Θα τον πάρεις μου είπαν, κι έτσι έπρεπε να γίνει. Δεν κόταγα να πω όχι. Ούτε που τον είδα καθόλου. Τι μούτρα είχε δεν ήξερα.
Κείνο που’ ξερα ήταν να λέω ναι.
Σαν μπορείς πες όχι. Από που θα να’ ρθει ο φούσκος, δεν έγλεπες. Απ’ τον πατέρα; Απ’ την μάνα; Η απ’ τον μεγαλύτερο αδερφό;
Είχε και κείνος λόγο.. Στα χαστούκια πρώτος.
Κι άμα είπα το ναι, σκεφτόμουν πως να’ ναι; Κουτσός, γκαβός; Ούι τι έκανα η καψερή, και πως να το πάρω πίσω.
Ω μάνα της είπα μια μέρα. Πως είναι ο γαμπρός; Πως θες να’ναι μου είπε. Όπως όλοι είναι κι αυτός.
Τα’ χει όλα της είπα; Κείνο που πρέπει το’ χει μου είπε, μόνο τσώπα και να αφήκεις τις πολλές κουβέντες. Τι να κάνω και ‘γω; Τσώπασα.
Ήθελα να την ρωτήσω πολλά, αλλά δεν είχα το θάρρος. Μας μεγάλωναν με φόβο, και πως κάποια πράγματα δεν τα κουβεντιάζουμε. Απλά τα δεχόμαστε.
Να μιλάς για άντρες, ήταν ντροπή. Μόνο να τους υπηρετούμε έπρεπε, και να λέμε ναι. Γνώμη δική μας δεν είχαμε.
Κόψανε τα λόγια γρήγορα γρήγορα. Σε δυο μήνες θα την έχω έτοιμη είπε ο πατέρας.
Κι αρχίσαμε τις ετοιμασίες. Η πρώτη ήμουν. Από πίσω ήταν κι άλλες τέσσερις, και τρία τα παιδιά, οχτώ
Έχω πέντε τσιούπρες έλεγε η μάνα, με φωνή να την λυπηθούν.
Κι άμα έφτανε να πει και τρία παιδιά, τέντωνε το κορμί με καμάρι, και το φώναζε δυνατά.
Λες και μεις οι τσιούπρες, μπαστιά είμασταν. Τα λυπούνταν τα καημένα τα μπαστιά εκείνο τον καιρό. Μετά γέμισε ο τόπος απ’ αυτά και δεν περίσσευε λύπη.
Ε, και πόσα αγκάλιαζαν οι πατεράδες, και καμαρώνανε για τα ντερέκια τους…Κι άμα τους ρωτούσαν, που έμοιασε κι έγινε έτσι ψηλός; Απ’ το σόι της μάνας του έλεγε. Απ’ το σόι της.
Τι να’ λεγε; Κοντοστούπης αυτός. Πέντε τσιούπρες, λες και μίλαγε για χολεριασμένες.
Αυτές τις τσιούπρες φώναζε σαν έπεφτε στο κρεβάτι. Τα παιδιά δεν τα φώναξε ποτέ, να τους πει, να σηκώσουν το μαξιλάρι μια φορά και κείνα.
Σε δυο μήνες ντύθηκα με το φουστάνι του γάμου. Ένα φουστάνι υφαντό μακρύ μακρύ, με ένα μαντήλι το ίδιο αλλά πιο λεπτό το ύφασμα. Έπρεπε να το βρούμε.
Που παράδες για να ‘χω δικό μου. Το ψωμί ψωμάκι λέγαμε. Όταν δεν κατέβαινε κάτω η ξερή μπουκιά, κόβαμε ένα κομμάτι και κάναμε πως ήταν τυρί, και ξεγελούσαμε τον εαυτό μας.
Μόνο νερό πίναμε μπόλικο. Να φουσκώσει τ’ άντερο. Να τουμπανιάσει, να μη χαλεύει να φάει. Μια φορά η μάνα, δεν είχε τι να μαγειρέψει.
Έκοψε την μπομπότα και μας την μοίρασε.
Έβγαλε από το ντουλάπι, ένα κομμάτι λειτουργιά και μας την μοίρασε κι αυτή.
Μια χαψιά μπομπότα μας έλεγε, μια μικρότερη λειτουργιά. Πείτε πως είναι γαλοτύρι. Κι άμα αποφάγαμε, πήρε την κανάτα ο αδερφός μου, και ήπιε όλο το νερό.
Ούι νισιάνι μου, όλο το’ πιες; Τι να’ κανα μάνα; Σιαλίρα ήταν το γαλοτύρι της είπε. Φαρμακώθηκα απ’ τ’ αλάτι.
Βάλαμε τα γέλια όλα μαζί κι η μάνα δεν ήξερε ποιο να πρωτοβαρέσει.
Από μια γεροντοκόρη το πήρε η μάνα το φουστάνι που φόρεσα στο γάμο μου. Με χαρά το έδωσε. Εγώ δεν αξιώθηκα είπε. Ας το βάλει η τσιούπρα σας.
Κι η μάνα μια μέρα είπε κρυφά στον πατέρα, αν δεν την τράβαγες τα βράδια κρυφά στην καλύβα, δεν θα μας το έδινε.
Να δεις που θα φαντάζεται πως είναι κείνη που πάει στην εκκλησιά. Στο γάμο δεν ήρθε. Και σαν της το πήγα πίσω και την ρώτησα γιατί; Αναστέναξε η δόλια, και μου’ πε, είχα μια σκοτοδίνη κείνη την μέρα και δεν μπόρεσα.
Πήγε στην κάμαρά της κι ήρθε, και μου’ βαλε στο χέρι παράδες.
Κείνο τον καιρό δεν δίνανε παράδες στους γάμους για δώρο. Δίνανε νοικοκυριά. Της φίλησα το χέρι και δάκρυσε.
Όταν έφυγα, είχα ένα κόμπο στο λαιμό, μα σαν σκέφτηκα την μάνα να με γλέπει να της φιλάω το χέρι, τον κατάπια..
Δεν την χώνευε καθόλου. Αλλά στην ανάγκη της για το νυφικό την θυμήθηκε που έλεγε πως το ράβει μόνη της αυτή το νυφικό της. Μύριζε ναφθαλίνη.
Ευτυχώς που ήμουν νέα, και δεν θα σκεφτόταν ο γαμπρός πως μ’ είχαν βάλει σε κείνη, να διατηρηθώ…Έτσι είπα στη μάνα και κείνη κοίταξε αλλού να γελάσει.
Ούτε το γέλιο της δεν άφηνε να βγει. Ούτε αυτό.
Παπούτσια μου δώσανε μιας άλλης νύφης από τον πέρα μαχαλά, που’ χαμαν το ίδιο ποδάρι.
Μόνο που το δάχτυλό μου το μεγάλο ήταν μακρύτερο και δεν μπορούσα να το τεντώσω.
Μου τα βάλανε και νωρίς νωρίς, να’ μαι έτοιμη, μη και κάτσω παραπάνω στο σπίτι. Μ’ έκοψαν και μένα, και λέω στην μικρή μας, και μου’ φερε ένα μαχαίρι.
Έκανα και ‘γω μια τρύπα κι’ έβγαλα το δάχτυλο απ’ όξω.
Κανένας δεν το είδε. Κοίταγα και ‘γω να μη βγαίνει εκείνο το ποδάρι πέρα απ’ το φουστάνι.
Στο χορό φάνηκε, αλλά εμένα το δάχτυλο δεν ήταν μαζεμένο και μπορούσα να χορέψω. Ο γαμπρός με περνούσε πολλά χρόνια, γι’ αυτό δεν μου τον δείξανε. Σάμπως αν τον έβλεπα κι έλεγα δεν τον θέλω, θα μ’ άκουγαν. Χόρευα και τον κοίταγα.
Καλός είναι σκεφτόμουν. Καλά στέκεται. Τι να’ κανα; Προσπαθούσα να βρω τα καλά του, για να τον ζεσταθώ.
Δεν χρειάστηκε όμως στην πορεία. Ήταν παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Είχε περίσσια καλοσύνη, και μου έδωσε πολύ αγάπη.
Η μάνα του έλεγε μην την κακομαθαίνεις.
Και κείνος της απαντούσε, τώρα είναι δική μου και θα την μάθω όπως θέλω, κι όπως πρέπει. Και’γω δεν κοιτούσα τα χρόνια του, αλλά όλα εκείνα που με έκαναν κι ένιωθα άνθρωπος.
Καμάρωνε που χόρευα κι άμα είδε το δάχτυλο απ’ έξω, έσκυψε στ’ αυτί μου και μου είπε, αύριο κιόλας θα σου πάρω άλλα.
Την επομένη του είπα πως δεν ήταν δικά μου κι έπρεπε να τα γυρίσω πίσω. Μ’ έκοβαν του είπα, και τα’ κοψα.
Τρία ζευγάρια μου πήρε. Ένα το ξένο, ένα για κάθε μέρα, κι ένα για τις γιορτινές μέρες. Είχε παράδες.
Από τα ξένα είχε έρθει. Μικρός ήταν σαν έφυγε, κι έμεινε εκεί όλα τα χρόνια. Σαν μεγάλωσε, γύρισε να παντρευτεί. Φίλος του πατέρα μου ήταν αλλά χάθηκαν λόγω ξενιτιάς. Πέρασα καλά μαζί του. Κάναμαν και μεις δυο τσιούπρες, και δυο παιδιά.
Μόνο που εγώ δεν χαμήλωνα την φωνή μου σαν το’ λεγα, ούτε κορδωνόμουν για τα παιδιά. Ο άντρας μου επειδή ήταν όξω όλα τα χρόνια είχε άλλη γνώμη.
Όλα είναι παιδιά μας έλεγε. Τι θα πει τσιούπρες και παιδιά. Όλα παιδιά. Παιδιά μας και τα αγαπάμε το ίδιο, και τους δίνουμε τα ίδια πράγματα. Μην τα λες αυτά γαμπρέ του’ λεγε ο πατέρας μου, θα σου κόψω την καλημέρα.
Έκατσε να του εξηγήσει δυο τρία πράματα, αλλά ο πατέρας μου δεν τ’ άκουγε. Σκώθκε να φύγει, και μας έκοψε και την καλημέρα.
Πήγε να τον βρει, να του μιλήσει, μα τον έδιωξε.
Μην ξανάρθεις, του είπε. Θα μου μαγαρίσεις και τ’ άλλα με τούτα που λες. Με τούτα που κουβάλησες από’ κει που ήσουν.
Δεν πήγαμε και’ μεις, παρά μονάχα σαν έπεσε απ’ την φοράδα και σκοτώθκε.
Τον γκρέμισε μια μέρα γιατί την βίτσισε να τρέξει, κι αυτή ήταν κουτσή και δεν μπορούσε. Πόναγε.
Κι άμα έφτασε σ’ ένα γκρεμό, και την ξανά βίτσισε, κάνει κι αυτή μια έτσι και τραντάχτηκε, και τον έσκασε σιάδι στην κατηφόρα του γκρεμού, κι έφυγε.
Έπειτα από τρεις μέρες ήρθε στο σπίτι.
Πήρε την εκδίκησή της, για όλες τις τσιούπρες. Τσιούπρα και κείνη. Η μάνα μου να σκούζει μέρα νύχτα. Τι θ’ απογίνω με τα ορφανά;
Ποια ορφανά της είπε ο άντρας μου. Ποια ορφανά; Όλα είναι μεγάλα της παντρειάς.
Να πάνε να δουλέψουν να ζήσετε. Κι η μάνα που ήθελε να την λυπηθεί και να την βοηθήσει, να της δώσει παράδες που ήξερε πως είχε, του κάκιωσε κι αυτή, λέγοντας,αν ήξερα τι φίδι έβαζα στον κόρφο μου, δεν θα σου την έδινα την τσιούπρα μου.
Σαν θέλεις της είπε, πάρε την πίσω.
Αλήθεια το λες; Είπα στον άντρα μου, και κείνος με πήρε αγκαλιά. Δεν θα σε άφηνα για τίποτα της είπε. Και να δεις που η καρδιά της φτερούγισε, έτσι που δεν το ξανάνιωσε τούτο το φτερούγισμα. Ήταν μεγαλύτερος ο άντρας μου.
Στα χέρια του πέρασα πολύ καλά. Χόρτασα γλέντια, χόρτασα λούσα, χόρτασα φαΐ.
Και κείνος καμάρωνε για τα νιάτα μου. Ε, τι να κάμουμε; Όλα δεν μπορούμε να τα’ χομε. Μια κουβέντα πίσω δε μου γύρισε ποτέ. Τα παιδιά μας τα μεγαλώσαμε όλα όμοια.
Όταν βγαίναμε στο σεργιάνι, μου’ λεγε, από το μπράτσο μου κρατήσου. Από το μπράτσο μου. Με βλέπανε και γελούσανε. Χώρια πηγαίνανε οι γυναίκες από τους άντρες τους.
Χώρια και πίσω τους. Γελάει ο κόσμος του λέω.
Για γέλια είναι αυτοί έλεγε, κι όχι εμείς. Εμείς θα τα κάνομε όλα παρέα.
Μαζί. Δίπλα δίπλα. Και’ γω του έσφιγγα το μπράτσο.
Η μάνα ξεπείσμωσε, κι έριξε τα μούτρα της κι ήρθε να μας δει. Την δεχτήκαμε με χαρά. Μεγάλη γυναίκα ήταν.
Είχε και δυο ανύπαντρα ακόμα, κι ήθελα να πάω στο γάμο τους. Την βοηθήσαμε κιόλας να τα παντρέψει. Ό,τι είπαμε, νερό κι αλάτι του είπε. Νερό κι αλάτι γαμπρέ μου.
Τον έχασα τον άντρα μου, πέντε μήνες μετά από την μάνα. Πριν φύγει, άρρωστος ήταν και με πήρε στην αγκαλιά του. Φεύγω μου είπε. Φεύγω, μα θέλω να μου πεις, αν πέρασες καλά μαζί μου.
Αλήθεια να μου πεις. Όχι ψέματα.
Και επειδή είσαι νέα, μου είπε, ξαναπαντρέψου. Μην μείνεις μόνη σου κι έχω την έγνοια σου.
Κι έπεσα πάνω του, και του’ λεγα πάρε με μαζί σου, να συνεχίσουμε στον κάτω κόσμο την ζωή μας. Εκείνος μου σκούπισε τα δάκρυα, αναστέναξε κι έκλεισε τα μάτια του.
Εκείνο το χαμόγελο της ευτυχίας, το πήρε μαζί του. Εγώ δεν ξαναπαντρεύτηκα. Ούτε το σκέφτηκα ποτέ μου. Σαν τον άντρα μου, δεν ήταν κανείς. Εγώ πέρασα καλά μαζί του! Χορτασμένη ήμουν από όλα!
Ελευθερία Λάππα