Μάγισσα τη φωνάζανε αλλά αυτή από μάγια δεν ήξερε… Μόνο από αγάπη…

mike
By
201 Views
14 Min Read

Κορμοστασιά ψηλή κι αδύνατη. Τόσο που νόμιζες πως θα την πάρει ο αέρας σαν φύσαγε.

Τα πόδια της αδύνατα σαν τσακνάκια. Φορούσε και το καλοκαίρι κάλτσες, να δείχνουν έστω αυτό το λίγο, πιο χοντρά.

Οι κάλτσες μέχρι το γόνατο κι η καλτσοδέτα σφιχτή να μην της φύγει και φανεί το κόκαλο.

Κι ένα περπάτημα σαν βαρκούλα στο κύμα. Κουνιστό και λυγιστό, με την μια μπάντα να γέρνει λίγο προς αριστερά. Στην πλάτη της, μια καμπουρίτσα μικρή, σαν μαξιλαράκι χρόνων που είχε φθαρεί από τον καιρό.

Πολλοί οι καιροί που διάβηκαν από την καμπουρίτσα της, κι από τα τσακνάκια της. Πολλοί οι καιροί που φωλιάσανε στην ψυχή της τα βάσανα. Ετούτα τα βάσανα ποτέ δεν φύγανε.

Εκεί γύρω γύρω από την καμπουρίτσα περπατούσανε και λέγανε τον πόνο τους, το ένα στ’ άλλο.

Και τα τσακνάκια τα έρμα, ακόμα αντέχανε να τα σηκώνουνε. Τελειωμό δεν είχαν. Ούτε αυτά, μα ούτε και του κόσμου η απονιά.

Στο καλύβι της, δεν πάτησε ποτέ κανείς να δει, αν ζει, η πέθανε.

Μόνο σαν την βλέπανε να σέρνει τα τσακνιά της, την θυμούνταν και κρύβονταν να μην τους δει και τους μαγέψει.

Είχε την φήμη της μάγισσας. Μα αν ήξερε από μάγια η καψερή, θα τα’ κανε να κρατήσει και τον άντρα της, που έφυγε μια μέρα πριν από χρόνια και δεν τον ξανάδε από τότε.

Αν ήξερε από μάγια, θα’ διωχνε και το μαξιλαράκι το φθαρμένο που κουβάλαγε στις πλάτες της, και ίσιες δεν τις είδε ποτέ από τότε που κόλλησε πάνω της.

Δεν ήταν έτσι οι πλάτες της. Ίσιες τις είχε.

Ίσιες τις είχε και κείνη, αλλά σαν έπεσε από τον βράχο που πήγε να μαζέψει τσάι να ξαρρωστήσει τον προκομμένο της, που’ χε πέσει του θανατά από μια αρρώστια, στραβώσανε.

Κάποιος περαστικός της είπε πει, πως το τσάι που βγαίνει στην κορφή του βράχου, γιατρεύει την αρρώστια που’ χει ο άντρας σου.

Αυτό θα τον κάνει καλά.

Και κείνη δίχως σκέψη δεύτερη, αψήφησε τον κίνδυνο και βρέθηκε στην κορφή να το μαζέψει.

Και γλίστρησε η δόλια, κι έπεσε και σακατεύτηκε. Κείνα τα παπούτσια φταίξανε, που άλλα δεν είχε. Δεν τα’ βγαλε από τα τσάκνα της ποτέ. Λιώσανε…Τι να σου κάνουν κι αυτά; Πόση ζωή να’ χουν που κάθε μέρα τα’ σερνε στο χώμα;

Παν κι οι σόλες, πάει και το πετσί τους. Εκεί σε κείνο το σημείο της φτέρνας της, είχε λιώσει, που έξω είχε βγει κι ήταν τόσο σκληρή, που σαν ήθελε να σπάσει τσίγαλα τα πάταγε με δαύτη και τα’ κανε λιώμα. Τόσο σκληρή ήταν,που μια φορά πάτησε γυαλί, και το’ κανε κομμάτια.

Πολλές φορές σκεφτόταν, να μην το’ χω στην καρδιά μου τούτο το σκληρό κομμάτι; Να μην το’ χω στην καρδιά, να μην πονάω τόσο; Εκείνα τα διαολοπάπουτσα φαίξανε κι έπεσε. Το τσάι όμως από τα χέρια της δεν το άφησε.

Πήρε το σακατεμένο το κορμάκι της, και το τσάι που μάζεψε και πήγε και τον γιάτρεψε.

Μα κείνη όμως την πλάτη της, δεν την ίσιωσε από τότε. Κι άμα έγινε καλά ο άρρωστος, τον χάλαγε η πλάτη της, κι έφυγε να μην την βλέπει. Αν ήξερε από μάγια, δεν θα τον κράταγε;

Αλλά τι να πει σε έναν κόσμο, που την κοιτούσε με μισό μάτι; Και τι σημασία έχει να τα πει όλα τούτα;

Αυτή να την λυπούνται δεν θέλει. Καλύτερα να την φοβούνται, παρά να την λυπούνται.

Ο φόβος έλεγε δεν πληγώνει. Η λύπη όμως ανοίγει πληγές παλιές, και σου κάνει και καινούργιες. Ετούτο το σακάτεμα ήταν, που την έκανε να φύγει από τον τόπο της.

Να φύγει, όσο μακριά γινότανε. Δεν άντεχε την λύπη του κόσμου εκείνου, που την ήξερε και δίχως την καμπουρίτσα της, και την λυπούνταν για το χάλι της κι έφυγε.

Έφυγε χωρίς να ξέρει που θα σταματήσει. Χωρίς να ξέρει που θα γείρει την καμπουρίτσα της να ξεκουραστεί, γιατί για ίσιωμα ούτε κουβέντα..

Πήρε ο νους της παραμάσχαλα τις θύμησές της, πήρε κι η ψυχή της τα βάσανα, πήρε κι η καρδιά της όσο κουράγιο είχε απομείνει, τα φόρτωσε όλα τούτα στα τσακνάκια της, που πανάθεμά τα, δεν λυγίσανε να τα κουβαλάνε, και τα ακούμπησε στην καλύβα που έφτιαξε μόνη της.

Τα πήρε κι έφυγε, κι έψαχνε για απάγκιο σε ξένο τόπο. Μα πουθενά δεν το’ βρισκε.. Παντού φύσαγε αδιαφορία κι απονιά, και μια λύπη που εκείνη δεν την ήθελε καθόλου.

Κι έλεγε τις νύχτες που ξάπλωνε πάντα στο πλευρό το δεξί, γιατί τ’ αριστερό έγερνε, στο δεξί μόνο μπορούσε, και μπρούμυτα.

Ανάσκελα κι αριστερά, φταίγανε τα παπούτσια που δεν έγειρε ποτέ ξανά. Έλεγε, η καψερή, άλλο να λυπάται κάποιος γι’αυτό που σε βρήκε, κι άλλο να σε λυπάται.

Έχει διαφορά το’ να με τ’ άλλο. Όπου έβρισκε τσίγκους πεταμένους, και παλιοτενεκέδια, τα μάζευε. Με τούτα έφτιαξε το καλύβι της. Τα έκοβε μ’ ένα σουγιά που είχε, κι άμα στούμπωνε, τον τρόχιζε στο σκληρό κομμάτι της φτέρνας της.

Μ’ αυτή χτυπούσε να ισιώσουν κι οι τενεκέδες. Έτσι έφτιαξε το καλύβι της. Με τσίγκους, και με τενεκέδες.

Με τα χεράκια της, και με την φτέρνα της. Στην αρχή θελήσανε να την διώξουν από κει. Μα πήρε θέση ο παπάς και είπε, αφήστε την, την ταλαίπωρη, μα μακριά είναι το καλύβι της από το χωριό. Μακριά. Τι τάχα να σας κάνει; Μια πονεμένη είναι.

Μακριά και ψηλά στο βουνό, πόσο θα αντέξει;

Πόσους χειμώνες θα αντέξει; Αφήστε την, μα δεν σας πειράζει.

Κι όμως άντεξε καμπόσους, κι όταν ο αέρας, της έπαιρνε τον τσίγκο, τον κυνηγούσε κι ας ήταν και νύχτα. Κι όπου σκάλωνε, τον τράβαγε και τον έφερνε πίσω. Τον έβαζε στη θέση του, τον πλάκωνε με τα βάσανά της που ήταν βαριά και κείνο το κομμάτι δεν ξανάφευγε. Σχεδόν όλα τα πλάκωσε με τα βάσανα.

Μόνο ένα είχε μείνει, και καρτέραγε να το πάρει ο αέρας και κείνο. Αν ήξερε αυτή από μάγια, δεν θα έφτιαχνε για τον κόσμο; Να τον ποτίσει λίγη ανθρωπιά; Λίγη. Όχι πολύ.

Όσο χρειάζεται να συμπονέσει… Ας είναι όμως. Πότε ο κόσμος ήταν συμπονετικός; Μπορεί και να’ ταν. Εκείνη, δεν το είδε. Νύχτα ήταν και φύσαγε πολύ κείνο το βράδυ. Οι τσίγκοι της χτυπούσανε, και λαρωμό δεν είχαν.

Να κλείσει μάτι δεν μπορούσε, κι είχε κάτσει σταυροπόδι στο στρώμα της επάνω. Είχε ρίξει και στην καμπουρίτσα της τα σκεπάσματα να μην κρυώσει, κι άκουσε μια φωνή από έξω.

Κυρά μάγισσα φώναζε. Κυρά μάγισσα άνοιξε.

Δεν θα άνοιγε, αλλά ετούτη η φωνή απελπισμένη ήταν. Για να πάει μέχρι εκεί, και να την λέει κυρά, απελπισία είχε.

Το μάγισσα το’ χε συνηθίσει, αλλά το κυρά, της ήταν άγνωστο. Πήγε άνοιξε και μια μάνα με φωνή σπαραχτική, το χάνω της είπε το παιδί μου. Το χάνω.

Το χάνω. Έλα να μου το γιατρέψεις με τα μάγια σου. Δεν την άκουγε, που της έλεγε δεν ξέρω από μάγια, μόνο την τράβαγε με το ζόρι και την πήγε στο σπίτι της.

Κόσμος πολύς μαζεμένος και σαν την είδαν κάνανε στην άκρη να διαβεί η μάγισσα.

Να διαβεί μην τους αγγίξει και κολλήσουν από τα μάγια της.. Μόνο η μάνα που’ χανε το παιδί της, δεν την ένοιαζε να κολλήσει.

Μόνο εκείνη, στην απελπισία της πως θα το χάσει.

Μπαίνει μέσα, και θωρεί ένα μικρό κι αδύνατο παιδάκι, κακοτερένιο να χτυπιέται και να προσπαθεί να ανασάνει, με το στοματάκι του ανοιχτό, αλλά σαν να μην του’ φτανε η ανάσα του. Σαν να μην την χόρταινε..

Βλέπει τον πατέρα να χτυπιέται και κείνος δίχως να ξέρει τι να κάνει, και την μάνα που την έφερε με το ζόρι σαν την έμπασε μέσα, άρχισε να τραβάει τα μαλλιά της, και να φωνάζει το χάνω το παιδί μου. Πόνεσε η ψυχή της.

Πόνεσε τόσο πολύ για τούτο που έβλεπε. Αυτή μάγια δεν ήξερε, μα έσκυψε πάνω στο παιδί, το πήρε στην αγκαλιά της, και το’ σφιξε τόσο πολύ, να νιώσει το δόλιο πως κάποιος το κρατάει σαν φεύγει από τούτο τον κόσμο. Να νιώσει πως είναι σε μια αγκαλιά ζεστή, μη φύγει με τους αγέρηδες της νύχτας μες το κρύο.

Το έσφιξε τόσο πολύ, που έβηξε το δόλιο, και κείνη το γύρισε μπρούμυτα. Όπως κοιμότανε κι αυτή. Μπρούμυτα.

Το γύρισε μπρούμυτα και του χτυπούσε την πλατούλα του, και κείνο έβγαλε μια φωνή, και μαζί της έβγαλε κι ένα κουμπί.

Εκείνο ήταν που του έκοβε την ανάσα του.

Εκείνο ήταν, που θα το έχανε η μάνα του. Κι άμα το παιδί συνήλθε στην αγκαλιά της, το έδωσε στην μάνα του, πήρε την καμπουρίτσα της, κι έφυγε πατώντας στο σκληρό της φτέρνας της. Σε κείνο το σκληρό, που άφησε το σημάδι του φεύγοντας.

Ένα σημάδι που μόνο το παιδί το ένιωσε. Το παιδί και κείνη.

Κι ήταν αγάπη ετούτο το σημάδι.

Κι άμα απομακρύνθηκε σαν να άκουσε, που την φώναξε η μάνα. Σαν να της είπε, πως σε λένε; Αλλά φύσαγε και μπορεί να έκανε και λάθος. Δεν άκουσε καλά, τι ακριβώς της είπε.

Κείνο όμως που ήξερε, ήταν που τα βάσανά της, ήταν τόσο βαριά, που κι ο αποψινός αέρας δεν τα πήρε απ’ την καμπούρα της.

Όχι μόνο δεν τα πήρε, αλλά της φόρτωσε ακόμα ένα.

Ένα, κι ήταν μεγάλο σαν την απονιά του κόσμου σαν την κακομοιριά του, που φοβήθηκε μην τους κολλήσει μάγια, από κείνα, που στείλανε την μάνα να την βρει και να γιατρέψει το παιδί της. Μάγισσα, μάγισσα της φώναξε η μάνα.

Το όνομά της ήθελε να μάθει. Μα αυτή δεν αποκρίθηκε. Μάγισσα δεν ήταν και δεν της απάντησε.

Τι να της πει; Αγλαΐα με λένε; Χρόνια είχε να ακούσει το όνομά της, που και κείνη αναρωτήθηκε, αν είναι τούτο.

Κι αυτός ο αέρας ο αποψινός, της πήρε και κείνο το κομμάτι του τσίγκου που’ χε απομείνει.

Καλά που δεν της πήρε τα βάσανα, και θα’ χει να ρίξει πάνω του.

Να το σκεπάσει με τούτα, να μην κουνήσει κανείς αέρας τους τσίγκους της καλύβας της.

Κι είναι τόσο βαριά πανάθεμά τα. Και τόσο χρήσιμα καμιά φορά στο να σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο, κι ας σε εξορίζουν στην ερημιά του κόσμου.

Και κείνο το περπάτημα σαν κουνιστή βαρκούλα, με τα τσακνάκια της χειμώνα καλοκαίρι ντυμένα με τις κάλτσες ,πόσο ανάλαφρο έγινε από κείνο το βράδυ που έκλαψε το παιδάκι στην αγκαλιά της. Πόσο ανάλαφρο έγινε σαν το άκουσε να κλαίει.

Σαν να κράταγε το δικό της παιδί της φάνηκε, κι ένιωσε για λίγο μάνα. Για λίγο όμως, κι ήταν πολύ, τούτο το λίγο, να την συντροφεύει στην βαρυχειμωνιά της μοναξιάς της. Δεν χρειάζεται να’ χεις γεννήσει ένα παιδί είπε, για να νιώσεις μάνα.

Όχι. Δεν χρειάζεται να το γεννήσεις.

Αγκαλιά χρειάζεται. Να είναι εκεί, ανοιχτή στα δύσκολά του…

Κορμοστασιά ψηλή κι αδύνατη. Τόσο που νόμιζες πως θα την πάρει ο αέρας σαν φύσαγε.

Τα πόδια της αδύνατα σαν τσακνάκια. Φορούσε και το καλοκαίρι κάλτσες να δείχνουν, έστω αυτό το λίγο, πιο χοντρά.

Οι κάλτσες μέχρι το γόνατο κι η καλτσοδέτα σφιχτή να μην της φύγει και φανεί το κόκαλο.

Σφιχτοδεμένα μέσα στην καλτσοδέτα και τα βάσανά της. Πάνω στα τσακνάκια της γαντζωμένα.

Κι ήταν τόσο βαριά, που κι οι αγέρηδες, δεν μπόρεσαν να τα σηκώσουν, όσο κι αν φυσούσανε..

Ελευθερία Λάππα

facebook.com/nbalanos

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση