νόμιζα δὲν θὰ ζήσω νὰ μεγαλώσω τὰ δυὸ ἀγόρια μου. Ὅταν τὸν ξαναβρῆκα, μοῦ λέει: «Μὴ φοβάσαι, παιδί μου, θὰ ζήσεις». Ἔζησα χρόνια καὶ τ’ ἀποκατέστησα.

Μιὰ μέρα ποὺ βρέθηκα ἀπ’ ἔξω στὴ Μητρόποληβλέπω τὸν Παππούλη νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὸ ἀπέναντι πεζοδρόμιο σὰν νὰ μὴ περπατοῦσεσὰν νὰ μὴ πατοῦσε στὴ γῆ καὶ μ’ ἕναδυὸ βήματα ἀπὸ ἀπόσταση 20-25 μέτρων ἔφτασε μπροστά μουἄλλο πράγμα.

Κάποτε ποὺ τὸν ρώτησα ἂν μπορῶ νὰ πηγαίνω σὲ παλαιοημερολογίτικες ἐκκλησίες καὶ Μοναστήρια, μοῦ εἶπε: «Δὲν πειράζει, ἂς πηγαίνεις». Δὲν ἦταν σὲ αὐτὸ ἀπόλυτος, καθὼς θεωροῦσε ἄνευ δογματικῆς σημασίας τὴ διαφορὰ τῶν ἡμερῶν καὶ τὰ ὑπόλοιπα. (Τὸ θέμα αὐτὸ ἀνήκει στὴ σφαῖρα τῆς διάκρισης τοῦ πνευματικοῦ, ποὺ γνωρίζει τὴν πνευματική κατάσταση τοῦ προσώπου).

Ὅταν πέθανε, ἐγὼ ἐπὶ ἕναν χρόνο ἔκλαιγα ἀπὸ τὴ θλίψη μου, τὸν ἀγαποῦσα πιὸ πολὺ κι ἀπὸ τὸν πραγματικό μου πατέρα. Στὴν κηδεία του ἔνιωθες τὰ χέρια του πολὺ μαλακὰ κι εἶπε ἕνας ἱερομόναχος: «Κοιτάξτε Παππούλης θ’ ἁγιάσει». Ἅγιος ἄνθρωπος, χρόνια γύριζε μὲ τὴν εἰκόνα νὰ μαζέψει λάδι κι ἄλλα νὰ τὰ προσφέρει στοὺς φτωχούς.

Μετὰ τὴν κοίμησή του ἔψαχνα γιὰ κάποιον Γέροντα ποὺ νὰ εἶναι σὰν αὐτὸν καὶ μοῦ λέει ἕνα πνευματικό του παιδί (Ν.Ν.): «Ἄκουσα ὅτι ὑπάρχει ἕνας Βησσαρίων στη Θεσσαλονίκηπολύ καλὸς καὶ προορατικός Γέροντας». Ἀλλὰ οὔτε ὁ ἴδιος ἤξερε οὔτε φυσικὰ κι ἐγὼ πῶς νὰ τὸν βρῶ. Τότε βλέπω στὸν ὕπνο μου ὅτι βρέθηκα μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά μου μ’ ἕνα αὐτοκίνητο στὴ Θεσσαλονίκη καὶ σταματήσαμε σὲ μιὰ ἐκκλησία. Κατέβηκα μόνον ἐγὼ καὶ διάβασα «Υπαπαντή τοῦ Κυρίου». Εἰσῆλθα μέσα καὶ προσκύνησα στὸ τέμπλο μιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας ποὺ ἀπὸ κάτω ἔγραφε «Παναγία Φανερωμένη». Ξύπνησα καὶ ρώτησα τὸ παιδί μου ποὺ σπούδαζε στη Θεσσαλονίκη καὶ μὲ βεβαίωσε ὅτι πράγματι ὑπάρχει τέτοια ἐκκλησία ἐκεῖ.

Ὅταν ταξίδεψα στὴ Θεσσαλονίκη, ἐπιθύμησα μιὰ μέρα νὰ λειτουργηθῶ σὲ αὐτὴν τὴν ἐκκλησία κι εἶδα πὼς ἦταν ἴδια, ὅπως στ’ ὄνειρό μου. Ἱερουργοῦσε ἕνας σεβάσμιος ἱερομόναχος κι ἔμαθα πὼς ἦταν ὁ Βησσαρίων ποὺ ζητοῦσα. Τοῦ εἶπα τ’ ὄνειρό μου καὶ μὲ πῆρε καὶ πήγαμε σπίτι του. Βλέπω νὰ ἔχει μιὰ φωτογραφία τοῦ σκηνώματος τοῦ π. Βησσαρίωνα, ἀπόρησα καὶ ἔμεινα ἔκπληκτη. «Μοῦ τὴν ἔδωσε κάποιο πνευματικό του παιδί», μοῦ λέει.

Εἶχε καὶ μιὰ μεγάλη εἰκόνα ἀπὸ δέρμα, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δῶρο ἀπὸ τὸν Γέροντα Παΐσιο (τὸν Ἐζνεπίδη). Μιὰ φορά, εἶπε, ὅπως καθόμουνα στὴν καρέκλα, βλέπω τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ζωντανό, νὰ ἔχει βγεῖ ἀπὸ τὴν εἰκόνα καὶ νὰ στέκεται μπροστά μου καὶ νὰ μοῦ λέει «Βησσαρίων, ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ ΤΗΝ ΠΟΡΝΕΙΑ». Κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔσταξε ἕνα δάκρυ στὸ μάτι του κι ἐπανῆλθε στὴ θέση τῆς εἰκόνας κι ἀπὸ τότε ὑπάρχει τὸ σημάδι ἀπὸ τὸ δάκρυ.

Τελικὰ γνωριστήκαμε καλὰ στὸ ἑξῆς καὶ τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ γυιός μου ἔπαιρνε τὸ πτυχίο του ἦταν παρών. Τί παράξενο! Μὲ Βησσαρίωνα πέρασε ὁ γυιός μου στὸ Πανεπιστήμιο, μὲ Βησσαρίωνα πῆρε τὸ πτυχίο του. Φαίνεται πὼς ὁ πρῶτος μοῦ φανέρωσε τὸν δεύτερο γιὰ παρηγοριά.

Πρὶν δώδεκα χρόνια, κατὰ τὸ 1994, μὲ παίρνει τηλέφωνο στη Λαμία.

– Ἑλένη, θὰ ἔρθω στη Λαμία, στὸ σπίτι σου.

– Μὲ μεγάλη μου χαρά, τοῦ λέω.

– Εἶδα στὸν ὕπνο μου τὸν πατέρα Βησσαρίωνα ὁποῖος εἶναι ἅγιοςνὰ τὸ ξέρεις καὶ μοῦ εἶπε «Νὰ πᾶς στὴ Λαμία νὰ μείνεις στὸ σπίτι τῆς Ἑλένης καὶ τοῦ Θόδωρου καὶ νὰ ἔρθεις στὸ μνῆμα μου νὰ μοῦ διαβάσεις τρισάγιο».

Ἦρθε Παρασκευή, ἀνεβήκαμε Κυριακὴ στὴ Μονὴ Ἀγάθωνος γιὰ τὸ τρισάγιο κι ἔφυγε Δευτέρα πρωί. Εὐλογημένα πράγματα!

Αὐτὸς ὁ Βησσαρίων πέθανε σπίτι του τὸ 1995.

Πηγή: «Ἡ ἀφθαρσία τῆς Ἀγάπης – Ἅγιος Βησσαρίων», Κωνσταντῖνος Δ. Εὐσταθίου, ἐκδ. Ἄθως, σέλ.260-262

Συντάκτης

filippiaven

add
Share This Article