Η πρε­σβυ­τέ­ρα, δι­η­γεί­ται ο πα­τήρ Ευάγ­γε­λος, είχε όγκο στο στή­θος και εγ­χει­ρί­στη­κε.

mike
By
18 Views
4 Min Read

Μό­λις έβγα­λαν τον όγκο, δί­νουν ένα κομ­μά­τι στον πα­τέ­ρα Ευάγ­γε­λο να το πάει για βιο­ψία κα να φέ­ρει αμέ­σως τα απο­τε­λέ­σμα­τα.

Μετά την απάν­τη­ση της εξε­τά­σε­ως, οι για­τροί δεν δί­νουν ούτε έξι μή­νες ζωής στην άρ­ρω­στη. Η κόρη του παπα – Βαγ­γέ­λη λι­πο­θυ­μά μό­λις το ακού­ει, ο ίδιος τα χά­νει. ”Ά­κου, λέει, για­τροί να το πουν έτσι ξαφ­νι­κά στο παι­δί!”.

Στα χέ­ρια του όμως σφίγ­γει το Άγιο Λεί­ψα­νο, από το χέρι του Αγί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­να, που έχει φέ­ρει μαζί του και προ­σεύ­χε­ται.

Βγά­ζουν την πρε­σβυ­τέ­ρα από το χει­ρουρ­γείο. Με λα­χτά­ρα ο πα­τήρ Ευάγ­γε­λος ακουμ­πά πάνω στις γά­ζες που σκε­πά­ζουν το εγ­χει­ρι­σμέ­νο στή­θος της πρε­σβυ­τέ­ρας, το χέρι του Αγί­ου και γο­να­τι­στός προ­σεύ­χε­ται.

Εκεί­νη την ώρα μπαί­νει ο χει­ρουρ­γός με τη μά­σκα ακό­μη. Βλέ­πει τη σκη­νή και βά­ζει τις φω­νές.
– Τί εί­ναι αυτό το κόκ­κα­λο παπά μου; Πάρ­το από εδώ και τρά­βα σπί­τι σου… Ζα­λι­σμέ­νος ο καη­μέ­νος, μα­ζεύ­ει γρή­γο­ρα τα Άγια Λεί­ψα­να και προ­σπα­θεί να βρει την πόρ­τα. Μέσα στη ζάλη του όμως, ακού­ει τη νο­σο­κό­μα να φω­νά­ζει το για­τρό στο τη­λέ­φω­νο, που τον ζητά επει­γόν­τως η γυ­ναί­κα του.

Το από­γευ­μα στα­μα­τά μια κούρ­σα έξω από το σπί­τι του ιε­ρέα και με έκ­πλη­ξη ο παπα – Βαγ­γέ­λης βλέ­πει να βγαί­νει ο για­τρός.
”Πω! πω! σκέ­φτε­ται, ο για­τρός και στο σπί­τι μου ακό­μα με κυ­νη­γά­ει!”. Με φρί­κη, όμως, βλέ­πει να κα­τε­βαί­νει από το αυ­το­κί­νη­το και ένας νέος πα­ρα­μορ­φω­μέ­νος. Το στό­μα του είχε πάει στ’ αυτί του. Απο­σβο­λώ­θη­κε ο πα­πάς.
– Πά­τερ μου, του λέει ο για­τρός, εκεί­νο το κόκ­κα­λο το έχεις; Με συγ­χω­ρείς, πα­ρα­φέρ­θη­κα, την ώρα που σ’ έδιω­χνα μου τη­λε­φώ­νη­σε η γυ­ναί­κα μου, ότι το παι­δί μας, που έδι­νε εκεί­νη την ώρα εξε­τά­σεις, έπα­θε ξαφ­νι­κά αυ­τήν την πά­ρε­ση που βλέ­πεις. Κα­τά­λα­βα, ότι εγώ έφται­ξα και γι’ αυτό σε πα­ρα­κα­λώ πολύ, διά­βα­σε μας μια ευχή. Τη διεύ­θυν­ση σου στο χω­ριό, την πήρα από την πρε­σβυ­τέ­ρα.

– Ευ­χα­ρί­στως παι­διά μου, ελά­τε στο Εκ­κλη­σά­κι. Κρά­τα αγό­ρι μου το χέρι του Αγί­ου και γο­νά­τι­σε.

Απλώ­νω στο κε­φά­λι του νέου το πε­τρα­χή­λι και αρ­χί­ζω να δια­βά­ζω την ευχή. Κα­θώς δια­βά­ζω, ακούω θό­ρυ­βο κρακ, κρακ. Σκέ­φτο­μαι, τί συμ­βαί­νει άρα­γε; Τε­λεί­ω­σα και όταν ση­κώ­θη­κε το παι­δί, τί να δού­με, το στό­μα του παι­διού είχε επα­νέλ­θει στην θέση του! Πα­τέ­ρας και γιός ρί­χνον­ται πάνω μου.
– Πα­πού­λη πώς να σ’ ευ­χα­ρι­στή­σου­με;

– Όχι εμέ­να, παι­διά μου, τον Θεό και τον Άγιο.

Από τότε για πάρα πολύ και­ρό ερ­χό­ταν τα­κτι­κά να προ­σκυ­νή­σουν και να φέ­ρουν και το λάδι για το καν­τή­λι του Αγί­ου.

Όσο για την πρε­σβυ­τέ­ρα, εί­ναι τώρα πε­ρισ­σό­τε­ρα από εί­κο­σι χρό­νια που εί­ναι τε­λεί­ως καλά χω­ρίς να κά­νει απο­λύ­τως καμ­μία θε­ρα­πεία. Με­γά­λω­σε τα παι­διά της και ζει στο χω­ριό προ­σέ­χον­τας το εκ­κλη­σά­κι με τα τόσα Άγια Λεί­ψα­να, μια που δεν υπάρ­χει πια ο πα­τήρ Ευάγ­γε­λος. Ο για­τρός πολ­λές φο­ρές έλε­γε στον παπα – Βαγ­γέ­λη:

– Εμείς παπά μου, πρέ­πει να τα κά­ψου­με τα βι­βλία μας…!

Από το βιβλίο «Σταχυολογήματα από την θαυμαστή ζωή του π. Ευαγγέλου Χαλκίδη εφημέριου Αγίου Βασιλείου Λαγκαδά»

Ορθοδοξία και Παράδοση

add
TAGGED:
Share This Article