῾Η Θεία Κοινωνία εἶναι παντοδύναμο φάρμακο. Θὰ ἔπρεπε νὰ γραφοῦν τόμοι ὁλόκληροι γι᾿ αὐτό.

mike
By
145 Views
4 Min Read

«Τὸ 1959 ἔμενε κάτω στὸ Λυκαβηττό, στὸ τέρμα τῆς ᾿Ασκληπιοῦ, μιὰ εὐγενεστάτη Γερόντισσα καρδιοπαθής. Αὐτὴ ἔζησε στὴ Ρωσία, γιατὶ ὁ ἄνδρας της ἦταν πρόξενος ἐκεῖ. Κατόπιν στὴν Μασσαλία. Ἐκεῖ ἔγινε ἀπὸ Παπική, ᾿Ορθόδοξη. Ἦταν ὀγδονταπέντε χρονῶν, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ κοινωνήση.

῞Ενα βραδάκι, ποὺ ἐξομολογοῦσα στὸ ῾Ι. Ναὸν τῆς Ρόμβης, κοντὰ στὴ Μητρόπολι, μοῦ τηλεφώνησαν νὰ πάω ἐπειγόντως, διότι μὲ θέλει ἡ Γερόντισσα καὶ ὁ γιατρὸς τοὺς εἶπε ὅτι θὰ πεθάνη ἀπόψε.

Ἐπῆρα μαζί μου τὰ ῎Αχραντα Μυστήρια μήπως τὴν καταφέρω νὰ κοινωνήση.
—Φεύγω γιὰ τὸν οὐρανό, μοῦ λέγει, ὅταν μπῆκα καὶ μὲ εἶδε.
—Δὲν πᾶς πουθενά, τῆς εἶπα. Σοῦ ἔφερα τὸ φάρμακο. ῎Εχεις τίποτα νὰ μοῦ πῆς;
᾿Εξομολογήθηκε πρόθυμα καὶ κοινώνησε μὲ προθυμία.
Φεύγοντας τῆς εἶπα ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος.

Πράγματι εἶναι μεγάλος, διότι μετὰ τὴν Θεία Κοινωνία καλυτέρευσε.

Τὸ πρωΐ φώναξαν τὸ γιατρό.

Μὰ δὲν πέθανε, λέγει;

῞Οταν τὴν ἐπισκέφθηκε, ἐθαύμαζε. Εἶδε ὅτι τὰ φάρμακά του καὶ ἡ ἐπιστήμη του μπροστὰ στὴ Θ. Κοινωνία ἦταν ἄχρηστα! Πλησίασε τὰ 90 χρόνια.

῾Η Θεία Κοινωνία εἶναι παντοδύναμο φάρμακο. Θὰ ἔπρεπε νὰ γραφοῦν τόμοι ὁλόκληροι γι᾿ αὐτό. Ποῦ εἶναι τώρα ἐκεῖνοι οἱ ὀλιγόπιστοι, ποὺ δυσκολεύονται νὰ μεταλάβουν μήπως κολλήσουν μικρόβια. Τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πῦρ καταναλίσκον, ποὺ καίει τὰ πάντα, ἔλεγεν ἕνας καθηγητής Φιλόσοφος. Καὶ πράγματι ἀπὸ τὰ ἑκατομμύρια, ποὺ κοινωνοῦν, δὲν ἔπαθε ποτὲ κανεὶς. Ἄν ἦταν ὅπως λέγουν αὐτοί, δὲν θὰ ζοῦσε κανένας ῾Ιερεύς, διότι ἐμεῖς στὸ τέλος καταλύομε τὸ Ἅγ. Ποτήριον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον κοινώνησαν ἑκατοντάδες πολλὲς φορὲς καὶ πολλοὶ μὲ πολλὲς ἀρρώστιες καὶ ὅμως ποτὲ δὲν ἔπαθε κανεὶς τίποτε. Οἱ ῾Ιερεῖς εἶναι οἱ μακροβιώτεροι τῶν ἀνθρώπων.

Οἱ ῾Ιερεῖς, ποὺ λειτουργοῦν χρόνια στὰ Φθισιατρεῖα, εἶναι ὑγιέστατοι.
(π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος+
, «Θαύματα ποὺ εἶδαν τὰ μάτια μου», Ἐκδ. «Ὀρθοδόξου τύπου ”

Μου το διηγήθηκε αυτο το θαύμα μια γυναίκα με πανεπιστημιακή μόρφωση:
Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.

Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας.

Η γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο.

Και να ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.

Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
– Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.

Ο παπάς τα έχασε.
– Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε η γριά!
– Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!

Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του αρρώστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε.

Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.
– Να αυτή!
– Ποια αυτή, ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι η μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!

Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε.

Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.

(Από το βιβλίο του Δημητρίου Ντούτκο, ιερέως, (Dudko Demetrius Fr.), Στὸ σταυροδρόμι – Χριστός, Μόσχα 1994)

Πολυξένη Ρέρρα

add
TAGGED:
Share This Article