Η Ρουσώ άνοιξε το μπαούλο της, κι έβγαλε από τον πάτο του, ένα σεντόνι καλοδιπλωμένο. Το ξεδίπλωσε προσεχτικά, και μέσα υπήρχε ένα ύφασμα λευκό.
Μέσα από το ύφασμα ήταν το νυφικό της. Ένα νυφικό, κεντημένο στο χέρι. Μοδίστρα κι η ίδια και το έραβε και το κεντούσε μήνες.
Μια άλλη που ήξερε και κείνη από μοδιστρική, ερχότανε και της έκανε τις πρόβες.
Έξι με εφτά μήνες της πήρε να το τελειώσει. Το’ πιανε στα χέρια της, κάθε πρωί που ήταν ξεκούραστη, μέχρι το μεσημέρι.
Ύστερα ασχολιότανε με τα άλλα ραψίματα.
Καλή μοδίστρα ήταν και η μοναδική εκεί γύρω, κι είχε πολύ δουλειά. Ερχότανε που και που κάποια κοπέλα την βοηθούσε. Να μάθει ήθελε την τέχνη της μοδίστρας, κι η Ρουσώ της μάθαινε τα μυστικά της. Ξεδίπλωσε και το ύφασμα, κι οι θύμησες πετάχτηκαν από την ψυχή της, και χόρευαν τριγύρω της. Το πήρε και το έσφιξε στην αγκαλιά της.
Δάκρυα καυτά κυλήσανε από τα γερασμένα μάτια της, μα η ψυχή νέα ακόμα, αφέθηκε στις μνήμες της, και ξεδιπλωνότανε μία μία.
Τότε που γνώρισε τον άντρα της. Παιδιά και οι δύο. Στα δέκα εννιά εκείνος, στα δέκα έξι αυτή. Στο χωράφι πήγαινε με την φίλη της και ξαδέρφη της, την Φωτούλα, ίδια ηλικία είχαν, και λέγανε για τα αγόρια του χωριού. Της άρεσε της Φωτούλας ο γιος του γανωτζή, και που την έχανες, που την έβρισκες, τα χαλκώματα αγκαλιά και στον γανωτζή να τον βλέπει.
Τον παντρεύτηκε σαν γύρισε από φαντάρος. Δώσανε λόγο κι έφυγε για τον στρατό. Εσένα Ρουσώ μου, ποιος σ’ αρέσει; Κανένας της έλεγε κι αλήθεια ήταν. Δεν της άρεσε κάποιος.
Στο δρόμο ήταν και πηγαίνανε στο χωράφι, κι από μακριά ερχόταν ένας καβαλάρης, και σκόνη πολύ σήκωνε το άλογο.
Σαν ήρθε κοντά τους, σταμάτησε και τις ρώτησε, που είναι το σπίτι του παπά. Το πρώτο που θα βρεις από την αριστερή μεριά του είπανε, καθώς θα μπεις στο χωριό.
Πριν φύγει, κι αφού τις ευχαρίστησε, την ρώτησε κοιτώντας την στα μάτια. Πως σε λένε; Ρουσώ του είπε και κοκκίνισε. Δίνει μια στο άλογο κι έφυγε.
Η Ρουσώ τον κοίταζε που ξεμάκραινε, κι ένιωσε ένα φτερούγισμα στην καρδιά της. Ρώτα με πάλι είπε στην Φωτούλα. Ρώτα με ποιος μ’ αρέσει; Δεν χρειάζεται. Το κατάλαβα, μα δεν ξέρομε ποιος είναι, και από που είναι. Γιατί, πρέπει να ξέρεις για να σ’ αρέσει κάποιος;
Όχι της είπε και γελάσανε. Πήγανε στα χωράφια κι από τον νου της δεν έβγαινε. Ποτίσανε τα μποστάνια τους, πήρανε κι ό,τι ήταν καμωμένο και γύρισαν.
Κοντοστάθηκαν έξω από την πόρτα της αυλής του παπά. Ανοιχτή ήταν και μπόρεσε να τον δει ξανά. Καθόταν και τα λέγανε οι δυο, τους. Αυτός κι ο παπάς.
Τις είδε και τις φώναξε. Και χωρίς δεύτερη σκέψη δρασκέλησε το σκαλοπάτι και μπήκε μέσα. Από κοντά κι η Φωτούλα.
Τι καλά μαζέψατε απ’ το μποστάνι; Πολλά καλά παπά μου του είπαν και βγάλανε και του δώσανε κάμποσα.
Εκεί μάθανε πως ήταν ανιψιός του, και πως τον λέγανε Κωστή. Της αδερφής του ο πρωτότοκος ήταν, και έμενε στην πόλη πέντε ώρες δρόμο απ’ το χωριό τους. Ο Κωστής με τ’ άλογο τον δρόμο τον έκανε σε τρεις ώρες.
Εκεί με το νυφικό να το κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά της, θυμήθηκε το βλέμμα του σαν φύγανε από την αυλή του παπά. Ένα βλέμμα σαν μαχαιριά, που χώθηκε κατευθείαν στην καρδιά της. Ρώτα με Φωτούλα ποιος μ’ αρέσει;
Ρώτα με ξανά της είπε. Ποιος σ’ αρέσει Ρουσώ μου; Ο Κωστής της είπε. Ο Κωστής! Και πήρανε το δρόμο για το σπίτι. Με το νυφικό αγκαλιά, ζωντανεύανε οι θύμησές της. Πόσα δεν ήταν γαντζωμένα πάνω του. Κάθε πτυχή και ανάμνηση. Κάθε βελονιά και συγκίνηση. Να σαν χθες της φαίνεται, που τον είδε για πρώτη φορά, με την Φωτούλα πηγαίνοντας στα μποστάνια τους.
Σαν χθες της φαίνεται, που τον είδε στην αυλή του παπά. Και τότε που ξανά ήρθε και ήθελε να την δει, σαν χθες κι αυτό. Και κείνο, το ετοιμάσου, θα έρθω να σε γυρέψω, ολοζώντανο μπροστά της.
Όπως και του πατέρα η άρνηση.
Μία την έχω του είπε, και θέλω να την παντρέψω στο χωριό, να’ ναι κοντά μας. Σαν χθες και το σκοτεινιασμένο του βλέμμα που το άκουσε. Έφυγε και δεν τον είδα μετά το προξενιό, μα έστειλε χαμπέρι, να τον περιμένω.
Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Όπως και κείνος. Πες μόνο αν με θέλεις της είχε πει, όταν ζήτησε να την δει. Μόνο αυτό. Για πάντα του είπε.
Σε θέλω και θα σε θέλω για πάντα. Η Φωτούλα παντρεύτηκε τον γανωτζή της.
Και κει στον γάμο της, τον είδα ξανά.
Είχαν περάσει τρεις με τέσσερις μήνες από τότε που ήρθε και την γύρεψε.
Σαν χθες και το χαμπέρι που της έστειλε με την ξαδέρφη του, κόρη του παπά. Σπίτι της πήγε κείνη, και την φώναξε να βγει έξω. Βγήκε η Ρουσώ, κι αμέσως κατάλαβε πως κατι θέλει να της πει από τον Κωστή.
Μετά τον γάμο της Φωτούλας, θα κλεφτούμε της παρήγγειλε. Είμαι καλεσμένος από τη μεριά του γαμπρού, και σαν το γλέντι θα’ ναι στο σχόλασμα, θα φύγουμε.
Δεν ήθελε να το κάνει στους γονείς της αυτό. Δεν ήθελε να τους δώσει αυτή την στεναχώρια, μα δεν μπορούσε να τον αρνηθεί κιόλας. Μάνα της είπε μια μέρα.
Εγώ τον αγαπάω κι αν δεν πείτε το ναι, θα φύγω μαζί του, και δεν θα με ξαναδείτε. Η μάνα της είχε ερωτευτεί κάποιον πριν πάρει τον πατέρα της, και θυμήθηκε για λίγο τα δικά της, και κει πάνω της είπε, θα μιλήσω στον πατέρα σου.
Σαν χθες της φαίνεται ,που στον γάμο της Φωτούλας του είπε τα νεότερα του πατέρα της.
Δεν θα κλεφτούμε του είπε. Έλα ξανά να με γυρέψεις, κι έχει να σου πει πράγματα. Σε δυο μέρες θα’ ρθω είπε, και σε δυο μέρες διάβαινε ξανά την πόρτα της.
Τον περίμενε ο κύρης της, και του είπε, θα σου την δώσω την κόρη μου, αρκεί να μου υποσχεθείς πως θα ζήσετε εδώ στο χωριό μαζί μας. Έτσι κι έγινε.
Ήρθε και μείνανε στον τόπο της κοντά στους γονείς της. Ο γάμος τους έγινε σαν τελείωσε κείνη το νυφικό της. Ακόμα; Την ρωτούσε ο Κωστής. Ακόμα; Τι ράβεις που δεν έχει τελειωμό;
Τον ουρανό με τ’ άστρα του έλεγε κείνη και γελούσε.
Εγώ σε θέλω δίχως τους. Εσύ, είσαι ο ουρανός μου, εσύ και τ’ άστρα μου! Όλα εσύ της είπε. Πάμε στην εκκλησία με το φουστάνι που φοράς.
Στην αγκαλιά της το κρατούσε το νυφικό της η Ρουσώ. Κάτι σήμερα την έσπρωξε να το βγάλει από το μπαούλο.
Να μέσα στις πτυχές του, ξεδιπλώθηκαν κι άλλα και πετάχτηκαν έξω, να θυμηθεί, σαν του είπε ο κύρης της, εγώ θα σας βοηθήσω να φτιάξετε ένα σπίτι δικό σας.
Στο καλύτερο περβόλι που έχω θα το χτίσεις, του είπε, με την βοήθειά μου. Ό,τι έχω της Ρουσώς μου είναι.
Μόνος μου θα το χτίσω του είπε. Μόνος μου. Σ’ ευχαριστώ πολύ! Κι όσο εκείνη έραβε το νυφικό, εκείνος έχτιζε το σπίτι τους.
Όλη μέρα ξενοδούλευε. Όλη μέρα.
Και κάθε βράδυ πριν πάει στου παπά, εκεί κοιμόταν ο Κωστής, στον μπάρμπα του, περνούσε να την δει και να την καληνυχτίσει. Μέχρι το μεσημέρι δούλευε σ’ ένα νταμάρι. Πέτρες έσπαγε και πληρωνότανε καλά. Μετά την δουλειά του, έχτιζε το δικό τους σπίτι.
Έτσι μπόρεσε να μαζέψει χρήματα, να χτίσει το σπίτι τους. Ο άνθρωπος που τον είχε στην δούλεψή του, του’ κανε σκόντο στην αγορά της πέτρας. Κάθε βράδυ την πείραζε.
Ακόμα Ρουσώ μου το νυφικό; Εγώ κοντεύω το σπίτι. Εσύ ακόμα;
Έχει πολλά αστέρια ο ουρανός Κωστή μου, του έλεγε και γελούσε.
Μην τα κεντάς όλα Ρουσώ μου. Μην τα κεντάς…
Σαν χθες της φαίνεται, το γλέντι που στήσανε στην αυλή του σπιτιού τους. Όλα με τα χέρια του τα έκανε ο άντρας της. Όλα! Κι ο κύρης της καμάρωνε για τον γαμπρό που θα έκανε.
Μην χορεύεις Φωτούλα μου τόσο πολύ, της έλεγε η Ρουσώ. Θα γεννήσεις πριν την ώρα σου.
Εφταμηνίτικη την έκανε. Τώρα περιμένει το δεύτερό της εγγόνι η Φωτούλα. Κι η Ρουσώ το πρώτο της. Όπου να’ ναι η κόρη της θα την κάνει γιαγιά. Μάνα, της είχε πει.
Θέλω να βάλω το νυφικό σου στον γάμο μου. Να το βάλεις κόρη μου. Να το βάλεις. Μ’ αυτό την πήγε ο Κωστής στην εκκλησιά.
Με το νυφικό που φόρεσε αυτή.
Να, όπως και τώρα το έβγαλε από το μπαούλο και τότε, και της το έδωσε να το φορέσει. Και σαν το έβαλε η κόρη της, ήταν τόση η χαρά της, που τα δάκρυά της κύλησαν και λαμπύριζαν πάνω στις κεντημένες πούλιες του νυφικού.
Έπαιρνε και κείνη τον άντρα που ερωτεύτηκε. Κι όταν ήρθε να τους την γυρέψει, είπαν ναι, χωρίς δεύτερη σκέψη.
Σαν χθες της φαίνεται, που την κράτησε στην αγκαλιά της, κι η μαμή της είπε, να σου ζήσει η κόρη σου.
Κι ορκίστηκε, στην στιγμή αυτή της ολοκλήρωσής της, πως θα είναι πάντα κοντά της. Ακούς; Της είπε κι έσκυψε πάνω της.
Ακούς; Δεν θα σε αφήσω ποτέ από την αγκαλιά μου.
Ποτέ. Σαν χθες, που ο Κωστής της, τις αγκάλιασε και τις δύο, και της είπε, με έκανες πολύ ευτυχισμένο Ρουσώ μου.
Και τούτη την ευτυχία, πίσω θα σου την γυρίσω. Κι η Ρουσώ για να την έχει αυτή την ευτυχία που της γύριζε πίσω, του την έδινε διπλή!
Και τώρα η κόρη της θα γίνει μάνα, κι αυτή γιαγιά. Α, ρε χρόνε..
Πόσο γρήγορα κυλάς στις χαρές, και μοιάζουν όλες χθεσινές, και πόσο αργά διαβαίνεις σε λύπες.
Να, σαν και τότε που έχασε τους γονείς της. Πρώτα τον πατέρα της, και μετά την μάνα της. Κράτησαν όμως τα εγγόνια τους στην αγκαλιά τους. Τα κράτησαν και τα χάρηκαν.
Τι να κάνουμε;
Αν δεν αποχαιρετούσαμε την ζωή ετούτη, δεν θα μας χώραγε όλους η γη. Ο χρόνος τότε που τους έχασε, αργά διάβαινε.
Ίσως, για να εκτιμήσουμε την αξία της ζωής, και να ζούμε χωρίς μίση, κακίες και ζήλιες.
Ίσως γι’ αυτό διαβαίνει αργά όταν πονάς. Να σε διδάξει να εκτιμάς την ζωή. Κι όταν έφερε στον κόσμο τον γιο τους, το δεύτερό τους παιδί, όταν τον πήρε στην αγκαλιά της, τον κοίταξε μέσα στα ματάκια του, και του έδωσε μια ευχή.
Γιε μου, του είπε. Εύχομαι να έχεις την υγεία σου πάντα, και να μοιάσεις του πατέρα σου! Προκομμένος κι άξιος να γίνεις, σαν κι αυτόν. Και να αγαπάς μ’ όλη σου την ψυχή, όπως και κείνος.
Έπιασε τόπο η ευχή της, και κείνη νόμισε πως του τα ευχήθηκε όλα!
Προκομμένος έγινε ο γιος τους, και πήρε πολλά από τον πατέρα του, κι άλλα τόσα από την μάνα του. Κι αγάπησε με όλη του την ψυχή, κι όπου να’ ναι θα την παντρευτεί.
Με το νυφικό να το κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά της η Ρουσώ, τάιζε τις θύμησές της σήμερα.
Μα δεν ήταν η πρώτη φορά. Συνέχεια ερχόταν και της χτυπούσανε την πόρτα της ψυχής της, να τους ανοίξει, να κάτσουν και να τα πούνε…
Κι αυτή πάντα την άνοιγε την πόρτα της. Δεν τις άφησε ποτέ απ’ έξω. Με το πρώτο χτύπημα τους άνοιγε.
Πως θα μπορούσε άλλωστε να μην τους ανοίξει; Χτυπούσανε τόσο γλυκά… Σαν το μέλι από την γύρη της ζωής ήταν.
Γλυκιά πολύ και γεμάτη ευγνωμοσύνη που της έδωσε τόση χαρά κι ευτυχία. Κάποιες φορές ετούτη η χαρά, γινόταν φόβος.
Φόβος μήπως η ζωή, της δώσει κάποιο μεγάλο πόνο..
Κι ο Κωστής της, της έλεγε, μην φοβάσαι κορίτσι μου. Μην φοβάσαι.
Αν είναι να’ ρθει ένας πόνος, μαζί θα τον περάσουμε.
Ποτέ δεν του είπε, πως αυτό που φοβότανε, ήταν μην της τον πάρει ο θεός.
Ποτέ δεν τόλμησε να βγει από το στόμα της ετούτος ο φόβος. Μόνο σαν σκέψη που και που, της στερούσε για λίγο τις χαρές που η ζωή απλόχερα της έδωσε, και κείνη τις χαιρόταν με τους ανθρώπους που αγαπούσε.
Μα ο Κωστής της, τον ένιωθε τον φόβο της. Μαζί της έλεγε. Κοντά σου θα είμαι για πάντα, κι ο φόβος σαν το άκουγε αυτό το μαζί, και το πάντα, έφευγε.
Όλη της η ζωή κοντά στον άντρα που αγάπησε, και κοντά στην οικογένειά τους, της φαινόταν σαν χθες.
Πως χωρέσανε τόσα πράγματα μέσα σε ένα χθες…δεν ξέρει. Αυτό που ξέρει είναι,πως όλα αυτά του χθες…χωρέσαν στην αγκαλιά του Κωστή της!
Το είχε δει, στο βλέμμα του. Σε κείνο το βλέμμα, που της έριξε όταν την συνάντησε στο δρόμο, και στην αυλή του παπά, τότε που τις φώναξε ο παπάς και μπήκαν μέσα με την Φωτούλα. Τότε που αφήσανε μποστανικά, και φύγανε.
Τότε την κοίταξε με κείνο το βλέμμα, το τόσο μακρινό στα ταξίδια που θα κάνανε μαζί, μα και τόσο κοντινό, να την ζεσταίνει.
Να την ζεσταίνει κάθε φορά που το στρέφει πάνω της, και που αυτός δεν το πήρε ποτέ, να την κρατάει ζεστή.
Για πάντα της είχε πει. Μαζί.
Με το νυφικό αγκαλιά, άκουσε την πόρτα της να χτυπάει. Πετάχτηκε επάνω. Δυνατά χτυπούσανε και τρόμαξε.
Η Φωτούλα ήταν. Ρουσώ μου, της είπε και την αγκάλιασε. Ήρθε η εγγονή σου! Να σου ζήσει, της είπε. Να μας ζήσει!
Να, ετούτο ήταν που την είχε σπρώξει σήμερα να ανοίξει το μπαούλο της. Ετούτο. Να ράψει επάνω στο νυφικό της μια θύμηση ακόμα. Τον ερχομό της εγγονής της.
Πως της είπε έγινε αυτό; Δεν ήταν ώρα της ακόμα. Έγινε και είναι καλά και οι δυο. Μαμά και κόρη.
Σαν χθες, ήταν που παντρέψανε τον γιο τους. Σαν χθες που κράτησε και το δεύτερο εγγόνι της στην αγκαλιά της. Του γιου τους το παιδί.
Τον Κωστή τον νεότερο! Η εγγονή της, της κόρης της η κόρη, πήρε το όνομα της μάνας του γαμπρού της. Είχε το ομορφότερο όνομα στον κόσμο! Αγάπη!
Ευλογημένο όνομα, κι ευλογημένη η ζωή της! Αυτό ευχήθηκε η Ρουσώ σαν ήρθε να αντικρύσει κι αυτή τον κόσμο.
Κάθε φορά που ήθελε να κάνει χωρατά στην Φωτούλα, της έλεγε. Ρώτα με ποιος μ’ αρέσει. Ξέρω ξέρω της έλεγε αυτή. Ο Κωστής!
Και γελούσανε σαν και τότε..
Και να, τώρα πάλι ανοίγει το μπαούλο. Να βγάλει ξανά το νυφικό. Να το δώσει στην εγγονή της, την αγάπη. Θα το φορέσει και κείνη. Πόση ευλογία έχει ετούτο το νυφικό!
Το έβγαλε και το έσφιξε ξανά επάνω της. Όπως όλες τις στιγμές της, που τις είχε σφιχτοράψει στην καρδιά της.
Ετούτο το σφίξιμο, δεν έμοιαζε με τ’ άλλα. Είχε μέσα του κάτι αλλιώτικο που δεν μπορούσε να το καταλάβει η Ρουσώ. Δεν ήξερε τι ήταν. Δεν ήταν μόνο στο νυφικό αλλά και στο στήθος της είχε το ίδιο σφίξιμο. Εκεί την βρήκε ο Κωστής της.
Να το κρατάει γερά, σαν να μην ήθελε να το αποχωριστεί. Μα θα το πάρουμε πίσω της είπε.
Μετά τον γάμο θα το πάρουμε. Γέλασε η Ρουσώ. Ναι, είπε. Θα το πάρουμε. Το σφίξιμο όμως δεν έφυγε.
Ούτε το νυφικό το πήρανε πίσω. Στην εγγονή της το άφησε. Όσο είχε το σφίξιμο στο στήθος, έπαιρνε μια μεγάλη απόφαση.
Να το δώσει στην εγγονή της, κι όταν γινότανε κάποιος γάμος από αγάπη, να το έδινε κείνη, στην νύφη.
Να το φοράνε όσες παντρεύονταν από αγάπη. Γιατί το νυφικό της Ρουσώς ήταν γεμάτο από αγάπη!
Κάθε βελονιά, είχε πολύ αγάπη, και πολύ προκοπή. Το νυφικό αυτό κουβαλούσε την ευτυχία.
Δεν το πήρε πίσω το νυφικό. Το χάρισε! Όπως η ζωή, που της χάρισε τόσες όμορφες στιγμές γεμάτες από την οικογένειά της. Ετούτες κράτησε σαν το έδωσε και το σφίξιμο την έφησε. Τώρα οι θύμησές της, βγαίνουν από το μπαούλο της ψυχής της.
Εκεί είναι το νυφικό της. Εκεί!
Η οικογένειά της είναι στα σπίτια τους ο καθένας, κι ο Κωστής της, πλάι της. Μαζί σε όλα!
Μαζί για πάντα! Όπως της είχε πει. Και κείνος ο φόβος που’ χε κάποτε, έφυγε. Τι να φοβηθεί πια;
Όλα τα έζησε η Ρουσώ. Όλα! Δίπλα στον άντρα της. Κι όσο μεγαλώνανε, κάνανε μια συμφωνία.
Να μην αφήσει κανείς τους το χέρι του άλλου. Γιατί, αν είναι να φύγουν από την ζωή, να φύγουν μαζί. Κι όταν έρθει η ώρα να φύγει ο πρώτος, να σφίγγει το χέρι του άλλου, να τον πάρει μαζί του. Αυτή ήταν η συμφωνία τους.
Και δεν αφήσανε το χέρι, ο ένας του άλλου ποτέ. Μέχρι τα βαθιά γεράματα. Ένα βράδυ η Ρουσώ, έβγαλε το νυφικό από το μπαούλο της ψυχής της, και το άπλωσε πάνω τους.
Κι όλες της οι θύμησες που ήταν ραμμένες, γίναν κλωστές.
Κλωστές, και δεθήκανε γύρω από τα χέρια τους, που κρατούσε το ένα, τ’ άλλο σφιχτά…
Ελευθερία Λάππα
laografikoperachoras📷 νυφική φορεσιά “Βλαχοπούλας” δωρεά της Αρετής Ράπτη εις μνήμην των πεθερικών της Κων/νας Μ. Σακελλαρίου γεννηθής στα Πίσσια το 1907 και του Θεόδωρου Δ. Ράπτη 1902.
(Οι εικονιζόμενοι την ημέρα του γάμου τους)