Μέρα μεσημέρι την σήκωσε και την έριξε στην πλάτη του, σαν αρνί που το πας στον χασάπη για σφάξιμο. Από την βρύση γύρναγε με τον αδερφό της τον μικρό.

mike
By
232 Views
20 Min Read

Μέρα μεσημέρι την σήκωσε και την έριξε στην πλάτη του, σαν αρνί που το πας στον χασάπη για σφάξιμο. Από την βρύση γύρναγε με τον αδερφό της τον μικρό. Τραγουδούσε, τον πείραζε και γελούσανε.

Πες μου Σταυρή μου, ποια κοπέλα αγαπάς; Κι ο Σταυρής ντρεπότανε, μα μικρός είμαι για αγάπες της έλεγε. Κι η Θέκλα γελούσε, γελούσε, γιατί και κείνη δεν ήταν μεγαλύτερη πολύ, μα από αγάπη ήξερε.

Στα δέκα πέντε της ήταν, κι ο Σταυρής στα δέκα. Κι άμα τον είδε μια μέρα στης φίλης της το σπίτι, έπεσε κεραυνός και την χτύπησε.

Έτσι ένιωσε. Σαν να την χτύπησε και της έκαψε τα σωθικά.

Για δυο μέρες είχε έρθει ο ξάδερφος της Μαρίκας, μα έκατσε μια βδομάδα. Που να ξεκολλήσει.

Δεν ξεκολλάς κι εύκολα σαν δεις τα μάτια της Θέκλας. Αυτά δεν ήταν μάτια. Φεγγάρια ήταν. Του έριξε ένα βλέμμα και τον μάγεψε. Μια βδομάδα έκατσε, ώσπου να μπορέσει να την δει μόνη της και να της πει, όλα κείνα που ήθελε.

Η Θέκλα τον άκουγε, και η καρδιά της είχε σταματήσει. Πόσα ήθελε να του πει κι αυτή, αλλά τα κορίτσια δεν λένε λόγια αγάπης σε ένα ξένο, κι ας θέλουν να τον αγκαλιάσουν, και να τα πουν.

Κι άμα τελείωσε, κι αφού της είπε ό,τι ήταν να της πει, του απάντησε, είμαι μικρή ακόμα για αγάπες.

Που να΄ ξερε πως αυτό που ένιωθε ήταν αγάπη και πως κανείς δεν θα μπορούσε να τους χωρίσει.

Πάνε τρεις μήνες τώρα που μέσω της φίλης της, παίρνει τα γράμματά του. Ο Μένιος της, είναι στο στρατό. Όταν απολυθώ της είπε, θα έρθω να σε ζητήσω. Κι από κείνη την μέρα, όλα άλλαξαν γύρω της, Αλλιώτικα τα έβλεπε.

Ακόμα και τα άσχημα, είχαν ομορφύνει. Γίνανε όμορφα κι αυτά σαν την αγάπη της.

Όταν έρχονταν το γράμμα, την φώναζε η φίλη της. Τα σπίτια τους την ίδια αυλή είχαν, και πήγαινε. Το διάβαζε, το ξαναδιάβαζε, κι ήταν σαν να τον έβλεπε. Σαν τότε που της πρωτομίλησε. Σαν να τον είχε μπροστά της ολοζώντανο της φαινότανε.

Και πόσο όμορφα ήξερε και έγραφε. Ακόμα και στα γράμματά του σεβασμό μεγάλο της είχε, όπως και την εβδομάδα που έμεινε στην ξαδέρφη του.

Τα χέρια της, της τα έπιασε με πολύ τρυφερότητα όταν θέλησε να της μιλήσει. Της τα έπιασε, ίσα ίσα να την οδηγήσει στην καρέκλα, να καθίσει να τον ακούσει. Τότε της είπε, πως αυτό που του συνέβη όταν είδε τα μάτια της, δεν συμβαίνει στην ζωή μας, παρά μόνο μια φορά.

Είναι σαν η ίδια η μοίρα να μας λέει, κοίτα, αυτό είναι το τυχερό σου, κι άλλο δεν έχει. Και στην μοίρα δεν πας κόντρα, όταν σου μιλάει. Εσύ είσαι το πεπρωμένο μου της έγραφε.

Δεν βλέπω την ώρα να απολυθώ να έρθω να σε ζητήσω, κι αν μου πεις πως είσαι ακόμα μικρή, θα σε περιμένω ώσπου να μου πεις μεγάλωσα. Οι γονείς της ήταν αυστηροί μα και σωστοί συνάμα, κι είχε αρχές η Θέκλα.

Μια βδομάδα που τον έβλεπε κάθε μέρα από δυο κι από τρεις φορές, δεν τον άφησε να την αγγίξει.

Μα και κείνος, δεν το επεδίωξε, ακόμα κι όταν την αποχαιρέτισε να φύγει, κι ήξερε πως θα αργήσει να την ξαναδεί.

Βλέποντας πόσο επιφυλακτική ήταν, δεν έκανε καμία κίνηση να μην την φέρει σε δύσκολη θέση, και να μην της περάσει από το μυαλό της πως θα ήθελε να την εκμεταλλευτεί.

Η καρδιά μου είναι δική σου της είπε μόνο κι έφυγε. Σου ανήκει, όπως και το μυαλό μου, όπως και η ζωή μου. Η μάνα της την είχε συμβουλέψει. Τα λόγια των αντρών να μην τα πιστεύεις της είχε πει. Ο άντρας που αγαπάει πραγματικά, σε σέβεται. Δεν θα σε ξεμοναχιάσει να σου πάρει το φιλί.

Αυτός που θα σε αγαπήσει, τα μάτια σου θα κοιτάει. Εκεί θα έχει το βλέμμα του, κι όχι αλλού. Κι ο Μένιος της μια βδομάδα μόνο τα μάτια της κοιτούσε. Δεν τα χορταίνω της έλεγε.

Με μάγεψαν. Με σημάδεψαν. Η φίλη της, της είπε πως ο καλός της, μίλησε στους γονείς του, κι ήταν ενήμεροι και σύμφωνοι γι’ αυτό που θα γινόταν μόλις ο γιος τους τελείωνε το στρατιωτικό του.

Τρεις μήνες κοντά, από τότε που τον είδε και κεραυνοχτυπήθηκε η Θέκλα. Κάθε μέρα τραγουδούσε. Πολύ χαρούμενη είσαι της λέγανε οι δικοί της, και κείνη γελούσε. Ναι, είμαι τους έλεγε. Γιατί να μην είμαι; Εσείς με μάθατε να βλέπω την ζωή με αισιοδοξία και’ γω αυτό κάνω και την τραγουδάω.

Που να΄ ξερε η κακορίζικη τι θα της συμβεί…

Περνούσε ο καιρός, κι όσο ζύγωνε η μέρα που θα απολυότανε, άνθιζε και μοσχοβολούσε καθώς τον περίμενε. Ήρθε το γράμμα που της έλεγε, τέλος του μήνα θα έρθω να σε ζητήσω, να το ξέρεις.

Εκτός και μου πεις πως είσαι ακόμα μικρή.

Εκείνη του απάντησε πως ο έρωτας την μεγάλωσε, και πως τον περιμένει. Τέλος του μήνα της είπε, κι ο μήνας είχε είκοσι. Σε δέκα μέρες θα τον δει.

Μια μέρα πριν έρθει να την ζητήσει, την άρπαξε και την φόρτωσε στην πλάτη του, σαν τ’αρνί που το πας στον χασάπη. Πετάχτηκε στον δρόμο, την βούτηξε και την έβαλε στην πλάτη του.

Σταυρή μου να φωνάζει. Θέκλα μου να λέει εκείνος, κι αυτός που την είχε φορτωμένη, να της λέει φώναξε όσο θέλεις μα κανείς δεν θα σε βοηθήσει.

Έπεσε πάνω του, ο Σταυρής, τον κλώτσαγε, τον χτύπαγε με τις γροθιές του, μα τι να κάνει ένα δεκάχρονο σε έναν άντρα δυο μέτρα. Τον έσπρωξε με το χέρι του, κι έπεσε κάτω, μα σηκώθηκε τ’ αδερφάκι της και γαντζώθηκε πάνω του, και σερνότανε και φώναζε.

Ματώσανε τα ποδαράκια του από το σύρσιμο, τρέχανε αίματα από την μύτη του από την σπρωξιά, μα δεν το’ βαζε κάτω. Είδε κι απόειδε η Θέκλα και του φώναξε, να πάει να το πει στους γονείς τους. Φεύγει ο μικρός, απελευθερώνεται αυτός και μπόρεσε να ταχύνει το βήμα του.

Τον κλώτσαγε, τον χτύπαγε με τα χέρια της, τον τράβαγε από τα μαλλιά, μα δεν ίδρωνε τ’ αυτί του.

Παιχνιδάκια του φαινότανε όλα τούτα. Μ’ αρέσεις περισσότερο σαν μου κάνεις την ζόρικη της έλεγε, μα τώρα που σ’ εχω στα χέρια μου, κανείς δεν μπορεί να σε πάρει.

Φώναξε η Θέκλα ώσπου εξαντλήθηκε. Άλλο η φωνή της δεν έβγαινε ,μα κι όση ώρα την είχε, κανείς δεν την άκουγε. Η βρύση απόμερα ήταν, μα τέτοια αρπαγή γυναίκας δεν ξανάγινε στα μέρη της ,μέρα μεσημέρι.

Έπειτα από λίγο, βγήκαν σε ένα κατσικόδρομο, και τους περίμεναν δυο άντρες με άλογα. Την έδεσαν στο ένα ,και στο άλλο αυτός μπροστά, και πίσω εκείνη.

Μόνο τότε μπόρεσε να δει καθαρά ποιος είναι. Ήταν ο γιος του τσοπάνου του πατέρα της φίλης της.

Θυμήθηκε που τον αντάμωσε στην αυλή μια μέρα που πήγαινε να την δει, και κείνος έβγαινε, και σαν την είδε, κοντοστάθηκε και κούνησε το κεφάλι του. Αυτό μόνο έκανε, και σήμερα την αρπαγή.

Όλη μέρα περπατούσανε τα άλογα.

Τι απέκανε ο Σταυρής, ούτε και ήξερε. Αργότερα έμαθε πως από την στεναχώρια του, σαν πήγε στο σπίτι δεν μπορούσε να τους πει τι είχε συμβεί.

Έπαθε σοκ κι έχασε την φωνή του. Που’ ναι η Θέκλα τον ρωτούσανε ,και κείνο το καημένο έκλαιγε χωρίς φωνή. Ώσπου να σκεφτούν να τους γράψει σε χαρτί τι έγινε, ο Νικολής ο τσοπάνος, είχε ανέβει στο βουνό, είχε περάσει σε ένα χωριό, που και κει τους περιμένανε με ένα αμάξι, την έβαλε μέσα και πήγανε μακριά, ούτε και ήξερε που.

Σε τούτα τα μέρη δεν είχε έρθει ποτέ.

Μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, σταμάτησε τ’ αμάξι σε ένα σπίτι απόμακρα από’ να χωριό, και κατεβήκανε οι δυο τους. Τ’ αμάξι έφυγε. Μπήκε μέσα μαζί με κείνη που την έσερνε σχεδόν. Ακόμα αντιστεκότανε η κακορίζικη, και άρχισε να σκέφτεται πως θα του ξεφύγει και που στο διάολο να πάει.

Λες και διάβασε την σκέψη της, και της λέει, κείνο που’ χεις στο μυαλό σου, να το βγάλεις. Εδώ θα σε δέσω, ώσπου να με θελήσεις και συ, και θα με θελήσεις, γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Όλα τα είχε οργανώσει.

Μέχρι και φαγητό μαγειρεμένο υπήρχε στη κατσαρόλα. Της έβαλε να φάει μα δεν τ’ αγγιξε. Την έβαλε να κοιμηθεί και κείνος ξάπλωσε σιάδι, αφού την είχε δέσει με την τριχιά στο ποδάρι του. Όση ώρα την έδενε, της έλεγε, δεν θα σε πειράξω, παρά μόνο όταν εσύ θα το θελήσεις.

Είμαι πειραγμένη του είπε μπας και δεν τ’ αρέσει τούτο και την αφήσει.

Την κοίταξε για λίγο, κι ύστερα λέει πως δεν τον νοιάζει, αρκεί από δω και στο εξής να είναι εντάξει μαζί του.

Ποτέ δεν μπόρεσε η Θέκλα να καταλάβει τι σόι αγάπη της είχε.

Γιατί δέκα μέρες δεν την ακούμπησε, και κείνη θυμόταν τα λόγια της μάνας της. Από την μια αυτό, κι από την άλλη αφού την ήθελε, γιατί την πήρε με την βία;

Έπειτα από πολλά χρόνια έμαθε πως πάντα έλεγε, την γυναίκα που θα θελήσω, και δεν με θελήσει, θα την κλέψω.

Μα δεν την γύρεψε, να του πει όχι, και πως να το κανει; Αυτή ήταν πεντάμορφη μπροστά του, κι είπε κι αυτός, και να την ζητήσω δεν θα μου την δώσουν.

Ας την κλέψω, και το ‘κανε

Δέκα μέρες τον παρακαλούσε να την αφήσει, τον παρακαλούσε να ειδοποιήσει τους δικούς της ό,τι είναι καλά. Τίποτα αυτός.

Όλα τα ξέρουν, της είπε. Το φρόντισα εγώ.

Εκείνοι πάλι από την στιγμή που τους το έγραψε ο Σταυρής στο χαρτί, δεν μπορούσαν να το πιστέψουν αυτό που έγινε.

Η μάνα σκεφτόταν την κόρη της και χτυπιότανε, αγκαλιά με το γιο της που δεν μπορούσε να μιλήσει, κι ο πατέρας μάζεψε τους συγγενείς. Να δούνε τι θα κάνουν.

Και τι θα πούνε και στον Μένιο που θα ερχότανε. Κι όταν ήρθε και το έμαθε, χλώμιασε και σαν συνήλθε πήγε παράμερα κι έβαλε τα κλάματα κι ορκίστηκε πως θα την βρει και θα την γυρίσει πίσω να την κάνει γυναίκα του. Ο πατέρας του ήταν απόστρατος της χωροφυλακής.

Πατέρα χρησιμοποίησε τις γνωριμίες σου, να την φέρουμε πίσω. Κίνησε γη και ουρανό ο πατέρας του, χρησιμοποίησε όλες τις γνωριμίες του, και ξεκινήσανε πρώτα από τους φίλους του Νικολή, να μάθουν που πήγε. Από κανέναν δεν μπόρεσαν να πάρουν κουβέντα.

Η αστυνομία τους είπε, πως αν ξέρουν κάτι και δεν το λένε, θα υποστούν τις συνέπειες του νόμου, γιατί αυτό που έκανε ο φίλος τους είναι αρπαγή ανηλίκου. Μ’ αυτοί πιστοί στην φιλία τους δεν είπαν κουβέντα.

Γίνανε ομάδες, συγγενείς και φίλοι των γονιών της, μα και από την πλευρά του Μένιου το ίδιο, και οργώσανε όλη την περιοχή μαζί με την αστυνομία.

Ο πατέρας του Νικολή καταντροπιασμένος και στεναχωρημένος, γιατί αυτό που έκανε το παιδί του, δεν του άρεσε καθόλου.

Θέλησε κι αυτός να βοηθήσει. Είχε φάει ψωμί από τα χέρια τους. Ο πατέρας της Θέκλας σαν ήταν νέος, είχε μεσολαβήσει να τον πάρει ο γείτονάς του ως βοσκό στα ζώα του, και το εκτιμούσε.

Η στεναχώρια του και η υποχρέωση μεγάλη.

Θα τον βρούμε τους έλεγε. Θα τον βρούμε. Πόσο θα κρυφτεί; Μόνο να μην πειράξει το κορίτσι. Να μην το χαλάσει.

Κι ο Μένιος έλεγε, καλά να είναι και δεν με νοιάζει αν την χάλασε. Εκείνο που με στεναχωρεί είναι που η Θέκλα μου υποφέρει, και ‘γω δεν μπορώ να κάνω τίποτα.

Η μάνα της, αρρώστησε, κι έχασε τον κόσμο όλο, για τούτο που τους βρήκε. Η κόρη της χαμένη και ποιος ξέρει τι περνάει, κι ο γιος της έχασε την μιλιά του.

Η Θέκλα δεν έβαζε μπουκιά στο στόμα της τρεις μέρες. Μόνο μια δυο γουλιές νερό έπινε, και του έλεγε, αν δεν την πάει πίσω, δεν θα το πίνει ούτε κι αυτό.

Ο Νικολής, παρ’ όλο που της φέρθηκε με βία, στεναχωριότανε που την έβλεπε να κλαίει έτσι, και που δεν έτρωγε. Το πείσμα της αυτό δεν το περίμενε.

Μα κι όταν την έκλεψε, θαρρείς πως το σκέφτηκε; Με τους φίλους του μιλούσε και λέγανε ποια κοπέλα τους αρέσει, κι αυτός είπε, η Θέκλα μ’ αρέσει. Η Θέκλα του δασκάλου.

Αυτή είναι πολύ όμορφη του είπανε, κι ο δάσκαλος εσένα δεν θα στη δώσει.

Θα την κλέψω τους είπε, και κείνοι είπαν θα σε βοηθήσουμε. Κι έγινε η κλεψιά χωρίς να το πολυσκεφτούνε. Μικροί και κείνοι όλοι τους. Φαντάροι δεν είχαν πάει ακόμα.

Να την βλέπει να μην τρώει και να μην ξέρει τι να κάνει. Να την γυρίσει πίσω, ούτε κουβέντα. Την ήθελε, αλλά δεν είχε τον τρόπο να την κάνει να τον θελήσει κι αυτή.

Άσε με του έλεγε και’ γω θα πω, πως το μετάνιωσες αμέσως που το έκανες, και πως με άφησες, μα εγώ χάθηκα κι ώσπου να βρω τον δρόμο να γυρίσω πέρασαν οι μέρες.

Δεν σε θέλω του φώναζε. Δεν σε θέλω. Εγωισμό δεν έχεις καθόλου να πάρεις μια γυναίκα που δεν σε θέλει; Άσε που έχω δοθεί σε άλλον και την μέρα που μ’ άρπαξες θα ερχότανε να με γυρέψει.

Σ’ αυτόν έδωσα την καρδιά μου και το κορμί μου του έλεγε. Μα δεν πιάνανε τα λόγια της.

Εκείνος θα την κρατούσε ακόμα και χαλασμένη, αρκεί να του είναι πιστή από δω και πέρα.

Όταν ήθελε να κάνει την ανάγκη της, το σπίτι δεν είχε μέσα τουαλέτα, κι έβγαινε έξω. Και ντρεπότανε η καημένη να μαζεύει το φουστάνι της, να κατεβάζει το εσώρουχο και κείνος να την βλέπει. Ένας λόγος που δεν έτρωγε ήταν κι αυτός.

Λίγο νεράκι, τόσο όσο να πηγαίνει μια φορά την ημέρα προς νερού της έξω, και να κρατάει την τριχιά αυτός να μην του φύγει.

Τον παρακάλεσε να την μεγαλώσει λίγο ώστε να μπορεί να κρύβεται πίσω από θάμνους να μην την βλέπει σαν γινότανε τούτο και της έκανε το χατίρι.

Μια φορά θέλησε να φύγει, και πήρε δυο πέτρες έβαλε την τριχιά πάνω στη μια, και με την άλλη χτυπούσε να την κόψει.

Μα σαν αργούσε, την τράβηξε να δει τι γίνεται, και σαν δεν αποκρίθηκε όπως έκανε άλλη φορά, πλησίασε και την είδε να προσπαθεί να την κόψει.

Έγινε θεριό. Αγρίεψε πολύ κι η Θέκλα τα΄ χασε,και λιποθύμησε. Συνήλθε και την κρατούσε αγκαλιά να της λέει, γιατί το έκανες αυτό; Που νόμιζες πως θα πήγαινες; Θα σε έβρισκα. Δεν ξέρεις καν που είμαστε.

Είδε κι απόειδε, έκανε τα πάντα να την αφήσει. Δεν τα κατάφερε. Μια μέρα κατόπι από πολύ σκέψη του είπε. Εγώ δεν θα σε θελήσω ποτέ.

Η με αφήνεις να φύγω, η με κάνεις δική σου, μα να ξέρεις, ό,τι καιρός και να περάσει, εγώ θα σου το κόψω αυτό που έχεις ανάμεσα στα πόδια σου.

Μάρτυς μου ο θεός θα το κάνω. Εκείνος την κοιτούσε, πολύ προβληματισμένος, και ντροπιασμένος για την πράξη του αυτή την απερίσκεπτη. Ναι την ήθελε, αλλά όχι έτσι.

Κάπου κατάλαβε πως δεν γινόταν να την έχει, και πως αυτό που έκανε αντρίκιο δεν ήταν.

Έλα του είπε, έλα, και μάζεψε το φουστάνι της. Έλα κάνε το, μα θυμήσου αυτό που σου είπα. Ό,τι καιρός και να περάσει θα βρω τον τρόπο και θα σου το κόψω. Έλα του φώναζε.

Αυτό δεν θες; Έλα ντε.. Βήμα δεν έκανε, μόνο έριξε το βλέμμα του κάτω από ντροπή. Πήγε κοντά της, την έλυσε, και της είπε πάμε να φύγουμε. Η Θέκλα δεν το πίστευε.

Περπατήσανε δυο ώρες, ώσπου φτάσανε σε ένα χωριό, και συνάντησε κάποιον. Πήρε το αμάξι του και φύγανε.

Μέρα μεσημέρι την πήγε στο σπίτι της, και πετάχτηκαν έξω όλοι να τον πιάσουν. Εκείνος φέρθηκε αντρίκια αυτή την φορά, και ζήτησε συγνώμη από όλους.

Η Θέκλα μπήκε στην μέση και τους είπε, αφήστε τον, μα καλά είμαι…Ο Σταυρής όταν την είδε, έτρεξε φωνάζοντάς την. Βρήκε την φωνή του, κι ο Μένιος της, ήταν εκεί.

Δεν είχε φύγει από το πλευρό των γονιών της. Ο γάμος τους έγινε πολύ σύντομα.

Στον μήνα πάνω πήγαν στην εκκλησιά.

Την μέρα που παντρεύτηκαν ο Νικολής κρεμάστηκε. Δεν συγχώρησε τον εαυτό του γι’ αυτό που έκανε, κι ας τον συγχώρησε η Θέκλα.

Ο πατέρας του, ένας τίμιος άνθρωπος, έχασε τα λογικά του. Οι φίλοι που τον βοήθησαν ξενιτεύτηκαν.

Κι η Θέκλα, μεγάλη πια, έλεγε στους γιους της, πως αν φερθούν άναντρα σε κοπέλα, θα τους το κόψει…η ίδια με το ψαλίδι της κουράς των προβάτων.

Ελευθερία Λάππα

facebook.com/nbalanos

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση