Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι ἄξιος τοῦ Θεοῦ γίνεται ἔμπλεος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔχει τὴ θεία χάρι. Ὁ Θεὸς ἐν τῷ μυστηρίῳ τοῦ Χριστοῦ τοῦ δίδει τὴ χαρά, τὴν εἰρήνη, τὴν πραότητα, τὴν ἀγάπη. Ὁ Θεὸς δὲν γνωρίζει παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον. «Ὄυκ ἔστι κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον αὐτοῦ, πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ …». Ἔτσι καὶ στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ὑγιῆ ψυχὴ ἀποκαλύπτονται τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ καὶ γνωρίζονται οἱ βουλές Του, στὸ βαθμὸ ποὺ ὁ Θεὸς τὸ ἐπιτρέπει.
Χρειάζονται ὅμως προϋποθέσεις, προκειμένου νὰ ἔλθει καὶ νὰ μείνει ἡ θεία χάρις μέσα στὸν ἄνθρωπο. Μόνον αὐτὸς ποὺ ἔχει ταπείνωση λαμβάνει τὰ δῶρα αὐτὰ ἀπ’ τὸν Θεό, τὰ ἀποδίδει στὸν Θεὸ καὶ τὰ χρησιμοποιεῖ πρὸς δόξαν Του. Ὁ καλός, ὁ ταπεινός, ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεό, αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀρετὴ μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ δὲν πλανᾶται. Αἰσθάνεται μέσα του ὅτι εἶναι πραγματικὰ ἀνάξιος κι ὅτι ὅλα αὐτά του δίνονται, γιὰ νὰ γίνει καλός, καὶ γι’ αὐτὸ ἀγωνίζεται.
Ἀντίθετα, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν πηγαίνει στοὺς ἐγωιστές, στοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν συνείδηση τὶ τοὺς γίνεται. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἑωσφορικὸ ἐγωισμὸ νομίζει ὅτι εἶναι ἔμπλεος θείας χάριτος, ἀλλὰ βρίσκεται σὲ πλάνη· εἶναι ἄνθρωπος τοῦ διαβόλου. Ἡ πλάνη εἶναι μιὰ ψυχολογικὴ κατάσταση, μία ἐσφαλμένη κρίση· στὴν οὐσία ἡ πλάνη ἔρχεται ἀπ’ τὸν ἐγωισμό. Στὸν ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται σὲ πλάνη δημιουργοῦνται ψευδαισθήσεις, πειρασμικὲς φαντασίες καὶ βασανίζεται. Ἡ πλάνη εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ διορθωθεῖ. Διορθώνεται μόνο μὲ τὴ θεία χάρι. Μπορεῖ νὰ προσευχηθεῖ κάποιος ἄλλος καὶ ὁ Θεὸς νὰ ἐλεήσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ πλανᾶται. Ἂν προσπαθήσει κι αὐτός, ἂν πάει σὲ «καθρέπτη», ποὺ εἶναι ὁ καλὸς πνευματικός, κι ἐξομολογηθεῖ εἰλικρινά, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θὰ τὸν θεραπεύσει.
Καθὼς ξυπνάω τὴ νύκτα ἐδῶ στὸ μοναστήρι, «βλέπω» τὸ Ἅγιον Ὅρος νὰ ἔχει πλημμυρίσει ἀπ’ την χάρι ἐξ αἰτίας τῶν ἑωθινῶν προσευχῶν τῶν πατέρων. Μόλις χτυπάει τὸ τάλαντα, τρέχουνε ν’ ἀκούσουνε «Ἐξεγερθέντες τοῦ ὕπνου» κι ἀρχίζουνε μὲ λαχτάρα, μὲ ἀγάπη, μὲ χαρὰ τὶς προσευχές. Τί νὰ σᾶς πῶ! Ἀνοίγει ὁ Παράδεισος. Ἔτσι τὰ αἰσθάνομαι μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ λέω. Ἀφῆστε νὰ τὰ λέω. Θέλω νὰ τὰ λέω. Ἀπ’ τὴν ἀγάπη μου γιὰ σᾶς τὸ κάνω!
…Πήγαμε κάποτε γιὰ προσκύνημα μαζὶ μὲ τὸν κύριο Γιῶργο καὶ τὴν κυρία Καίτη στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο στὴν Πάτμο. Ἦταν πρωί. Ἔνιωθα νὰ μὲ πνίγει ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου. Εἶχε κόσμο τὸ σπήλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως. Φοβήθηκα μήπως προδώσω τὰ αἰσθήματά μου. Ἂν ἄφηνα τὸν ἑαυτό μου νὰ ἐκδηλωθεῖ, θὰ μὲ περνοῦσαν γιὰ τρελό. Αὐτοσυγκρατήθηκα. Βγῆκα ἔξω ἀπ’ τὴν ἐκκλησία. Δὲν εἶναι καλὸ νὰ βλέπουν οἱ ἄλλοι τὰ βιώματα τῆς μυστικῆς ἐπαφῆς μὲ τὸν Θεό. Γι’ αὐτό τους εἶπα κι ἐφύγαμε. Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας ἦταν ἡσυχία. Ἤμασταν οἱ τρεῖς μας. Δὲν ὑπῆρχε ἄλλος στὴν ἐκκλησία. Πρὶν μποῦμε μέσα τους προετοίμασα. Τοὺς λέω:
-Ὅ,τι κι ἂν δεῖτε, δὲν θὰ κουνηθεῖτε, οὔτε θὰ μιλήσετε.
Μπήκαμε μέσα μὲ εὐλάβεια, χωρὶς θόρυβο, μὲ σιωπή, ἁπλᾶ, ταπεινά. Σταθήκαμε μπροστὰ στὴ Θεία Ἀποκάλυψη. Γονατίσαμε καὶ οἱ τρεῖς, ἐγὼ στὴ μέση. Πέσαμε πρηνεῖς. Λέγαμε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ …» περίπου ἕνα τέταρτο. Ἐγὼ αἰσθανόμουν ἄδειος. Καμιὰ συγκίνηση, τίποτα. Ἐρημιά. Κατάλαβε ὁ ἀντίθετος, ὁ διάβολος, καὶ θέλησε νὰ μ’ ἐμποδίσει. «Αὐτὰ δὲν γίνονται μὲ πρόγραμμα», σκέφθηκα. Τὴν ἔλεγα, τὴν ἤθελα τὴν εὐχή –ἢ μᾶλλον οὔτε τὴν ἔλεγα, οὔτε τὴν ἤθελα, διότι ὅταν τὴ λέεις, ὅταν τὴ θέλεις, καμιὰ φορὰ τὸ παίρνει εἴδηση ὁ ἀντίθετος. Εἶναι ἕνα πάρα πολὺ λεπτὸ σημεῖο. Δὲν μπορεῖς μόνος νὰ περιφρονήσεις τὸν ἀντίθετο. Καὶ νὰ τὸν περιφρονήσεις, πρέπει πάλι μὲ τὴν θεία χάρι, ἕνα ἀνεξήγητο πρᾶγμα.
Δῶστε πολλὴ προσοχή. Δὲν σφίχθηκα, δὲν ἐπίεσα τὴν κατάσταση. Δὲν πρέπει σ’ αὐτὰ τὰ πνευματικὰ νὰ πηγαίνομε μὲ τὴ βία.
Βγῆκα ἔξω. Περιεργάσθηκα τὰ λουλούδια, σὰν νὰ ἤθελα ν’ ἀδιαφορήσω γιὰ τὸ ὅτι δὲν γινόταν τὸ ἄνοιγμα τῆς ψυχῆς μου. Κοίταξα λίγο τὴ θάλασσα. Μπῆκα μέσα πάλι στὸ ἐκκλησάκι, ἔβαλα στὸ θυμιατὸ λίγα κάρβουνα, τὰ ἄναψα, ἔβαλα λίγο λιβάνι, θύμιασα καὶ τότε ἄνοιξε ἡ καρδιά μου. Τότε ἦλθε ἡ θεία χάρις. Στὸ πρόσωπό μου ἦλθε μία λάμψη, ἔγινα ἔνθεος, ὕψωσα τὰ μάτια μου. Σὲ μιὰ στιγμὴ ἔπεσα κάτω. Ὅπως μοῦ εἶπαν οἱ συνοδοί μου, ἔμεινα κάτω εἴκοσι λεπτά …
Αὐτὸ τὸ θαῦμα, ποὺ μοῦ ἔγινε στὴν Πάτμο, εἶναι ἕνα μεγάλο μυστήριο. Ἔχει μεγάλη ἔννοια. Εἶδα τὸ γεγονὸς τῆς Ἀποκαλύψεως. Εἶδα τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, τὸν μαθητή του, τὸν Πρόχορο, ἔζησα τὸ γεγονὸς τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, ὅπως ἀκριβῶς εἶχε συμβεῖ. Ἄκουσα τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπ’ τὴ σχισμὴ τοῦ βράχου…
Αὐτὰ νὰ μὴν τὰ πεῖτε πουθενά. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ … Νὰ μ’ ἐλεήσει ὁ Θεός. Γιατί σᾶς τὰ εἶπα; Πέστε μου… Σας τὰ εἶπα γιὰ νὰ μάθετε νὰ ἐγκαταλείπετε τὸν ἑαυτό σας ἁπαλά, χωρὶς πίεση στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Τότε Ἐκεῖνος θὰ ἔρχεται στὶς ψυχές σας καὶ θὰ τὶς χαριτώνει. Ἂν ὁ πονηρὸς σᾶς θέτει ἐμπόδια, νὰ τὸν περιφρονεῖτε. Καταλάβατε; Ἔτσι ἔκανα κι ἐγώ. Ἀπασχολήθηκα μὲ κάτι ἄλλο, ὅταν συνειδητοποίησα ὅτι κάτι παρεμβαίνει. Αὐτὸ ἔχει πολὺ βάθος.
Τὰ λέω αὐτά, ἀλλὰ δὲν μοῦ ‘ρχεται καὶ καλὸ ποὺ τὰ λέω. Αἰσθάνομαι ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰ λέω… Αὐτὰ εἶναι μυστήρια, δὲν μπορῶ νὰ τὰ ἐξηγήσω. Τὸ μόνο ποὺ λέω εἶναι νὰ γίνονται ὅλα ἁπλᾶ, ταπεινά, ἁπαλά. Ὅταν τὸ θέλεις καὶ περιμένεις νὰ ἑνωθεὶς μὲ τὸν Θεό, ὅταν ἐκβιάζεις τὸν Θεό, δὲν ἔρχεται. Ἀλλὰ ἔρχεται «ἐν ἡμέρᾳ ἢ οὐ προσδοκᾶς καὶ ἐν ὥρᾳ ἢ οὐ γινώσκεις». Εἶναι ἕνας ἁγιότατος τρόπος, ἀλλὰ δὲν μπορεῖς νὰ τὸν μάθεις ἀπ’ ἔξω. Πρέπει νὰ μπεῖ μέσα στὴν ψυχή σου μυστικά, ὥστε νὰ τὸν ἐνστερνισθεῖς μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ.
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ