Ὁ Πατρ. Βαρθολομαῖος προκρίνει τόν αἱρετικόν ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ

mike
By
6 Views
13 Min Read

Τοῦ κ. Γεωργίου Τραμπούλη, θεολόγου

Ὁ Ὀρθόδοξος Τύπος στήν ἔκδοση τοῦ 1ου φύλλου, ἀπευθυνόμενος πρός τό ἀναγνωστικό κοινό, ἀναφέρει ὅτι “τά περισκόπια, τά ραντάρ καί τά καλειδοσκόπια τῶν συνεργατῶν τῆς ἐφημερίδος θά εἶναι ἄγρυπνα ἡμέρας τε καί νυκτός καί ἐν λειτουργίᾳ”, στήν προσπάθειά του νά ἀσκήση τό λειτούργημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς δημοσιογραφίας σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Σέ αὐτήν τήν ἐγρήγορση, μέ τήν βοήθεια πάντα τοῦ Θεοῦ, βρίσκεται ἡ ἐφημερίδα καί οἱ πολλοί συνεργάτες της μέχρι σήμερα. Ἀφορμή γιά αὐτήν τήν ὑπενθύμιση ἀποτελεῖ καί ἡ ἀποστολή πρός τήν ἐφημερίδα μίας πρόσφατης ἐπίκαιρης ὁμιλίας τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἡ ὁποία ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἡ προσπάθεια τοῦ Φαναρίου γιά τήν ἕνωση μέ τούς παπικούς βασίζεται ὄχι ἐπί θεολογικῆς βάσεως, ἀλλά καθαρά συναισθηματικῆς, στόν γνωστό διάλογο τῆς ἀγάπης, ἀλλά καί πόσο βαθειά ἔχει ἀλλοιωθῆ τό ὀρθόδοξο φρόνημα στήν Ἐκκλησία αὐτή.

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, προσκεκλημένος ἀπό τόν ἐκεῖ παπικό Ἀρχιεπίσκοπο, τόν Ἰούνιο 2026 παραβρέθηκε στήν Λιθουανία, ὅπου ἐξεφώνησε ὁμιλία κατά τίς ἐργασίες τοῦ Παγκόσμιου Ἀποστολικοῦ Συν­εδρίου «Περί Ἐλέους» τῆς παπικῆς ἐκκλησίας, μέ τήν ὁποία γιά ἄλλη μία φορά διακήρυξε ἀσύστολα τόν συγχρωτισμό τῶν ὀρθοδόξων μετά τῶν αἱρετικῶν τῆς Δύσης. Ὅμως τέτοιου εἴδους ἀνεπίτρεπτη ἑνωτική ὁμιλία μόνον πολέμιος τῆς Ὀρθοδοξίας θά μποροῦ­σε νά ἐκφωνήση, ἀφοῦ ἀποδεικνύεται ὅτι δέν ἔχει καμία ἐπίγνωση σέ ποιούς ἀπευθύνεται. Σέ αὐτούς δηλαδή οἱ ὁποῖοι ἔβαλαν τά ἀναθέμετα ἐπάνω στήν ἁγία Τράπεζα, προκαλώντας τό σχίσμα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Πατριάρχης στήν ρύμη τοῦ λόγου του τόνισε ὅτι “Ἡ ἄρνησή μας νά μεταδώσουμε τό εἰρηνευτικό μήνυμα στούς χωρισμένους ἀδελφούς μας ἰσοδυναμεῖ μέ ὑβρισμό ἐνάντια στό πάθος τοῦ Σταυροῦ. Προτιμᾶται ἡ ἀσφάλεια τῶν δογματικῶν συνόρων ἔναντι τῆς ὤθησης τοῦ πνεύματος τῆς Ἀνάστασης”! Ἀπευθύνεται ὁ Πατριάρχης δηλαδή στούς παπικούς, διαβάλλοντας τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι πάσχισαν κυριολεκτικά, γιά νά ἀποτρέψουν τό σχίσμα, καλώντας τούς ἀμετάπιστους καί ἀμετανόητους αἱρετικούς σέ ἑνότητα.

Εἶναι ὄντως ἀδιανόητο ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως νά μέμφεται ἐμμέσως τούς μεγάλους προμάχους τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι τῆς λατινικῆς ἀπειλῆς ὡς κατεχόμενους ἀπό τό “σύμπλεγμα τῆς πολεμικῆς” καί σάν μή μποροῦσαν νά διατυπώσουν τήν ἀλήθεια “ἐν τῇ ἀγάπῃ καί τῇ ὑπομονῇ”. Ὑπό τό σύμπλεγμα τῆς πολεμικῆς λοιπόν ἐμφοροῦνταν ὁ Μέγας Φώτιος, ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί τόσοι ἄλλοι κορυφαῖοι διδάσκαλοι τῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ ὁποῖοι στηλίτευσαν μέσῳ τῆς ἀντιρρητικῆς θεολογίας, δηλαδή τήν σαφῆ ἔκθεση τῶν ὀρθοδόξων θέσεων καί τήν ἀναίρεση τῶν πλανῶν, ὅλες τίς αἱρέσεις τῶν Λατίνων;

Σύμφωνα μέ τόν Πατριάρχη δέν εἶναι διαλυτική γιά τήν Ὀρθοδοξία ἡ θεολογία τῆς καταλλαγῆς καί τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία καταργεῖ τούς ἱερούς Κανόνες καί προβάλλει τόν συγχρωτισμό μέ τούς αἱρετικούς, ἀλλά ἡ ἀντιρρητική, ἡ ὁποία πάντα θά ἀποτελῆ τήν ἀσφαλῆ καί ἀρραγῆ ἀσπίδα τῆς Πίστεως.

Γιά τήν ὀρθόδοξη παράδοση ἡ ἀλήθεια καί ἡ ἀγάπη ἀποτελοῦν ἀχώριστη ἱερή πνευματική συζυγία, ἡ ὁποιαδήποτε ὑποτίμηση τῆς ἀλήθειας ἔναντι τῆς ἀγάπης καί ἀντιστρόφως ἀνοίγει τούς δρόμους πρός τήν πλάνη καί τίς αἱρέσεις· ἐάν ὁ μέγας Ἀθανάσιος γνώριζε μόνον τήν γλώσσα τῆς ἀγάπης ἔναντι τοῦ Ἀρείου καί δέν ἀπέκοπτε μέ τήν μάχαιρα τῆς ἀληθείας τίς κακοδοξίες του, σήμερα ἡ Χριστομάχος αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ θά εἶχε ἐπιβληθῆ ἔναντι τῆς πίστεως.

Ἀναφέρει ὁ Πατριάρχης σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ὁμιλίας του “Ἄν ἀνασκάψουμε τό ἱστορικό ὑπέδαφος, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ διαίρεση τῶν Ἐκκλησιῶν προκλήθηκε κυρίως ἀπό τή μετατροπή τῆς ἴδιας τῆς Θεολογίας σέ κρατική ἰδεολογία… Τίς περισσότερες φορές ὑποβαθμίζεται ἡ ἔννοια τοῦ ἐλέους, ἴσως ἀπό μία ἀνεπαίσθητη ἀλλά βαθιά ριζωμένη συν­ήθεια τῶν αἰώνων… Ἡ Ἀνατολή καί ἡ Δύση, σέ διάφορες ἱστορικές συγκυρίες, χρειάζονταν τήν ἑτερότητα, ἀποκλειστικά γιά νά ὁρίσουν τήν ταυτότητά τους… οἱ χριστιανικές κοινότητες ἔχουν ἀναδείξει τίς πληγές τοῦ παρελθόντος σέ δομικά στοιχεῖα τῆς αὐτοσυνείδησής τους… Κανείς δέν ξεχνᾶ ἐκεῖνες τίς στιγμές τῆς ἱστορίας, κατά τίς ὁποῖες ἡ ἐκκλησιαστική διοίκηση ἐργαλειοποίησε τό δόγμα, ὑποτασσόμενη στήν ἀποπλάνηση τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας”.

Καί ἐνῶ ὁ Πατριάρχης ἰσχυρίζεται ὅτι “Ἡ Ἀνατολή καί ἡ Δύση χρειάζονταν τήν ἑτερότητα, ἀποκλειστικά γιά νά ὁρίσουν τήν ταυτότητά τους”, ὁ ἄτλας τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός, γράφει περί τῶν παπικῶν “οὐκοῦν ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεστράφημεν καί διά τοῦτο αὐτῶν ἐχωρίσθημεν”; Σύμφωνα μέ τόν Πατριάρχη ὁ ἅγιος Μᾶρκος ἀπεστράφηκε τούς αἱρετικούς, ἐπειδή ἀποπλανήθηκε ἀπό τήν κοσμική ἐξουσία καί ὄχι γιά καθαρά θεολογικούς λόγους. Ὅμως συνέβηκε στήν ἐποχή του ἀκριβῶς τό ἀντίθετο, ἡ κοσμική ἐξουσία ἦταν ἐκείνη πού πίεζε τούς Ὀρθοδόξους νά ἀναθεωρήσουν τίς δογματικές διαφορές καί νά προχωρήσουν πρός τήν ἕνωση. Δηλαδή ὁ Πατριάρχης, γιά νά ἐπιβεβαιώση τούς ὅποιους συλλογισμούς του προβαίνει στήν παραχάραξη ἀκόμα καί τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας. Μάλιστα ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1722, ἀπαντώντας σέ ἐκείνους πού ὑποτιμοῦν τίς δογματικές διαφορές, ὅπως κάνει σήμερα ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, χαρακτηρίζει τίς παπικές καινοτομίες, λέγοντας “λατινικῆς κακοφροσύνης δόγματα ἤ μᾶλλον εἰπεῖν νεωτερίσματα καί τῆς ἀληθοῦς πίστεως ἡμαρτημένα καί ἀποσχοινισμένα φρονήματα”.

Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ὁ Πατριάρχης ἀποσκοπεῖ σέ μία ψευδῆ ἕνωση, βασιζόμενος στήν ὑποτίμηση τῶν δογματικῶν διαφορῶν μέ τούς Λατίνους. Εἶναι καταφανές ὅτι ἤ στερεῖται παντελῶς ὀρθοδόξου θεολογικοῦ κριτηρίου ἤ χωλαίνει περί τήν ὀρθόδοξο πίστη, μᾶλλον καί τά δύο.

Πλανᾶται οἰκτρά ὁ Πατριάρχης, ἐάν νομίζη ὅτι μπορεῖ νά δημιουργήση τόν “ἄρτιον τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον”, ὅπως μᾶς ἀναφέρει σχετικά ὁ θεῖος Παῦλος στήν Β΄ πρός Τιμόθεο ἐπιστολή του, ὅταν ὑποτιμᾶ τό ὀρθόδοξο δόγμα. Ἄλλωστε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας βλέπουν τά δόγματα καί τά ἔργα ἀδιάσπαστα ἑνωμένα. “Ὁ τῆς θεοσεβείας τρόπος ἐκ δύο τούτων συνέστηκε, δογμάτων εὐσεβῶν καί πράξεων ἀγαθῶν καί οὔτε τά δόγματα χωρίς ἔργων ἀγαθῶν εὐπρόσδεκτα τῷ Θεῷ, οὔτε τά μή κατ’ εὐσεβῶν δογμάτων ἔργα τελούμενα προσδέχεται ὁ Θεός”, θά μᾶς τονίση ὁ σοφός ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων. Τρανότερο παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ πλάνη τοῦ filioque, τοῦ ὁποίου συνέπεια εἶναι ἡ ἔκπτωση ἀπό τήν πνευματικότητα. Ἔτσι βλέπουμε στήν ἐποχή μας, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ὑποτίμησης τοῦ τρίτου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν πλήρη ἀποπνευματοποίηση τῶν κοινωνιῶν τῆς Δύσεως καί ἐπειδή ἡ πνευματικότητα εἶναι κάτι τό ἔμφυτο στόν ἄνθρωπο, ὁ δυτικός ἄνθρωπος τήν ἀναζητεῖ στίς ἀνατολικές εἰδωλολατρικές θρησκεῖες. Ἀντί ὁ Πατριάρχης νά διακηρύττη τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως, τήν ἐξισώνει μέ τήν πλάνη.

Καί συνεχίζει σέ ἄλλο σημεῖο ὁ Πατριάρχης “Ἡ πεισματικότητα στή διατήρηση αὐτῶν τῶν διαχωριστικῶν τειχῶν ἐκδηλώνει μιά βαθιά δυσπιστία ἀπέναντι στήν ἀνανεωτική δύναμη τῆς Πεντηκοστῆς… Ἀπαιτεῖται μία κατάβαση σέ μία θεολογική ἄβυσσο. Ἐκεῖ ὅπου οἱ θεσμικές μας βεβαιότητες συνθλίβονται μπροστά στήν ἀνάγκη γιά αὐθεντική ὑπαρξιακή κένωση, ὁ πόνος τῆς διαίρεσης πρέπει νά βιώνεται ὡς προσωπική, σωματική ἀσθένεια”.

Ἀλήθεια ἐπί τῇ βάσει ποιᾶς ἀγάπης καί ποιᾶς λογικῆς κατά τόν Πατριάρχη οἱ ὀρθόδοξοι θά πρέπη νά φιμωθοῦν σέ σημεῖο πού “ὁ πόνος τῆς διαίρεσης πρέπει νά βιώνεται ὡς προσωπική, σωματική ἀσθένεια”; Γιατί πρέπει νά μή ὑπεραμύνωνται τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, νά μή καταγγέλλουν τίς αἱρέσεις καί τίς πλάνες τοῦ παπισμοῦ καί νά μή διακατέχωνται ἀπό ἐσωτερική ἀνάγκη νά ἀνατρέψουν τούς σχεδιασμούς τοῦ Βατικανοῦ; Ἀλλοίμονο, ἐάν οἱ ὀρθόδοξοι βιώνουν τήν διαίρεση ἀπό τήν αἵρεση ὡς προσωπική, σωματική ἀσθένεια. Ἀλλοίμονο ἐάν τεθοῦν σέ ἀδράνεια καί κλονισθοῦν ἀπό τά ἀγαπητικά κηρύγματα, ἐάν συγχρωτισθοῦν χωρίς φόβο μέ τούς αἱρετικούς καί μάλιστα μέ τούς παπικούς καί πάρουν τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στό Βατικανό καί στήν ἀγκάλη τοῦ πάπα. Μέ τούς λόγους αὐτούς ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἐπικινδυνότητα τοῦ Πατριάρχου, ἀλλά καί πόσο εἶναι ἀναγκαῖο νά ὁδηγηθῆ σέ συνοδική ἀπολογία καί ὅτι ἡ σιωπή τῶν ἄλλων προκαθημένων ἔχει ὡς ἐπακόλουθο νά παρεκτρέπεται ὅλο καί περισσότερο μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου.

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καί τό παπόφιλο περιβάλλον τοῦ Φαναρίου ἀρνοῦνται νά συνειδητοποιήσουν ὅτι ἡ συναναστροφή μέ τούς παπικούς προϋποθέτει εἰλικρίνεια προθέσεων ἐκ μέρους τοῦ Βατικανοῦ, ἡ ὁποία δέν ὑπῆρξε οὔτε στό παρελθόν ἀλλά οὔτε ὑπάρχει καί στό παρόν. Διότι ἡ εἰλικρίνεια προϋποθέτει ἀναθεώρηση τῆς παπικῆς ἐκκλησιολογίας, ἀπορρίπτοντας τό παπικό πρωτεῖο, τό ἀλάθητο τοῦ πάπα, τίς παπικές πλάνες, ἀλλά καί τήν ἄμεση διάλυση τῆς οὐνίας. Τό ὅτι τό Φανάρι δέν ἀναθεωρεῖ τήν στάση του καί δέν παύει νά ὁμιλῆ περί μισαλλοδοξίας ἐκείνων πού στοιχοῦνται στήν Παράδοση καί στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί χαρακτηρίζει διά τῶν πατριαρχικῶν χειλέων περιχαρακωμένους αὐτούς πού ὁμιλοῦν περί σοβαρῶν κινδύνων τῆς Ὀρθοδοξίας, δέν μαρτυρεῖ ὅτι ἔχει ὑποταχθῆ στήν αἵρεση καί στόν Ρωμαῖο ποντίφηκα; Τό ὅτι τό Φανάρι διακατέχεται ἀπό τό παπικό φρόνημα δέν ὑποδηλώνει ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνο γιά τήν καθ’ ὅλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Ἀφενός διότι κηρύττει καί προάγει πλάνες, ἀφετέρου ἐπειδή προωθεῖ τήν ἕνωση μέ τήν αἵρεση.

Βασική παράμετρος πού προϋποθέτει τόν ὅποιο θεολογικό διάλογο μέ τούς παπικούς ἀπό πλευρᾶς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶναι ὅτι ἀπαιτεῖται πανορθόδοξη ἑνότητα, δηλαδή ἑνιαία γραμμή ἐκ μέρους ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ὅμως ἡ ἐκκλησιαστική πραγματικότητα μαρτυρεῖ στίς ἡμέρες μας ὅτι Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι διχασμένη καί μάλιστα ὑπαιτιότητι τοῦ Φαναρίου.

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος συμπλήρωσε τόν λόγο του, λέγοντας ὅτι “νά διαχειριστοῦμε τόν διάλογο μέ ὅρους αὐθεντικοῦ ἐλέους” καί στό τέλος τόνισε “Ἡ εὐσπλαγχνία δέν εἶναι μία περιφερειακή ἀρετή, οὔτε ἁπλῶς μιά συναισθηματική διάθεση. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ τρόπος, μέ τόν ὁποῖο ὁ Θεός εἰσέρχεται στόν κόσμο καί ἀποκαθιστᾶ ὅ,τι ἔχει κατακερματιστεῖ… Τό μέλλον τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν θά ἐξασφαλιστεῖ μέ τήν διατήρηση τῶν κληρονομημένων ἀνταγωνισμῶν, ἀλλά μέ τό θάρρος νά μετατρέψουμε τή μνήμη σέ συμφιλίωση καί τόν πόνο σέ κοινωνία. Οἱ πληγές τῆς διχόνοιας δέν πρέπει πλέον νά φυλάσσονται ὡς ἱερά ἀγαθά, ἀλλά νά ἐμπιστεύονται στή θεραπευτική χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μόνο τότε θά ἀνακαλύψουμε ἐκ νέου ὅτι ἡ ἑνότητα δέν εἶναι ὁ θρίαμβος τοῦ ἑνός ἐπί τοῦ ἄλλου, ἀλλά ἡ κοινή συμμετοχή ὅλων στή ζωή τοῦ Σταυρωμένου καί Ἀναστημένου Κυρίου”.

Τό ἐρώτημα τό ὁποῖο τίθεται εἶναι, ἐνῶ μέ τούς αἱρετικούς ἐπικαλεῖται “τό αὐθεντικό ἔλεος”, “τήν εὐσπλαγχνία”, “τό θάρρος”, ὥστε “ νά μετατρέψουμε τή μνήμη σέ συμφιλίωση καί τόν πόνο σέ κοινωνία”, τήν ἴδια στιγμή γιατί ἀρνεῖται νά ἐπικαλεσθῆ τίς ἴδιες ἀρετές, ὥστε νά ἐπέλθη ἡ συμφιλίωση καί ἡ κοινωνία μέ τήν ἀδελφή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας; Τήν στιγμή μάλιστα κατά τήν ὁποία γνωρίζει ὅτι ἡ θέση του στό οἰκοδόμημα πού θά ἐπέλθη μέ τήν συμφιλίωση καί κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς θά παραμένη πάντα ὑποδεέστερη ἀπό ἐκείνη τοῦ πάπα, ἐνῶ ἡ θέση του μετά τήν συμφιλίωση καί τήν κοινωνία μέ τούς ἀδελφούς του θά εἶναι πρῶτος μεταξύ ἴσων.

Ἡ παρατήρηση αὐτή ὑποδηλώνει ὅτι ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος δέν εἶναι ἁπλά παπόφιλος, ἀλλά ἔχει ἀσπασθῆ τό παπικό φρόνημα συνειδητά. Γίνεται καταφανές ὅτι ὁ Πατριάρχης ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τόν πάπα Ἰωάννη ΚΓ΄, ὁ ὁποῖος ἐνστερνιζόταν ὅτι φορέας τῆς ἑνότητας καί τῆς παγκόσμιας ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας εἶναι ὁ πάπας, “στόν ὁποῖο πάντες καί ἕκαστος ἐκ τῶν ἐπισκόπων εἶναι ὑποταγμένοι ὡς εἰς τόν διάδοχο τοῦ Πέτρου” (“L’ Osservatore Romano”, 3 Ἰουλίου 1959). Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι γιά τόν προκαθήμενο τοῦ Φαναρίου ἀδελφοί του εἶναι οἱ αἱρετικοί καί ὄχι οἱ Ὀρθόδοξοι.

orthodoxostypos.gr

add
TAGGED:
Share This Article