“Ο Παντελής της πλύστρας”

mike
By
14 Views
25 Min Read

Ήταν γύρω στις πέντε το απόγευμα όταν ένα λεωφορείο της γραμμής σταμάτησε στην κεντρική πλατεία ενός χωριού να κατέβουν επιβάτες.

Μεταξύ αυτών,ήταν κι ο Παντελής. Πριν από σαράντα χρόνια ένα άλλο λεωφορείο τελείως διαφορετικό από τούτο που τον έφερε,τον είχε πάρει από τον τόπο του με την καρδιά του γεμάτη πόνο και πίκρα. Νόμιζε πως αν θα φύγει μακριά θα την άφηνε πίσω του.
Πόσο λάθος… Μαζί του την είχε πάρει και κείνη αλλά με τον καιρό είχαν πάψει να τον γρατζουνάνε τόσο πολύ και δεν αιμορραγούσε πια.

Μαζί του κουβάλαγε πίκρα και πόνο όπως και την μορφή της γυναίκας που είχε αγαπήσει και δεν του την δώσανε να την παντρευτεί.

Τέτοια ώρα ήταν που είχε φύγει και τότε. Απόγευμα κι ο ήλιος είχε γείρει να δύσει όπως και τώρα. Σε λίγο θα έπεφτε η νύχτα. Τον χειμώνα νυχτώνει νωρίς.

Τέτοια ώρα ήταν που είχε φύγει και τότε πριν σαράντα χρόνια με βήματα βαριά και γεμάτα από τον πόνο του.

Κατέβηκε από το λεωφορείο,σήκωσε την βαλίτσα του και πήρε τον ανήφορο για το πατρικό του που είχε εγκαταλείψει πριν τόσα χρόνια. Μια καλύβα ήταν,με άχυρα φτιαγμένη από τον πατέρα του. Εκεί μέσα μεγάλωσε με πολλή αγάπη κι απ’τους δυο γονείς του.

Στη μια μεριά κοιμότανε εκείνοι και στην άλλη αυτός.

Ανάμεσά τους η αγωνίστρα που τους ζέσταινε τον χειμώνα με τα κούτσουρα που έφερναν όλοι τους από έξω όπου και να τα βρίσκανε και τα ρίχνανε να καίνε τα κρύα βράδια.

Εκεί μαγείρευε κι η μάνα το βρισκούμενο. Ξενοδούλευε στα σπίτια κάνοντας την μπουγάδα τους. Ο πατέρας φιλάσθενος με πνεύμονες αδύνατους δεν μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα. Η μάνα εκεί. Στυλοβάτης και το στήριγμά μας.

Βλέποντάς τους τόσο αγαπημένους ένα πράγμα ήθελα και’γω. Μια τέτοια αγάπη. Στο διπλανό σπίτι δύο δωματίων,καλύβα και κείνη με δυο χώρους,έμενε η Αλέξω με τα αδέρφια της και τους γονείς της. Εκείνη είχα αγαπήσει.

Την Αλέξω κι έλεγε πως κι αυτή με αγαπάει.

Οι δυο μαζί είχαμε συμφωνήσει πως όταν γυρίσω από τον στρατό θα την γυρέψω και θα χτίσουμε το δικό μας σπιτικό. Μα σαν κάνει όνειρα ο άνθρωπος ο θεός γελάει..

Αποστρατεύτηκα και πήγα και την χάλεψα. Όχι μόνο δεν μου την δώσανε αλλά με αποκάλεσαν και πεινασμένο και πως την ετοιμάζανε για άλλον.

Να μπει σε σπίτι που να’χει να φάει ένα κομμάτι ψωμί. Οι γονείς μου παρόλη την φτώχια μας μου είχαν ένα μικρό κομπόδεμα. Η μάνα μου ήταν εκείνη που τα μάζευε να μου τα δώσει για να ανοίξω και’γω το δικό μου σπιτικό. Έφερνε ρούχα και στην καλύβα μας κι όλη νύχτα έτριβε με σαπούνι και ζεστό νερό να τα ξεβρωμίσει.

Την βοηθούσαμε με τον πατέρα να τα τελειώσει να κοιμηθεί και λίγο να πάει να τα δώσει την άλλη μέρα. Ο πατέρας μας είχε αφήσει πριν πάω φαντάρος κι η μάνα το χρέωσε στον εαυτό της πως δεν τον φρόντιζε όσο θα έπρεπε.

Μα και τι να έκανε όμως; Ποιος θα δούλευε για να ζήσουν; Αυτό την έριξε πολύ κι άμα γύρισα λες κι έκανε το χρέος της…να με καρτερέσει σαν ήρθα,έφυγε και κείνη αφήνοντάς μου τις ματωμένες οικονομίες της.

Πληγές είχαν κάνει τα χέρια της από τα ζεστά στα κρύα νερά μα δεν έλεγε να σταματήσει κιόλας. Όση ώρα έπλενε ήταν μαλακωμένες και δεν πονούσαν. Μα σαν σταμάταγε δεν μπορούσε να ησυχάσει από τους πόνους.

Όλα τα χωριά γύρω τριγύρω την φώναζαν να τους πλύνει τα λερωμένα τους. Ήταν άνθρωποι με παράδες κι οι γυναίκες τους δεν ασχολούνταν μ’αυτά,παρά βάζανε πλύστρες κι η μάνα μου ήταν η καλύτερη.

Τούτες οι οικονομίες ήταν από βρώμικα ρούχα και καθαρά χέρια. Πήγα και την χάλεψα την Αλέξω μα πεινασμένο με είπαν και κείνη δεν έβγαλε λέξη να πει πως μ’αγαπούσε. Δεν την κατηγορώ. Φοβήθηκε τον πατέρα της. Αγριάνθρωπος ήταν.

Μια καλή κουβέντα η γυναίκα του και τα παιδιά του δεν άκουσαν από το στόμα του. Όλο βρισιές και παράπονα ήταν. Άχρηστους τους έλεγε κι ανίκανους να ζήσουν και πως αυτός τους τάιζε και πως δεν ήθελε ακόμα έναν να ταΐζει.

Αυτός ο ένας θα ήμουν εγώ. Κι όταν του είπα έχω το κομπόδεμά μου,μου είπε πως αν ήθελα την κόρη του,να του το έδινα και να την έπαιρνα. Δεν το έδωσα,και δεν μου την δώσανε. Σε λίγο καιρό την αρραβώνιασαν και’γω πήρα την απόφαση να φύγω μακριά.

Απόγεμα ήταν όταν έφυγα με το σαράβαλο της γραμμής,κι απόγεμα σαν γύρισα με το πολυτελές λεωφορείο.
Έπειτα από σαράντα χρόνια όλα είχαν αλλάξει και’δω. Ο πολιτισμός είχε πάει παντού. Στα λεωφορεία,στα σπίτια,στα ρούχα. Παντού….

Η πλατεία του χωριού μου αγνώριστη. Εκείνο που άφησα δεν ήταν το ίδιο που βρήκα κι αλίμονο αν το έβρισκα το ίδιο… Ούτε η ανηφόρα που ανέβαινα σέρνοντας το πόδι μου και την βαλίτσα μου. Όλοι άγνωστοι για μένα κι’γω γι’αυτούς. Μπήκα σ’ένα μαγαζί στα μισά της ανηφόρας να πιω έναν καφέ και μου είπαν ποιος είμαι και πως από τα μέρη μας χειμωνιάτικα;

Ξένος είπα πως είμαι και πως αγόρασα το χτήμα του Παντελή πιο πάνω και πάω να το δω. Α,μου είπαν. Ήξερες τον Παντελή;

Ναι είπα κι η φωνή μου δεν έβγαινε. Ναι,τον ήξερα. Τον γνώρισα στα ξένα πέρα μακριά. Από την Αμερική έρχομαι είπα και κει τον γνώρισα. Και γιατί αγόρασες αυτό μου είπαν. Είχε τόσα άλλα να πάρεις καλύτερα.

Μου το’δωσε σε καλή τιμή είπα και τους έδειξα πως δεν ήθελα να συνεχίσω άλλο την κουβέντα. Πλήρωσα κι έφυγα αφού άφησα την βαλίτσα μου εκεί. Θα γυρίσω να την πάρω είπα στον καφετζή και κείνος κούνησε το κεφάλι του.

Τον είχα γνωρίσει. Ήταν ο γιος του κυρ Κώστα που πλέναμε τα ρούχα του μαζί με την μάνα. Αυτός δεν με γνώρισε κι ούτε ρώτησε τον ξένο να μάθει τι απέγινε κείνος ο Παντελής.

Και πως να με γνωρίσει; Τι είχα πάνω μου όμοιο με κείνο που ξέρανε;

Είχα ένα πρόσωπο καμένο αλλοιωμένο με σημάδια.

Μόνο τα μάτια μου είχαν μείνει ίδια κι ευτυχώς δεν είχα χάσει το φως μου. Φωτιά είχε πάρει η επιχείρηση που δούλευα και’γω ήμουν από κείνος που δεν κάηκα ζωντανός.

Να πω τυχερός; Δεν ξέρω..

Και να’μαι τώρα με μια αποζημίωση μεγάλη στον τόπο μου.

Στον τόπο εκείνο που μ’έδιωξε ως πεινασμένο και που με δέχτηκε ως ξένο.

Μόνο που πεινασμένος δεν ήμουν πια και το ξένος με βόλευε. Δεν ήθελα να μάθουν ποιος στ’αλήθεια ήμουν. Δεν ήθελα την λύπη κανενός.

Καλύτερα την αδιαφορία για έναν ξένο παρά την λύπη για τον κακομοίρη τον γιο της πλύστρας που πεινασμένος έφυγε και σακάτης γύρισε.

Το πόδι μου το ένα από το γόνατο και κάτω ξύλινο ήταν κι άμα κουραζόμουν πολύ το έσερνα όπως και τώρα που ανέβαινα την ανηφόρα για την καλύβα μου την πατρική.

Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν έφτασα. Το στενό δρομάκι που είχα αφήσει,είχε γίνει άσφαλτος ανηφορική με αυτοκίνητα να διαβαίνουν για τα σπίτια τους που χτίστηκαν τον καιρό της απουσίας μου. Τίποτα δεν ήταν ίδιο. Σάμπως ήμουν και’γω;

Όσο πλησίαζα εκεί που νόμιζα πως ήταν η καλύβα μας η καρδιά μου κόντευε να σπάσει και το σκοτάδι με εμπόδιζε να καταλάβω που ήμουν.

Πήρα το δρόμο να γυρίσω πίσω με δάκρυα στα μάτια. Αύριο σκέφτηκα που θα ξημερώσει θα πάω ξανά να βρω την καλύβα μας.

Τι καλύβα θα έβρισκα έπειτα από σαράντα χρόνια;

Εγώ κουβαλούσα την εικόνα της και νόμιζα πως αυτό θα βρω.

Όχι δεν ήμουν χαζός αλλά κάποιες εικόνες δεν φεύγουν από το νου μας.

Μένουν εκεί ζωντανές πάντα όπως και η εικόνα της Αλέξως που είχα αγαπήσει. Όπως και κείνου που είπε στον καφετζή,πληρωμένος ο καφές του ξένου αφού ήξερε τον γιο της πλύστρας.

Ήταν ο μεγάλος αδερφός της Αλέξως. Δεν με είχε γνωρίσει έτσι που ήμουν αλλά εγώ τον γνώρισα. Είχε κείνη την αγριάδα του πατέρα του αλλά όχι την ψυχή του.

Πληρωμένος είπε,αλλά τον είχα ήδη πληρώσει κι είπα τον άλλον. Ευχαριστώ. Η κατηφόρα ήταν ευκολότερη και κατέβηκα νωρίτερα απ’ό,τι είχα πει.

Ρώτησα που θα μπορούσα να βρω να κοιμηθώ κι ο γιος του κυρ Κώστα μου είπε εδώ.

Εδώ σε μένα και με πήγε σε ένα δωμάτιο ζεστό και καθαρό και με πνίξανε τα δάκρυα κι οι θύμησες της μάνας μου σαν τους πάστρευε τα βρώμικά τους. Δεν της είχαν φερθεί άσχημα. Όχι. Το αντίθετο μάλιστα.

Η γυναίκα του κυρ Κώστα της έλεγε μην βιάζεσαι δεν μου κάνουν ανάγκη μα η μάνα ήθελε τα χρήματα να τα βάλει στο κομπόδεμα που είχε για μένα. Κείνο το κομπόδεμα που γύρεψε ο πατέρας της Αλέξως να μου την δώσει.

Κείνο το κομπόδεμα που πήρα κι έφυγα και γύρισα με πολύ μεγαλύτερο αλλά σακάτης και καμένος με παραμορφωμένο πρόσωπο κι ένα σωρό από θύμησες που μια μια ξύπναγαν. Έβγαλα το ξύλινο το πόδι μου κι έπεσα στο κρεβάτι να κοιμηθώ.

Που να με πάρει ο ύπνος.

Όλη νύχτα έρχονταν η μάνα και μ’αγκάλιαζε πότε κλαίγοντας και πότε γελώντας λέγοντας μου ήρθες παιδί μου; Γύρισες γιόκα μου; Και μου χάιδευε το καμένο μου πρόσωπο.

Πρωί πρωί πήγα στο νεκροταφείο να βρω τον τάφο της. Δεν ήξερα που ήταν.

Είχε αλλάξει και το νεκροταφείο,πολλοί οι πεθαμένοι. Ρώτησα κάποιον που βρήκα εκεί και μου είπε το τελευταίο μνήμα στην αριστερή πλευρά. Εκεί θα το βρεις.

Πήγα και το βρήκα κι ήταν περιποιημένο. Ο σταυρός έγραφε το όνομά της. ( Σταυριανή του Νικολάου Σιώνη ) Ασβεστωμένο με λουλούδια γύρω γύρω.

Με λουλούδια που είχε η μάνα στην αυλή μας έξω από την καλύβα μας. Ξεριζώθηκε η καρδιά μου.

Έσκυψα και φίλησα τον σταυρό της,έκοψα ένα λουλούδι που ήταν ανθισμένο και το ακούμπησα στο μέρος που ήταν το κεφάλι της.

Ένας κόμπος μου έσφιγγε τον λαιμό από τον πόνο που με έπνιγε. Ήθελα να ουρλιάξω να φωνάξω μάνα γύρισα.

Κείνος που συνάντησα ήταν ακόμα εκεί και σηκώθηκα να φύγω. Έκανα δυο βήματα και γύρισα πίσω.

Έπεσα κάτω κι αγκάλιαζα το χώμα και το χάιδευα και έκλαιγα σαν και τότε που την είχα χάσει.

Πόση ώρα γινότανε ετούτο δεν ξέρω. Μου’χε φύγει κι από την θέση του το ξύλινο πόδι και το μάζεψε κείνος που μου είχε πει που θα την βρω.

Τι σου είναι με ρώτησε και την κλαις έτσι; Τον γιο της γνώρισα στα ξένα πέρα μακριά του είπα κι ήξερα την ιστορία τους.

Κούνησε το κεφάλι του κι είπε να’ναι καλά η Αλέξω που την φροντίζει. Κάθε μέρα έρχεται και της κρατάει συντροφιά. Κάθε μέρα.

Ώρα την βάνει είπε κι έφυγε. Κούμπωσα και’γω το σακάτικο που μου το μάζεψε και το’χε ακουμπήσει στον σταυρό της μάνας κι έφυγα. Δεν ήθελα να με βρει εκεί αφού ήταν ώρα που θα’ρχονταν η Αλέξω. Συγγνώμη μάνα μου της είπα.

Συγγνώμη που δεν είπα πως είμαι γιος σου. Δεν ντράπηκα για σένα και το ξέρεις.
Για μένα ντράπηκα. Για μένα τον σακάτη. Με το κομπόδεμα που έχω μόνο ξύλινο έβαλα μάνα μου. Μόνο ξύλινο. Με ψυχή σακατεμένη έφυγα με κορμί σακατεμένο γύρισα.

Τι κι αν έχω παράδες; Τι να τις κάνω μάνα μου;

Τι να τις κάνω έτσι που κατάντησα; Έφυγα και στην πόρτα του νεκροταφείου την συνάντησα. Με κοίταξε και μ’έσφαξε το βλέμμα της. Είχε και κείνη πόνο πολύ και τον κουβαλούσε στη ματιά της.

Πήγα στο καφενείο και πήρα έναν καφέ. Κερασμένος είπε ξανά ο αδερφός της. Κερασμένος ξένε. Είπες τον άλλον χθες κι ήρθε να κάτσει δίπλα μου.

Αν θέλεις μου είπε για πες,πως γνώρισες τον Παντελή της πλύστρας; Ζει; Είναι καλά;

Θα γυρίσει στον τόπο του που λείπει από τότε που αποστρατεύτηκε; Μαζί δουλεύαμε του είπα.

Εκείνος με έσυρε από την φωτιά με κίνδυνο της ζωής του κι από τότε γίναμε φίλοι.

Μου’δωσε και το χτήμα του σε καλή τιμή κι ήρθα να μείνω.

Και πως θα σε λέω ξένε; Τ’όνομα του έχω και’γω. Παντελή με λεν και μένα του είπα κι η ρημάδα η φωνή μου έτρεμε όπως και το χέρι μου σαν σήκωσα τον φλυτζάνι με τον καφέ.

Αφού ήσουν φίλος του μου είπε,θα ξέρεις πως γύρεψε μια να παντρευτεί και δεν του την δώσανε. Την Αλέξω γύρεψε.

Την αδερφή μου.

Από τότε έφυγε και δεν τον ξανάδαμε και κείνη τον καρτεράει ακόμα και πάει και τα λένε με την μάνα του. Ήθελε ο κύρης μας να την παντρέψει.

Την αρραβώνιασε μ’αυτή τον χάλασε τον αρραβώνα. Τι τα θες όμως; Ο Παντελής είχε φύγει κι αυτή τον περιμένει.

Θα γυρίσει λέει. Θα γυρίσει. Το ίδιο λέει και στην μάνα του κάθε μέρα. Σαλεμένη δεν είναι,μα τούτο το θα γυρίσει δεν ξέρω γιατί το λέει.

Σαράντα χρόνια πέρασαν και τον καρτερεί ακόμα. Κι όση ώρα τον άκουγα και τον κοιτούσα με κείνο τον κόμπο στον λαιμό ξανά,σκεφτόμουν τίποτα δεν έχει μείνει να του θυμίσω κάτι; Τίποτα; Ούτε η φωνή μου; Άλλαξε και κείνη φαίνεται.

Τον ευχαρίστησα κι έφυγα ξανά για την καλύβα.

Πήρα πάλι την ανηφόρα και στο φως της μέρας προσπαθούσα να δω κάτι γνώριμο. Μάταια όμως. Όλα άγνωστα και στο φως.

Σαράντα χρόνια ήταν αυτά.

Έφτασα σε ένα μικρό χωραφάκι. Γύρω γύρω σπίτια μεγάλα και στην μέση ένας σωρός από κάτι ερημωμένο. Ένα σωρός μικρός και το χωράφι μικρό μικρό.

Είχαν κλέψει από γύρω γύρω να χτίσουν. Στάθηκα και κοιτούσα.

Ο μικρός σωρός ήταν ό,τι είχε απομείνει από την καλύβα μας και λίγο παραπέρα δύο δωμάτια ενός σπιτιού χτισμένο δίπλα του.

Το πόδι μου δεν με υπάκουε. Δεν μπορούσα να κουνηθώ.

Κοιτούσα τον μικρό σωρό που καθώς μου ξύπναγε τις θύμησες μεγάλωνε.

Όχι πως είχα ξεχάσει. Όχι. Ποιος ξεχνάει την ζωή του; Αλλά να,ζωντανέψανε και με αγκαλιάζανε μου μιλούσανε από παντού….

Οι φωνές του πατέρα,η μάνα σκυφτή στην σκάφη να πλένει και’γω να την βοηθάω να τα στύβει. Τα χεράκια της τα πληγωμένα να μ’αγκαλιάζουν σαν γύρισα από φαντάρος να σκουπίζει τα δάκρυά της και να μένει το αίμα στα μάγουλά της.

Έκανα δυο βήματα και την είδα όρθια στην πόρτα από την καλύβα με την αγκαλιά της ανοιχτή να με καρτερεί.
Λύγισα. Μάνα μου είπα κι έκανα να τρέξω μα το σακατεμένο δεν μ’άφησε. Μάνα μου είπα και σιγά σιγά πήγα.

Αγάλια αγάλια γιε μου,μου είπε κείνη. Αγάλια αγάλια σαν και τότε που έκανες τα πρώτα βηματάκια σου και σε περίμενα να φτάσεις στην αγκαλιά μου.

Αγάλια αγάλια γιε μου μονάκριβέ μου. Κι όταν έφτασα κοντά κι άνοιξα και’γω την αγκαλιά μου δεν ήταν εκεί. Ήταν μονάχα ό,τι είχε αφήσει ο χρόνος από την καλύβα μας.

Ένας μικρός σωρός από κάποιες πέτρες που είχε βάλει ο πατέρας στις γωνίες της να μην την πάρει ο αέρας. Ένας σωρός από πέτρες κι ένα βουνό αναμνήσεις κι ανάμεσά τους η δική μου πέτρα. Η πέτρα που καθόμουν όταν πήρα την απόφαση να φύγω.

Η πέτρα που καθόμουν και μάζευα τα κομμάτια μου από το όχι του πατέρα της Αλέξως που πάνω της είχα χαράξει τα αρχικά μας.

Αυτή η πέτρα μετακινήθηκε κι ήρθε κοντά μου να κάτσω. Με γνώρισε όπως κι η μάνα μου,όπως και η Αλέξω που στεκόταν και κείνη όρθια στην πόρτα από τα δυο της δωμάτια και με έβλεπε όλη εκείνη την ώρα.

Με έβλεπε αλλά με άφηνε να δει αν ήταν αλήθεια η ψέματα κείνο που θωρούσε. Όπως και στην πόρτα του νεκροταφείου όταν συναντηθήκαμε και μ’έσφαξε το βλέμμα της.

Μα τώρα ήταν αλλιώτικο. Ήταν έτοιμο να χαμογελάσει σαν ήρθε και κείνη δίπλα μου και τράβηξε κι αυτή μια άλλη πέτρα να κάτσει.

Με κοίταξε στα μάτια και είπε,εσύ είσαι. Ο Παντελής μου και μη πεις όχι. Εμένα δεν με γελάς όπως τον αδερφό μου. Την καρδιά δεν την ξεγελάς όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Σε κείνον το έλεγε; Σε κείνον που δεν την ξέχασε λεπτό; Σε κείνον που μόνο η μορφή των γονιών του κι η δική της ήταν ολοζώντανες μπροστά του;

Εσύ είσαι του είπε και’γω σε περίμενα,μα τώρα είσαι εδώ. Το πλήρωσα πολύ ακριβά κείνο το βράδυ που δεν είπα πόσο σ’αγαπάω και πως δεν θέλω να πάρω άλλον.

Μα για δες με. Είμαι εδώ και’γω και σε περίμενα. Ποτέ δεν παντρεύτηκα τον χάλασα τον αρραβώνα. Τα αδέρφια μου χάλασαν την καλύβα μας και μου’χτισαν δυο δωμάτια σπίτι,και μας χωράει και τους δύο.

Τι να της πω; Πως έχω χρήματα να χτίσω μεγάλο σπίτι; Πως έχω τόσα όσα δεν μπορεί να φανταστεί; Πόδι όμως και πρόσωπο δεν είχα.

Για μένα είσαι ίδιος μου είπε. Ίδιος σαν και κείνο το βράδυ που ήρθες και με γύρεψες και σου είπαν όχι.

Ε, εγώ τώρα σου λέω ναι μου είπε κι έγειρε πάνω μου και κόλλησε το μάγουλό της στο δικό μου. Δεν τραβήχτηκα. Την άφησα να με αγκαλιάσει.

Την είχα τόσο ανάγκη την αγκαλιά της. Τόσο ανάγκη…Η επομένη μέρα ήταν Κυριακή και πήγαμε μαζί στην εκκλησία. Είχαμε πάει μαζί και πήραμε και την βαλίτσα μου και μας κοίταζε ο γιος του κυρ Κώστα κι έκανε τον Σταυρό του.

Κάτι πήγε να πει μα η Αλέξω δεν τον άφησε. Το πρωί κρεμασμένη στο μπράτσο μου με το κεφάλι της ψηλά όπως το κρατάνε οι νύφες σαν παν στην εκκλησιά να συναντήσουν τον γαμπρό,έτσι και κείνη περπάταγε δίπλα μου και’γω παρόλα αυτά δεν το έσερνα το σακατεμένο μου. Με άφησε μόνο σαν μπήκαμε μέσα κι άναψε το κερί της.

Όλοι την κοιτούσαν μ’αυτή δεν τους έδινε σημασία. Σαράντα χρόνια το πλήρωσε. Ήταν πολλά κι είχε δίκιο. Τελείωσε η λειτουργία κι ο παπάς έβγαλε δίσκο για την εκκλησία.
Κάθε Κυριακή το έκανε να μαζευτούν χρήματα να την φτιάξουν όπου είχε χαλάσει και κείνη στο πέρασμα του χρόνου. Μα τι να μάσει κι αυτός;

Δίνανε; Δεν δίνανε. Πήγε κοντά της ο Παντελής και της έδωσε ένα μάτσο χρήματα. Δεν ήξερε για τον δίσκο τίποτα αλλά είχε κατά νου να κάνει την δωρεά του που τον αξίωσε η χάρη της Παναγιάς και ξανάρθε στον τόπο του ζωντανός.

Μέσα στις φλόγες την είδε ολοζώντανη να του φωνάζει θα τα καταφέρεις να σωθείς. Θα τα καταφέρεις και τα κατάφερε. Εκείνη του κρατούσε το χέρι και τον οδήγησε έξω από την φωτιά. Τον κοίταξε η Αλέξω σαν να του έλεγε πολλά είναι μα αυτός της τα έβαλε στα χέρια της λέγοντάς της να τα βάλει στον δίσκο.

Από ποιον είναι Αλέξω αυτά; Την ρώτησε ξαφνιασμένος ο παπάς,κι έψαχνε με τα μάτια του τ’αδέρφια της. Εκείνα σηκώσανε τις πλάτες. Αλέξω ποιος είναι ο δωρητής;

Τώρα αυτή έψαχνε το βλέμμα του Παντελή και κείνος της είπε ναι, κουνώντας το κεφάλι του.

Από τον γιο της πλύστρας παπά μου.

Από τον Παντελή της είναι είπε και πήγε κοντά του να δούνε όλοι πως είχε γυρίσει και πως δεν είχε άδικο που τους έλεγε θα’ρθει.

Από τον ξενιτεμένο γιο της είναι που γύρισε. Κανείς δεν τον είχε γνωρίσει τον Παντελή. Κανείς. Κανείς δεν τον περίμενε. Μονάχα η μάνα του,η πέτρα κι η Αλέξω του!

Απόγευμα ήταν που ένας σακάτης πάταγε το ξύλινο πόδι του στην πλατεία του χωριού του. Απόγευμα σαν και κείνο που είχε φύγει. Σαράντα χρόνια πέρασαν κι όλα άλλαξαν γύρω του. Όλα εκτός από την αγάπη. Αυτή ήταν εκεί και τον περίμενε.

Αυτή τον έδιωξε κι αυτή τον ξανάφερε πίσω. Σαράντα χρόνια είναι πολλά του είπε η Αλέξω του και’γω τα πλήρωσα ακριβά.

Καιρός να ζήσουμε ό,τι δεν ζήσαμε.

Δεν ξαναπήγε μόνη της στο μνήμα. Μαζί πηγαίνανε και κάθε που φτάνανε κοντά της,της έλεγε.γύρισε Σταυριανή μου. Γύρισε ο λεβέντης μας!

Και να δεις που κείνο το σακατεμένο δεν το’σερνε πια. Ούτε το καμένο πρόσωπο τον ένοιαζε πια. Είχε την γυναίκα που αγαπούσε και τα’χε όλα!

Και κείνη σαν της είπε θα σου χτίσω ένα σπίτι καινούριο,του απάντησε εγώ δεν θέλω σπίτια. Έχουμε ο ένας τον άλλο και μου φτάνει.

Σπίτι δεν έχτισε μα στο χωράφι που είχε απομείνει ξανάχτισε την καλύβα των γονιών του.

Έτσι να μην θωρούν τα ερείπια οι ψυχές τους από πάνω κι είχε βάλει μια πολυθρόνα να κάθεται η μάνα του να ξεκουράζει τα πληγωμένα της χεράκια κι ένα κρεβάτι για τον φιλάσθενο πατέρα του που κοιμότανε μια ζωή ξαπλωμένος κάτω.

Είχε και το κομπολόι του ακουμπισμένο πάνω του να μετράει τις χάντρες σαν αργούσε να γυρίσει η μάνα και να της λέει όταν έμπαινε στην καλύβα,άργησες κορίτσι μου.
Άργησες. Τρακόσιες μέτρησα απόψε και κρύωσε και το φαΐ που σου μαγείρεψα.

Ελευθερία Λάππα

Ομφαλός της γης

add
Share This Article