Είχαν πιάσει οι ζέστες. Ιούνης πια και κείνος πήρε την απόφαση να αφήσει την πόλη προς αναζήτηση ενός νέου τόπου να ζήσει μια ήρεμη ζωή μακριά από τον όχλο της.
Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από το βουνό και στο χωριουδάκι που είχε σταματήσει είχε απλώσει το λυκόφως τα χρώματά του!
Σε ένα καφενείο σταμάτησε στην πλατεία του χωριού κι οι θαμώνες του σαν είδαν έναν ξένο, αμέσως να τον καλωσορίσουν, να τον καλέσουν να κάτσει στο τραπέζι τους και να φωνάξουν τον Παντελή τον καφετζή να κεράσει τον ξένο.
Είχε ξεχάσει ο Θανάσης πως είναι η φιλοξενία.
Κάτοικος σε μεγάλη πόλη που κανείς δεν σε χαιρετάει, πόσο μάλλον να σε φωνάξουν στην παρέα τους.
Αυτή η αποξένωση της πόλης ήταν κι ο λόγος που θέλησε να την αφήσει. Απογοητευμένος ακόμα κι από τον ίδιο του τον εαυτό που έγινε όπως όλοι της πόλης, θέλησε να κάνει μια νέα αρχή κάπου αλλού. Να ζήσει αλλιώς…Μακριά από την αδιαφορία των άλλων και το άγχος της επιβίωσης.
Άλλωστε και η δουλειά του ήταν τέτοια που θα μπορούσε να ζήσει και σε ένα βουνό. Αγιογράφος ήταν ο Θανάσης από τους πιο γνωστούς στον χώρο του. Πήρε λοιπόν τα πινέλα του κι είπε στον εαυτό του, πως όπου βρεις απλότητα και ανθρωπιά να μείνεις.
Και την βρήκε εδώ σε τούτο το χωριουδάκι!
Σε τούτο το χωριό που όλοι σε κοιτούσαν στα μάτια και σε καλημερίζανε μέσα από την καρδιά τους! Εδώ που όλοι θέλανε να σε κεράσουν! Ρώτησε αν θα μπορούσε να βρει ένα δωμάτιο να μείνει να περάσει το βράδυ του, μα αυτό ήταν δύσκολο.
Το χωριό δεν είχε ενοικιαζόμενα δωμάτια.
Θα πας στο επόμενο χωριό του είπαν, δέκα χιλιόμετρα πιο κάτω και κει θα βρεις. Και έτσι έγινε. Τους ευχαρίστησε και έφυγε για το παρακάτω χωριό. Ετούτο ήταν μεγάλο και είχε κίνηση. Βρήκε δωμάτιο σε μια πανσιόν. Ανέβηκε έκανε ένα ντουζάκι στα γρήγορα και βγήκε να περπατήσει, να γνωρίσει το χωριό. Όχι σκέφτηκε. Δεν είναι σαν το άλλο και δεν θα ήθελα να μείνω εδώ. Άλλωστε μόνο για απόψε θα είναι.
Πρωί πρωί ξύπνησε μπήκε στο αμάξι του και κίνησε για το καφενεδάκι του Παντελή! Με μεγάλη χαρά εκείνος του έφτιαξε ένα μερακλίδικο διπλό καφέ όπως τον ζήτησε και του φάνηκε πως γευστικότερο καφέ δεν ξανάπιε! Τον ρώτησε για την νύχτα του πως την πέρασε και αν του άρεσε το διπλανό χωριό.
Σαν το δικό σας δεν είναι Παντελή του είπε και πολύ θα ήθελα να μείνω εδώ. Μήπως ξέρεις αν κάποιος πουλάει κάτι; Ας είναι και παλιό, εγώ θα το φτιάξω. Η ένα κομμάτι γη και’ γω θα χτίσω δυο δωμάτια. Δεν γνωρίζω, μα πέρνα ξανά θα ρωτήσω και θα σου πω του είπε ο καφετζής κι ο Θανάσης έφυγε να εξερευνήσει την γύρω περιοχή. Πέρασε την μέρα του βλέποντας κι άλλα χωριά τριγύρω μα κανένα δεν του άρεσε.
Δεν είναι της τύχης μου σκέφτηκε να μείνω εδώ. Αλήθεια και πότε η τύχη ήταν με το μέρος μου είπε μεγαλόφωνα.
Πότε; Όταν έχασα τους γονείς μου σε κείνο το τροχαίο και με μεγάλωσε η γιαγιά μου; Πότε; Όταν την έχασα και κείνη πάνω στην εφηβεία μου; Όταν πήγα να βρω τους γονείς του πατέρα μου σαν έχασα την γιαγιά που με μεγάλωσε και κείνοι μου είπαν πως δεν μπορούν να με βοηθήσουν;
Αλήθεια πότε η τύχη ήταν με το μέρος μου; Όταν ερωτεύτηκα και δεν μου έριχνε μια ματιά; Η όταν αγάπησα στα τριάντα μου και κείνη έπρεπε να φύγει γιατί οι γονείς της, την χρειαζότανε;
Πόσο το μετάνιωσε αργότερα που δεν την ακολούθησε…Και πόσο έκλαψε σαν την έχασε. Αλλά όταν το κατάλαβε το λάθος του παρόλο που την αγαπούσε, ήταν αργά πια.
Πως όμως να πήγαινε; Με τι χρήματα; Νέοι και οι δυο, μόνο όνειρα είχαν και χρήματα μηδέν. Πως να την ακολουθήσει με δυο γονείς άρρωστους σε ένα χωριό; Να κάνει τι εκεί; Της είπε να τους φέρουν στην πόλη που ζούσανε. Την παρακάλεσε και κείνος να πάνε μαζί να τους πάρουν μα εκείνοι δεν φεύγανε από τον τόπο τους κι έτσι έφυγε εκείνη. Ακόμα κι όταν έφυγε και στην αρχή που του τηλεφωνούσε, της είχε πει, ελάτε! Πάρε τους γονείς σου και έλα. Ελάτε να μείνουμε μαζί.
Είχε αρχίσει σιγά σιγά να κινείται η δουλειά του.
Θα τα καταφέρουμε της είπε. Μα δεν ήρθε έμεινε με τους γονείς της. Δεν του τηλεφώνησε ποτέ ξανά. Πέρασαν τα χρόνια μα κείνος δεν την ξέχασε ποτέ. Ας είναι ευτυχισμένη έλεγε, όπου κι αν είναι, με όποιον κι αν είναι.
Πότε η τύχη ήταν με το μέρος του για να είναι και τώρα; Πέρασε από τον καφενέ του Παντελή να τον αποχαιρετίσει. Θα έφευγε του είπε. Δεν υπάρχει κάτι να νοικιάσω, δεν υπάρχει να αγοράσω, θα φύγω. Μείνε κάνα δυο μέρες ακόμα του είπε. Κάτι έχω κατά νου και θα σου πω..
Κι έτσι έμεινε ο Θανάσης δυο μέρες ακόμα. Αύριο του είπε θα έρθεις να πάμε σε μια κυρία που μένει στο τελείωμα του χωριού.
Ζει μόνη της και έχει τρία τέσσερα δωμάτια σπίτι. Θα πάμε να την βρούμε να δούμε αν θα μπορούσε να σου νοικιάσει κάτι.. Θα δούμε του είπε. Ανάγκη έχει και κείνη και ποτέ δεν ξέρεις..
Στον δρόμο που πηγαίνανε του είπε πως έμενε με τους γονείς της και τους έχασε πριν πολλά χρόνια. Άρρωστοι κι οι δυο τους και κείνη γύρισε από την πόλη να μείνει κοντά τους.
Ήθελε να τον ρωτήσει να μάθει για το όνομά της, αλλά σε λίγο θα το μάθω σκέφτηκε. Ας μην ρωτήσω.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Κάποιοι είπανε, πως είχε αγαπήσει μα δεν ήταν της μοίρας της να τον πάρει και πως δεν θέλησε κανέναν άλλο. Κι όσο πλησιάζανε στο σπίτι της ο Θανάσης έλεγε, δεν μπορεί…Τόσες όμοιες συμπτώσεις. Δεν μπορεί..
Χτυπάει την πόρτα ο Παντελής φωνάζοντας Θοδώρα, είσαι μέσα;
Δεν μπορεί. Δεν είναι αλήθεια να σκέφτεται εκείνος και ανοίγει η πόρτα κι η Θοδώρα, η δική του η Θοδώρα στέκεται και τον κοιτάζει σαν χαμένη. Ο Παντελής δεν πήρε χαμπάρι τίποτα και της είπε, Θοδώρα, άκου τον άνθρωπο που θέλει να σου πει και’ γω φεύγω γιατί είναι ο καφενές μόνος του και έφυγε.
Δεν ξέρανε τι να κάνουν, τι να πουν. Μόνο κοιτάζονταν και δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν τι μόλις είχε γίνει.
Να περάσω Θοδώρα; Ναι του είπε κι έκανε στην άκρη να περάσει. Είχε μείνει σαν άγαλμα στην πόρτα. Πέρασε ο Θανάσης, κάθισε, κάθισε και κείνη μα δεν βρίσκανε τις λέξεις να ξεκινήσουν μια κουβέντα να σπάσει η αμηχανία; Η σαστιμάρα; Το αναπάντεχο; Όπως και να το πει κανείς, το θέμα ήταν πως η τύχη φάνηκε τούτη την φορά ήταν εκεί κι αυτός δεν ήξερε πως να της φερθεί. Τι κάνεις; Είπαν και οι δυο ταυτόχρονα και απάντησαν καλά. Πόσα ήθελε να της πει…
Πόσα και κείνη ήθελε να του πει, μα δεν βγαίνανε οι λέξεις. Έφταναν μέχρι τα χείλια τους, αλλά αυτά δεν ανοίγανε να ξεχυθούν να πάνε στα αυτιά τους, στα μάτια τους, να αγκαλιάσουν τα κορμιά τους, να χαϊδέψουν τα μαλλιά τους, να γίνουν μια αγκαλιά ,να χωθούν ο ένας μέσα στον άλλο.
Δεν βγαίνανε. Είχαν σκαλώσει κάπου εκεί στον χρόνο πριν από είκοσι χρόνια και δεν λέγανε να κουνηθούνε..
Μόνο κοιτάζονταν στα μάτια και μιλούσαν οι ψυχές τους. Δεν άλλαξε το βλέμμα του, σκεφτόταν η Θοδώρα.
Πόσο όμορφη! Όπως και τότε που την γνώρισα σκεφτόταν εκείνος. Δεν τον ξέχασα ποτέ…Πόσο την αγαπώ…
Άραγε με θέλει; Είναι μόνος; Θε μου πως θέλω να την αγκαλιάσω!
Να του πω πως τον αγαπώ; Κι αν αν υπάρχει άλλη;
Πως να της πω, πως δεν την ξεπέρασα ποτέ. Πως να της πω, πως πάντα τα βράδια της έλεγα καληνύχτα;
Κι όση ώρα μένανε σιωπηλοί η ψυχή τους έγινε δάκρυα και κυλήσανε στα μάτια τους. Κι η αμηχανία έγινε νοιάξιμο.
Έγινε χάδι κι αγκαλιά. Έγινε φιλί σε κείνα τα χείλια που δεν λέγανε να ανοίξουν. Δεν είπαν τίποτα. Μιλούσαν οι ψυχές τους. Κι όταν και κείνες σωπάσανε μπορέσανε τα χείλια τους να πούνε μόνο τέσσερις λέξεις. Ξανά μαζί για πάντα!
Θοδώρα μου, πόσο μετάνιωσα που δεν ήρθα μαζί σου τότε. Και’ γω του είπε που δεν γύρισα στο κάλεσμά σου, μαζί με τους γονείς μου.
Όμως τώρα είμαστε εδώ.
Θα ξεκινήσουμε από κει που σταματήσαμε, Ώριμοι και αποφασισμένοι πως το υπόλοιπο της ζωής μας, μαζί θα το περάσουμε. Ταχτοποίησε τα λίγα του πράγματα και βγήκανε να κάνουνε έναν περίπατο.
Είχε τόσα να της πει. Κι άλλα τόσα είχε και κείνη. Πιασμένοι χέρι χέρι μιλούσανε για την ζωή που είχανε μπροστά τους.
Κάποια στιγμή, θέλησε να της πει, για το παρελθόν και για το πόσα χάσανε τόσα χρόνια χώρια.
Δεν χωρίσαμε ποτέ εμείς του είπε. Ποτέ. Κάθε μέρα ήσουν δίπλα μου. Κάθε μέρα, και μιλούσαμε. Κάναμε όνειρα, σχέδια.
Τώρα ήρθε η ώρα να τα ζήσουμε.
Της έπιασε το πρόσωπο με τα δυο του χέρια, την κοίταξε στα μάτια.
Σ’ αγαπώ της είπε! Και’ γω του απάντησε. Έσκυψε και την φίλησε στο μέτωπο. Είναι κάποια φιλιά όπως αυτό στο μέτωπο που δεν τα σκορπάς…και δεν τα δίνεις στον κάθε ένα.
Αυτά τα φιλιά τα δίνεις σε ξεχωριστούς ανθρώπους, γιατί μέσα τους έχουν ξεχωριστά αισθήματα.
Το φιλί στο μέτωπο, φιλάει την ψυχή. Κι αυτός αυτή ήθελε να φιλήσει. Την ψυχή της!
Πάμε της είπε. Πάμε να περπατήσουμε την ζωή μας. Στην αγκαλιά του χώθηκε. Είχε ξεχάσει πως μύριζε η αγάπη, κι είναι τώρα εδώ να της το θυμίσει.
Ελευθερία Λάππα