Τ’ αληθινό της όνομα της γριάς ήτανε Θεια-Πανάγω· ο κόσμος όμως τη γνώριζε καλύτερα με τ’ άλλο, με το παρανόμι της. Άμα τη έβλεπαν να κατεβαίνει από το σπίτι, στο μήνα μια φορά, και να περνάει τους δρόμους, τότε βγαίνοντας οι γυναίκες στα παράθυρα ή γυρίζοντας από πίσω καθώς περνούσε της έριχναν αυτόν τον λόγο, κι αν δεν τον έλεγαν με το στόμα, τον έλεγαν όμως με την καρδιά:
― Να! Τώρα, περνάει η Κακομοίρα, περνάει η γρια-Κακομοίρα…
Και πάλι φύλαγαν το γύρισμά της για να τη δεχτούν και να την ξεκινήσουν με τα ίδια λόγια.
Κι αυτή, η γρια-Κακομοίρα, δίνοντας εδώ κι εκεί καμιά «καλημέρα», με χοντρή φωνή σαν άνδρας, τραβούσε ίσα κατά κάτου στο λιμάνι, όπου ήτανε εκεί κοντά το Ταμείο, κι αφού έπαιρνε τη σύνταξή της γύριζε πάλι γλήγορα με μεγάλα βήματα, γοργά σαν κυνηγημένη. Κι αν στο κατέβασμά της αποφάσιζε να χαιρετήσει κανέναν, τώρα σαν έπαιρνε τον ανήφορο βιαστική, δεν άνοιγε το στόμα να ειπεί λόγο.
Αυτός ήταν ο δρόμος ο μοναχός δρόμος, που μια φορά το μήνα έκανε η Κακομοίρα κατεβαίνοντας στη πόλη για να παίρνει τη φτωχική σύνταξή της. Δεν είχε πίστη σ’ άλλον να του παραδώσει τα χαρτιά για το μηνιάτικο, και μ’ όλα τα γεράματα τα ξεπεσμένα εύρισκε τη δύναμη να πηγαίνει πάντα μοναχή της. Από πολλά χρόνια, αφόντας έχασε τον άντρα της, έναν προκομμένον ανοιχτοχέρη, που της έφαγε το βιο, κι έλαβε τη φροντίδα να της αφήσει για παρηγοριά τη σύνταξή του, από τότε έβλεπα τακτικά την Κακομοίρα στην ώρα και στην ημέρα της να διαβαίνει.
Το σπίτι της το μεγάλο κι αδειανό, που έχασκε με τις ψηλές πόρτες του και το ψηλό παράθυρό του, ήταν μακριά από τ’ άλλα απάνω στην κορφή της χώρας. Εκεί κατοικούσε ολομόναχη, ξερό κορμί, η Κακομοίρα. Κι έλεγαν πως είχε συναγμένα χρήματα πολλά σιγά σιγά, με τη σύνταξη και την οικονομία τόσα χρόνια. Και πρόλεγαν πολλοί, πως καμιά μέρα, καθώς ζούσε έρημη χωρίς συντροφιά, χωρίς βοήθεια από ψυχή άλλη, θα την εύρισκαν τη φιλάργυρη γριά πνιγμένη ή σκοτωμένη από κανένα κλέφτη.
Στη χωρά κάτω η Κακομοίρα είχε την κόρη της παντρεμένη, φτωχή και με πέντε παιδιά, τα τέσσερα κορίτσια. Κι ήταν δυο χρόνια τώρα που για κακή της τύχη απόμεινε χήρα κι εκείνη με τόσα τρυφερά κορμιά, που σ’ αυτήν ακουμπούσαν, και με τόσα στόματα, που απ’ αυτήν περίμεναν να χορτάσουν.
Η γριά Κακομοίρα, στην φτώχεια και την ανάγκη του παιδιού της, ποτέ δεν αποφάσισε ν’ απλώσει το χέρι, να δώσει λίγη βοήθεια. Όταν καμιά φορά πήγαιναν οι αγγόνες της να την δουν (γιατί την κόρη της τη βασανισμένη χήρα, δεν την ήθελε ούτε να πατεί το πόδι της στο σπίτι η Κακομοίρα) και τις έβλεπε να προβαίνουν η μια κοντά στην άλλη από τη σκάλα, μαυροφόρες και οι τέσσερες, λιγνές, μελαχρινές, ανασηκώνονταν από το στρώμα της που έμενε πάντα πλαγιασμένη, και μουρμούριζε μέσα στο λάρυγγά της:
― Ήρθαν οι κούρουνες! πλάκωσαν οι κουρούνες!
Κι η πρώτη της φροντίδα ήταν να κρύψει τα κλειδιά βαθιά αποκάτου στο στρώμα.
Δεν έρχονταν εκείνες συχνά να τη βλέπουν, γιατί ήξεραν πως με το βαρύ πάντα και με τ’ άγριο θα τις δέχονταν η Κακομοίρα. Κι αν την παρακαλούσαν καμιά φορά να δώσει λίγα λεφτά, για ν’ αγοράσουν κανένα μανδήλι μαύρο, καμιά ποδιά μαύρη, για να πάρουν τίποτε άλλο. αυτή αγριωπή και θυμωμένη έκραζε:
― Δεν έχω! Φευγάτε από ‘δώ! Ήρθατε να με φάτε ζωντανή, κουρούνες! Αφήστε με να ξεψυχήσω πρώτα!
Κι η πιο μεγάλη από τις τέσσερες, εκείνη που αγριόβλεπεν η βάβα της και τη μάχονταν περισσότερο από τις άλλες, αφού με την κλάψα και με τα επίμονά της λόγια έκανε τη γριά ν’ ανάψει, θύμωνε τάχα κι αυτή τότε και δάγκωνε το χέρι με φοβέρα, κουνούσε το κεφάλι και της έλεγε:
― Αχ, αχ! καρφώθηκες ολότελα! Τι ψυχή θα παραδώσεις στο θεό;
Κι έτρεχε να κατεβεί γλήγορα τη σκάλα, ενώ από πίσω την κυνηγούσαν οι φοβερές κατάρες της Κακομοίρας.
Τα ίδια γίνονταν κάθε φορά που έρχονταν στο σπίτι της γριάς οι κακές της αγγόνες. Απάντεχο ήταν να σηκωθεί κάποτε η Κακομοίρα ρογγώντας από το στρώμα, να βγάλει όξω από το δωμάτιο και τις τέσσερες με τα χουγιαχτά, να κλειδώσει τη πόρτα, και τότε ν’ ανοίξει σιγά με χέρι τρεμουλιαστό το σεντούκι, γονατισμένη μπροστά του, να το κλείσει πάλι με προσοχή με πολλές δοκιμές του κλειδιού για να πιάσει, και να τους δώσει τελευταία πέντ’ έξι δεκάρες. Κι αυτές όμως της έδινε για να γλιτώσει από την αβάσταχτη μουρμούρα τους, που θαρρούσε τη μοιρολογούσαν, ορθές ή καθισμένες γύρω της κι οι τέσσερες, οι κουρούνες.
Είχαν όμως εύρει κι αυτές τον τρόπο να της ξεκολλούν λίγα λεφτά, χωρίς να πιάνουν φιλονικίες μαζί της. Έστελναν τ’ αδελφάκι τους, το μόνο που αγαπούσε τρυφερά η Κακομοίρα, κι αυτές έμεναν όξω περιμένοντας και βλέποντας από τις χαραμάδες της πόρτας. Έμπαινε μέσα το χαϊδεμένο αγγόνι και της έλεγε:
― Βάβα, δώσε μια δεκάρα να σου φιλήσω το χέρι.
Ήταν η μόνη αδύνατη πλευρά στην Κακομοίρα το φίλημα του χεριού της από το μικρό της αγγόνι.
Όσες φορές ζητούσε να της φιλήσει το χέρι, τόσες δεκάρες του έδινε με την καρδιά της. Και γλυκαίνονταν τα μάτια και γίνονταν ιλαρό το πρόσωπο της Κακομοίρας από τα φιλιά του. Είχε εμπιστοσύνη εις αυτό, γιατί ήταν μικρό και δεν είχε μάθει τις πονηριές που μηχανεύονταν οι αδερφές του. Το άφηνε μέσα στο δωμάτιο, άμα αποφάσιζε ν’ ανοίξει το σεντούκι.
Και τ’ άφηνε να ‘ρχεται σιγά στο σεντούκι, να χώνει μέσα το κεφάλι του, να βλέπει και να πιάνει με τα χεράκια του όλα τα κρυφά πράμματα, που άγρυπνος φύλακας η Κακομοίρα τα είχ’ εκεί μέσα σφαλισμένα. Έπειτα έτρεχε ο μικρός στις αδερφές του κι έδινε όσα λεφτά με ψέματα τον ξεγελούσαν να του πάρουν. Τους μολογούσε τότε με τα παιδικά του λόγια τι είδε στο σεντούκι της βάβας, τι τάλαρα, τι φλωριά, τι χρυσά και αργυρά θάματα είδε. Κι έλαμπαν τα μάτια των κοριτσιών, καθώς με δίψα αχόρταστη άκουαν να λέει.
* * *
Εκείνο το σεντούκι ήταν σα μαγικό, σα στοιχειωμένο για τις τέσσερες αγγόνες της Κακομοίρας. Φαντάζονταν πως έκρυβε μέσα του όλους τους θησαυρούς του κόσμου. Μεγάλωνεν προστά τους και γίνονταν ίσα μ’ ένα βουνό, άμα το’ ‘βλεπαν αληθινά ή στ’ όνειρό τους. Πότε έπαιρνε σκήμα σαν παλατιού και μέσα θαρρούσαν πως ήταν αυτές ευτυχισμένες, πότε δεν παράλλαζε καθόλου από μνήμα, και νόμιζαν πως κρατούσε εκεί τη βάβα τους ξαπλωμένη.
Τ’ αλλόκοτα χρωματιστά σκαλίσματα, όσα είχε απάνου στο σκέπασμα και στα πλευρά του, έμοιαζαν πότε με λουλούδια πανέμορφα, που δεν είχαν ιδεί ποτέ, αλλά πίστευαν πως κάπου φύτρωναν στον κόσμο τέτοια, και πότε μ’ αγκάθια, ολοζώντανα που αγκύλωναν τις φτωχές καρδιές τους. Ἠταν παλιό σεντούκι, βενετικό, κυπαρισσένιο, στερεό ακόμα μ’ όλα του τα χρόνια. Το σαράκι του είχε τρυπήσει το κορμί, και το πολύ δούλεμα του έλιωσε τη κλειδωνιά και τους σιδερένιους αρμούς του. Οι πονηρές αγγόνες της Καλομοίρας πολλές φορές δοκίμασαν να τ’ ανοίξουν μ’ αντικλείδι, μ’ όλο της γριάς τ’ άγριο κι αγέλαστο μάτι, αλλά ποτέ αυτό δε θέλησε να τις υπακούσει. Δοκίμασαν να το ξεκαρφώσουν από πίσω, αλλά κι από κει δε φάνηκε άπιστο, παλιόχρονο αυτό στην παλιόχρονη κυρά του.
Τ’ αγαπούσαν όμως οι ορφανές, κι ας ήταν ενάντιο στα πονηρά θελήματά τους, γιατί ένιωθαν, ξάστερα ή θαμπωμένα, πως φύλαε μέσα του τη μοίρα τους κλειδωμένη, αλλά και το μισούσαν γιατί αργούσε ν’ ανοιχτεί και να τη στείλει στην ανυπόμονη καρδιά τους.
Άξαφνα έπεσε για τα καλά στο στρώμα η κυρα-Κακομοίρα· όταν έφτασε η μέρα της η ταχτική, δε φάνηκε να πάει για το μιστό της. Δοκίμασε να σηκωθεί την άλλη μέρα, πάσκισε να σταθεί στα πόδια της την τρίτη, αλλά δεν μπόρεσε κι ανάπεσε στο στρώμα βογκώντας πάλι. Δεν την κρατούσαν πια τα γόνατα, δεν την άκουαν τα σάπια κόκαλά της· αυτό ήταν το παράπονο της Κακομοίρας. Γεράματα πια, βαριά γεράματα! Στριφογύριζε τ’ αδύναμο κορμί στο ξερόστρωμά της, ανήσυχη πότε ν’ αναλάβει, για να κατέβει στην πόλη. Θάνατο ουδ’ έβανε στο νου της. Την ημέρα μόνο καρτερούσε, την ημέρα την ποθητή, που τόσο αργούσε κι έφευγε πιο μακριά, αντί να πλησιάζει, εκείνη που θ’ αξιώνουνταν να στηριχθεί στα πόδια της η Κακομοίρα.
Στην αρχή δεν ήθελε να δεχτεί κανένα στο σπίτι να την κοιτάξει αν χρειάζονταν τίποτα. Ούτε για τις αγγόνες της πια ήθελε ν’ ακούσει. Είχε απόφαση να περάσει την αρρώστια μοναχή της, τρώγοντας ξερό ψωμί, χωρίς γιατρό και γιατρικά, ατάραχτη κι ανέγνοιαστη, απ’ ανθρώπου χέρι. Αφού όμως έγειρε στο χειρότερο, δεν είχε πια δύναμη, κι αν ήθελε, αντίσταση να κάμει. Τότε σηκώθηκε η φτωχή χήρα με τα πέντε ορφανά, κι ήρθαν και το ‘στρωσαν καλά στο πλατόχωρο σπίτι της Κακομοίρας. Τότε ανάλαβαν ζωντανούς ήχους κι έχασαν τη βαριά τους όψη τ’ αδειανά κι έρημα χωρίσματά του.
Όμως η αρρώστια της Κακομοίρας τραβούσε πολύ, χωρίς να δίνει ελπίδα πως με κάποιον τρόπο θα τελειώσει. Έφευγαν οι μέρες αργές αργές, πικρότερες από πρωτύτερα για τη χήρα και τα παιδιά της, έκλειναν οι μήνες ατέλειωτοι κι απανωτοί, αλλά η ψυχή της γριάς δεν ήθελε να ξεκολλήσει από το παλιό κουφάρι.
Το δέρμα της κρέμονταν στεγνό από τα λιανόμακρα κόκαλά της. Τα μάτια της είχαν χωθεί στους βαθουλούς λάκκους και γυάλιζαν εκείθε, άγρυπνα πάντα κι άκλειστα ψάχνοντας τα πρόσωπα γύρω, ή καρφωμένα απάνου στο σεντούκι. Τα χέρια είχαν λιγνέψει κίτρινα και μακρουλά, με τα νύχια μεγάλα και μελανά στις άκρες· έμοιαζαν σαν ψιλά καλάμια με πυκνούς τους κόμπους.
Κι αγωνίζουνταν να μαλάζουν ανήσυχα τα κλειδιά μέρα νύχτα. Δεν ήθελε να τα παραδώσει σε κανέναν η Κακομοίρα. Ας πορεύονταν όπως είχαν τρόπο κι η κόρη κι οι αγγονές της· ας φρόντιζαν όπως ήθελαν και γι’ αυτή την ίδια, που είχε τόση ανάγκη στις τελευταίες μετρημένες ημέρες της.
Παράδερνε η Κακομοίρα, αναδεύονταν χωρίς αναπαμό στο στρώμα. Κι ο μόνος λόγος, ανάμεσα στο κομμένο βογκητό, που ψιθύριζε με βραχνή φωνή το τρεμουλιαστό της σαγόνι, ήταν ο ίδιος πάντα:
― Ήρθαν οι κουρούνες… πλάκωσαν οι κουρούνες…
* * *
Όμως οι αγγόνες της γριάς, οι μαυροφόρες, δεν είχαν υπομονή, βλέποντας πως ο θάνατος αργούσε να ‘ρθει. Μια μέρα, κατά το δειλινό, ενώ η Κακομοίρα είχε αποκοιμηθεί κι έβγαζε ένα ρουχαλητό σαν το στερνό του θανάτου, στέλνουν το μικρόν αδερφό τους (γιατί αυτός μοναχός, ο χαϊδεμένος, είχε την άδεια από τη βάβα του να πηγαίνει κοντά της και συνήθιζε να κάθεται στο προσκέφαλο να της κρατεί συντροφιά και να παίζει με τα κλειδιά ή με το κομπολόγι) τον στέλνουν και χώνει σιγά το χέρι και τραβάει τα κλειδιά, διδαγμένος από τις αδερφές του πώς να κάμει, για να μη τον καταλάβει η βάβα.
Τα κρατούσαν καλά στα χέρια με λαχτάρα τα κλειδιά τα πολυπόθητα και τα καταραμένα, τα ‘σφιγγαν με χαρά οι μαύρες αγγόνες της Κακομοίρας! τώρα, στο σεντούκι, γλήγορα κι αλαφρά! Έσκυψε η μεγαλύτερη, τριγυρισμένη από τις άλλες, όλες αμίλητες, όλες βουβές με τα πρόσωπα κίτρινα όλες και με τα μάτια αστραφτερά, κι έβαλε το μεγάλο, το γνώριμο κλειδί ν’ ανοίξει… Και τώρα ακόμα η διαβολεμένη κλειδωνιά δεν ήθελε ν’ ακούσει την κακή επιθυμία τους. Έφερναν απ’ εδώ, έφερναν απ’ εκεί το μισοφαγωμένο κλειδί στο ξέδοντό της στόμα, αλλά θαρρούσες πως και τα δυο, κλειδωνιά και κλειδί, είχαν συμφωνήσει να τους εναντιωθούν, όπως άλλη φορά ήταν πρόθυμα στο χέρι της κυράς τους. Άγριο αντηχούσε το ρουχαλητό της Κακομοίρας κι η ταραχή του σκέπαζε το σιγανό τρίξιμο του κλειδιού. Άξαφνα έσκουξε μια πιο δυνατή φωνή από την κλειδωνιά, σα να ήταν φωνή πόνου, κι ο ήχος της αντιχτύπησε θλιβερά γύρω στους ψηλούς τοίχους. Άνοιξε! Με χέρια που έτρεμαν, ενώ οι καρδιές βροντούσαν σα να ‘θελαν να ξεπηδήσουν από τα στήθια, σήκωσαν το σκέπασμα σιγά κι έριξαν τα μάτια μέσα. Ποτέ δεν είχαν αξιωθεί να ιδούν τ’ αφάνταστα κι αμολόγητα όσα έκρυβε το σεντούκι στη βαθιά κοιλιά του.
Δεν έφτασαν όμως να χαρούν τα θαμπωμένα μάτια τους αυτή την πλούσια κι ακριβοθώρητη θωριά, που τόσο ποθούσαν. Δεν είδαν ανάμεσα σ’ ένα καπνό, που απλώνονταν εμπρός τους παρά κάτι σακούλες μικρές, κάτι χαρτιά διπλωμένα, κάτι μικρά δέματα ή κουτιά τενεκεδένια, που έκρυβαν ρεγγίνες παλιές ή κολουνάτα και σπαθάτα τάλαρα ίσως απομεινάρια ‘πό τα περασμένα πλούτη της Κακομοίρας· όλα σφιχτόδετα και ταχτικά βαλμένα, κι όλα να τρέχουν απάνου κάτου, να χοροπηδούν στα μάτια των κοριτσιών σα δαιμονισμένα. Η Κακομοίρα, ενώ πάλευε με το χάρο, είχε ακούσει το γνώριμο ήχο της κλειδωνιάς να τη φωνάζει και πετάχτηκε από το βυθισμό, που ήταν πεσμένη.
― Κουρούνες! Άκουσαν μια φοβερή φωνή από πίσω, φοβερότερη παρά κάθε άλλη φορά και γύρισαν μ’ ορμή, αφήνοντας το σκέπασμα να πέσει με βρόντο. Η μεγαλύτερη την ίδια στιγμή είχε σηκώσει μια βαριά σακούλα γιομάτη, άλλα με τη φωνή της βάβως την απόλυσε στο πάτωμα τρομασμένη. Κι έμειναν ξερές όλες, σα μαρμαρωμένες, βλέποντας την Κακομοίρα ορθή στο στρώμα απάνου, μισόγυμνον σκελετόν, με τα χέρια τεντωμένα κι ανοιχτά κατά κείνες. Τους φάνηκε ο ίδιος ο θάνατος με την όψη της γριάς εμπρός τους, που χύνονταν να τις αρπάξει. Έβαλαν όλες κάτι ξαφνικές φωνές, σαν όρνιθες φοβισμένες από γεράκι, κι έφυγαν όξω από το σπίτι. Κι άμα έλαβαν θάρρος κι εγύρισαν μαζί με τη μάνα τους να ιδούν, ηύραν το σεντούκι κλειστό και την Κακομοίρα ξερή στο στρώμα, πεσμένη με το πλευρό και με τα πόδια γυμνά στο πάτωμα ξαπλωμένη. Δεν έκανε κίνημα, δε φαίνονταν να ‘χει αναπνοή κι έσφιγγε τα κλειδιά στο στήθος της με τα δυο χέρια. Όμως δεν είχε πεθάνει η Κακομοίρα. Χαροπάλεψε ακόμα δυο μέρες και τότε πια, πριν ξυλιάσουν κλειστά τα νεκρωμένα δάκτυλα της Κακομοίρας σφίγγοντας ως την υστερνή στιγμή τα κλειδιά, τότε μοναχά μπόρεσαν οι τέσσερες αγγόνες, οι μαυροφόρες να ζητήσουν να ‘βρουν τη μοίρα τους κλεισμένη βαθιά μέσα στο σεντούκι.
ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΤΗΣ ΦΙΛΑΡΓΥΡΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ
Ομφαλός της γης