Οι παρέες σου θα σε φάνε, μου ’λεγε η μάνα μου αλλά ποιος της έδινε σημασία.

mike
By
269 Views
6 Min Read

Μια φορά μόνο το πίστεψα, ένα μεσημέρι καλοκαιριού που ήρθε τρέχοντας στο μόλο που κολυμπούσα, μ’ άρπαξε και μ’ έσυρε στον πάτο του σπιτιού. Έτσι λέγαμε κατά παράδοση το υπόγειο. Τότε δεν ήξερα ότι είναι συνώνυμα. Νόμιζα ότι το έλεγαν έτσι γιατί όποιος κλειδώνεται εκεί μέσα καταποντίζεται. Αυτό το κλείδωμα ήταν η πιο τρομακτική απειλή στα χρόνια της ατίθασης παιδικότητάς μου.

Ιούλιος ήταν κι είχε μαζευτεί σύσσωμο το τσούρμο στο χωριό. Εγώ στα εφτά, ανεξάρτητος παντού. Άλλωστε ήμουν γηγενής, σκληραγωγημένος από τα γεννοφάσκια μου, τα ήξερα τα κατατόπια. Η ώρα μία είχε περάσει κι ήταν ρητός και απαράβατος όρος για όλους μας να έχουμε βρει ως τότε το δρόμο για το σπίτι. Μα ο διαγωνισμός της βουτιάς στο μόλο δεν είχε τελειώσει ακόμα. Πήραμε την παράταση αφ’ εαυτού μας, αν και ξέραμε πως θα το πληρώναμε.

Ξάφνου βλέπουμε ένα λεφούσι από φουστάνια να έρχεται προς το μέρος μας γνέφοντας και ουρλιάζοντας. Οι μανάδες, αγριεμένες, σε έξαλλη κατάσταση. Στη θάλασσα μπήκαν, τράβαγαν έναν έναν έξω κι εξαφανίζονταν προς κάθε κατεύθυνση. Μ’ άρπαξε κι εμένα η μάνα μου από το μπράτσο, καθώς είχα μείνει μαρμαρωμένος στη θέση μου, έτοιμος ήμουν για την τελευταία μου βουτιά. Σημασία δεν έδωσε για τα ρούχα μου, που ήταν πεταμένα πάνω σε μια πέτρα. Αλαφιασμένη με τράβαγε βιαστικά προς το σπίτι, δυο δυο κατεβήκαμε τα σκαλιά για το υπόγειο, σχεδόν κουτρουβαλώντας.

Πάει τελείωσε, τούτη τη φορά δε θα πέσει απλώς παντόφλα, θα με κλειδώσει στον πάτο, σκέφτηκα. Μέσα στο υπόγειο ήταν κι η γιαγιά κι ο παππούς, οικογενειακό προβλεπόταν το δικαστήριο. Έκλεισε την πόρτα η μάνα και ξέσπασε σε λυγμούς.

Απόρησα. Η γιαγιά στοίβαζε σ’ ένα ράφι γάλατα, μπισκότα και κονσέρβες, σε κανένα από τα καινούρια της χούγια πήγε το μυαλό μου. Τα παράτησε κι έτρεξε κοντά της. Την έπιασε από τους ώμους και της έλεγε κάμε κουράγιο, έχει ο Θεός, ό,τι γίνει για όλους θα γίνει και για μας. Τα λεπτά περνούσαν βασανιστικά, δίκη δε γινόταν. Είχα αρχίσει να τρέμω. Θες η αγωνία μου, θες η υγρασία του πάτου κι η γύμνια μου, δεν ξέρω. Πήγα δίπλα στον παππού που καθόταν αμίλητος παράμερα, πάνω σε ένα σωρό από στρωσίδια. Κόλλησα δειλά δίπλα του, ξεδίπλωσε μια κουβέρτα, με τύλιξε και με πήρε αγκαλιά. Μαζί με τη θέρμη της επαφής ένιωσα και μια ανακούφιση. Να δεις, δε θα ’μαι εγώ το πρόβλημα.

Τι έγινε, παππού, ρώτησα σιγανά. Επιστράτευση, παιδί μου, τον πήραν τον πατέρα σου φαντάρο, ψέλλισε. Περίεργο μου φάνηκε, φαντάροι πάνε τα παλικάρια, ο Γιώργης, ο Παναής, ο Μανώλης, ο μπαμπάς είναι γέρος. Αυτό το γέρος με έκανε και δε μίλησα. Συνέχισε, οι Τούρκοι, γιε μου, συνέχισε με τρεμάμενη φωνή ο παππούς, πατήσανε αδερφικά μας χώματα. Ήρθανε οι δικοί μας και πήρανε όλους τους άντρες από το χωριό. Τους μοιράσανε τα όπλα και τους πήγανε στη Χώρα. Συντετριμμένος ήταν ο παππούς, τα μάτια του γυάλιζαν μες τη σκοτεινιά του πάτου. Συννέφιασα για τα καλά κι εγώ. Να τα μας, δίκιο είχε η γιαγιά κι εμείς την κοροϊδεύαμε. Μας τα ’λεγε, πως δαύτοι μπέσα δεν έχουνε, γκιαούρηδες μας λένε ακόμα, θα μας κάνουνε κανένα γιουρούσι και δε θα ξέρουμε από πού να φύγουμε. Κι εμείς γυρίζαμε νωρίς το βράδυ στο σπίτι, καλού κακού, μην έρθουνε ξαφνικά, μας αρπάξουνε και μας κάνουνε γιουσουφάκια. Όχι πως ξέραμε τι σήμαιναν όλ’ αυτά αλλά η γιαγιά τα έκανε να ακούγονται τρομακτικά.

Παππού, δεν πιστεύω οι Τούρκοι να τον βρουν το μπαμπά, θα ξέρει να κρυφτεί καλά, όπως κρύβομαι κι εγώ όταν με σημαδεύουν οι φίλοι μου με τη σφεντόνα, ε; Θα ’ρθουνε κι εδώ, γι’ αυτό κρυφτήκαμε στον πάτο; Κι άμα μας βρούνε τι θα μας κάνουνε; Πολλές οι έννοιες μου, όρεξη δεν είχε ο παππούς να απαντήσει. Ένα ξερό ποιος ξέρει παιδί μου, η Παναγιά να βάλει το χέρι της είπε για όλα. Έχει γούστο να μείνω ορφανός. Βοή στη μοίρα μου κι η μάνα, όταν λείπει ο πατέρας, γίνεται στριμμένη. Για την ορφάνια δε μίλησα, μια λέξη όμως βούιζε στ’ αυτιά μου. Τι είναι επιστράτευση, παππού; Πόλεμος, παιδί μου, πόλεμος.

Δεν ξέχασα ποτέ πού έμαθα τη λέξη επιστράτευση. Θυμάμαι ακόμα ότι τη συλλάβιζα από μέσα μου δεκάδες φορές εκείνα τα μερόνυχτα που μπαινοβγαίναμε στον πάτο με το λιγοστό φως. Η συσκότιση έληξε, ανεβήκαμε στο σπίτι, ο πάτος αποκαταστάθηκε στο μυαλό μου, ο μπαμπάς γύρισε σώος και αβλαβής κι εγώ ούτε πόλεμο ξανάπαιξα με τους φίλους μου ούτε σφεντόνα ξανάπιασα από τότε.

“Ώρες Συσκότισης”

Γράφει η Ματρώνα Αποστολίδη
a.bakolas📷

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση