Κάθε μέρα έφτιαχνε καρέκλες, τραπέζια και πόρτες με υπομονή και προσοχή στην λεπτομέρεια. Ένας νεαρός μαθητευόμενος τον ρώτησε κάποτε:
«Δάσκαλε, γιατί επιμένεις τόσο σε πράγματα που δεν θα φανούν; Ποιος θα δει το εσωτερικό ενός συρταριού;»
Ο ξυλουργός χαμογέλασε και του έδωσε ένα κομμάτι ξύλο.
«Οι άνθρωποι», του είπε, «χτίζουν σπίτια με τούβλα. Αλλά την ζωή τους τη χτίζουν με στιγμές και οι στιγμές, όπως και τα έπιπλα, αν δεν είναι γερά φτιαγμένες, τρίζουν με τον καιρό.»
Πέρασαν τα χρόνια. Ο μαθητευόμενος έφυγε, έζησε, αγάπησε, πόνεσε, απέτυχε και ξανασηκώθηκε. Κάθε φορά που βιαζόταν, που άφηνε λόγια μισά ή συγγνώμες ανείπωτες, ένιωθε μέσα του ένα «τρίξιμο». Κάτι δεν είχε φτιαχτεί σωστά.
Μια μέρα γύρισε στο παλιό εργαστήρι.
Ο δάσκαλος δεν ζούσε πια. Όμως στο πάγκο του βρήκε μια μισοτελειωμένη καρέκλα και ένα σημείωμα:
«Να χτίζεις αναμνήσεις που αντέχουν στο βάρος των χρόνων.
Με προσοχή. Με αλήθεια. Με αγάπη.»
Τότε κατάλαβε.
Οι αναμνήσεις δεν είναι απλώς εικόνες του παρελθόντος. Είναι τα δοκάρια που κρατούν όρθια την ψυχή μας. Αν τις χτίζουμε με καλοσύνη, γίνονται καταφύγιο. Αν τις χτίζουμε με βιασύνη ή εγωισμό, γίνονται ρωγμές.
Και έτσι, από εκείνη τη μέρα, δεν προσπαθούσε πια να ζει πολλές στιγμές. Προσπαθούσε να ζει σωστά τις λίγες. Γιατί ήξερε πως κάποτε θα γίνουν το σπίτι μέσα στο οποίο θα κατοικεί η καρδιά του.
Οι αναμνήσεις δεν δημιουργούνται τυχαία. Χτίζονται καθημερινά, με τις επιλογές, τα λόγια και την παρουσία μας. Και αυτό που χτίζουμε σήμερα, θα μας στεγάσει αύριο.
Ιερεας Γκελιας Αρσενιος