Ένα μικρό μποστάνι είχε ο μπάρμπα Θωμάς με την γυναίκα του την Μαριγούλα. Ένα μικρό μποστανάκι, που το φρόντιζαν σαν τα παιδιά τους.

mike
By
25 Views
9 Min Read

Όλα θέλουν φροντίδα Μαριγώ μου, όλα.
Χωρίς φροντίδα δεν μεγαλώνουν. Όλη μέρα τα κορμιά τους γερμένα στη γη να φροντίζουν τα σπαρμένα τους, τα φυτεμένα τους.

Να κάνουν τις αυλακιές τους, να ξεχορταριάζουν ,να σκάβουν, να ποτίζουν.

Στις φασολιές τους έβαζε καλάμια στο φρεσκοσκαμμένο χώμα, να ανεβαίνουν ψηλά. Να απλώνουν τον καρπό τους.

Κι όταν άρχιζαν να κρέμονται τα πρώτα φασολάκια, την φώναζε. Κοίτα Μαριγούλα. Κοίτα πως γέμισαν. Φορτωμένες είναι πάλι και φέτος, κι έκανε τον σταυρό του.

Ευλογημένο το χώμα που πατάμε γυναίκα, της έλεγε. Ευλογημένοι και μεις που τρώμε τα καλά που μας δίνει.

Στις ντομάτες δεν έβαζε καλάμια ο μπάρμπα Θωμάς. Όχι. Εκεί έβαζε ψηλά χοντρά παλούκια. Έχουν βαρύ φόρτωμα αυτές της έλεγε, και θέλουν δυνατά στηρίγματα.

Να βγουν επάνω, να τις δει ο ήλιος να ψηθούν. Κι όταν εκείνες άρχιζαν να κοκκινίζουν, έλα, της φώναζε ξανά.

Δες τες. Δες πως κοκκίνισαν. Σαν τις κοπελούδες, που βγαίνουν στο σεργιάνι πρώτη φορά. Σαν και σένα Μαριγούλα μου.

Σαν και σένα όταν σε πρωτόδα. Έτσι κοκκίνισες και συ σαν σε κοίταξα. Να τες και τούτες. Έτοιμες για φάγωμα.

Κι άπλωνε το χέρι του, έκοβε μία από την μάνα της, την σκούπιζε στο πουκάμισό του, όχι πως είχε τίποτα, αλλά από συνήθεια το έκανε. Την έκοβε στα δυο με το σουγιά του, και έδινε την μισή στη Μαριγούλα. Γλύκισμα είναι ης έλεγε.

Γλύκισμα, σαν το πρώτο σου φιλί. Θυμάσαι; Αν θυμόταν λέει; Ξεχνιούνται αυτά;

Ένα χρόνο τον παίδευε τον μπάρμπα Θωμά στα νιάτα του. Ένα χρόνο παιδευόταν κι αυτή. Το φιλί της, του το έδωσε μια βδομάδα πριν παντρευτούν.

Ένα χρόνο μάζευε τον πόθο του και κείνο, κι όταν πρωτοφιληθήκανε σειστήκανε τα κορμιά τους σαν το αδύνατο δέντρο που το κρατάς από τον κορμό του και το τινάζεις.

Ακόμα και τώρα κοκκινίζει η Μαριγώ σαν το θυμάται, και πηγαίνει κοντά της ο Μπάρμπα Θωμάς.

Της πιάνει τα κουρασμένα χέρια της, τα γεμάτα χώματα, και τα φιλάει. Μυρίζουν ντοματιές οι παλάμες της, και φρεσκοποτισμένο χώμα. Κι είναι τούτο το φιλί μεστωμένο.

Μεστωμένο σαν τις ντομάτες που’ ναι κόκκινες κι έτοιμες για φάγωμα. Μαριγούλα μου της λέει. Ακόμα κοκκινίζεις.

Μα και’ γω ακόμα παιδούλα σε βλέπω.
Παιδούλα. Να, σαν χτες μου φαίνεται που πέρασα από το στενό σου, κι ήσουν στο παραθύρι σου να χτενίζεις τα μαλλιά σου. Κι η μάνα σου από μέσα σου φώναζε, φτάνει πια.

Θα τα μαδήσεις, και τότε σήκωσα το βλέμμα μου, κι είδα τον ήλιο στα μάτια σου. Μ’ έκαψε Μαριγούλα κείνος ο ήλιος. Μ’ έκαψε.

Με τσουρούφλισε, και δεν έβρισκα δροσιά πουθενά.

Κι όταν σου γύρευα να με φιλήσεις, να δροσιστώ λιγάκι, γελούσες και ξεγλίστραγες από την αγκαλιά μου σαν το χέλι, κι έφευγες.

Και καλά έκανες Μαριγούλα μου. Καλά έκανες.

Γιατί και το φιλί θέλει φροντίδα να ωριμάσει,να μας δώσει καρπούς. Να, σαν τα φυτεμένα μας. Αν δεν τα φροντίσουμε δεν θα μας δώσουν καρπούς. Κι όση ώρα της έλεγε αυτά, της κράταγε τα χέρια της στα δικά του, και τα’ νιωθε να χτυπάνε οι φλέβες τους.

Σαν και τότε, που τα κράτησε για πρώτη φορά στα δικά του, και κείνη δεν ήθελε. Τα τράβηξε Μη του είπε. Μη..

Γιατί της είπε. Γιατί μη; Εγώ θα σου τα κρατάω μια ζωή. Σου τα άφησα ποτέ τα χέρια σου Μαριγούλα μου;

Σου τ’ άφησα;

Ποτέ του είπε, κι ακούμμησε τα χείλια της τα ρυτιδιασμένα πάνω στα δικά του, και κείνος νόμιζε πως της έπαιρνε για ακόμα μια φορά το πρώτο της φιλί.

Γιατί όσες φορές τον φίλαγε, ήταν σαν την πρώτη. Τι σημασία είχαν κάποιες μικρές ρυτιδούλες γύρω από τα χείλια τους;

Η αγάπη τους ήταν εκεί μονίμως ανθισμένη. Να, σαν τους ανθούς της καρπουζιάς. Δεν προλαβαίνει ο ανθός να κλείσει, να πέσει, να φανεί το δεμένο καρπουζάκι, αμέσως ανθίζει αλλού αυτή.

Τόση γλύκα που έχει στις ρίζες της, τι θα την κάνει; Καρπούζια ολόγλυκα θα την κάνει.

Σαν την αγάπη της Μαριγούλας του, σαν και την δική του.

Ριζωμένη στα βαθιά της καρδιάς τους, και δεμένη στα κλαδιά της εκτίμησης. Σαν τον σεβασμό στα νιόβγαλτα φυντάνια, και σαν την φροντίδα τους στα κορφολογημένα πεταχταρούδια.

Το φρόντιζαν το μποστάνι τους.

Από κει τρώγανε τρεις φαμίλιες. Μια της θυγατέρας τους, που την είχαν παντρεμένη στο χωριό, και δυο των γιων τους.

Κάθε βδομάδα, γεμίζανε δυο καλάθια με μποστανικά. Βάζανε τα πιο σκληρά από κάτω, και τα ώριμα πάνω πάνω.

Τα σκέπαζε η Μαριγούλα του μ’ ένα μαντήλι, και το’ ραβε γύρω γύρω στο καλάθι. Κι ο μπάρμπα Θωμάς πρωί πρωί, το’ παιρνε και περίμενε στη δημοσιά το πούλμαν που πήγαινε στην πόλη.

Ύστερα σταμάταγε στον καφενέ, και τους τηλεφωνούσε. Τα στείλαμε τους έλεγε. Τα στείλαμε. Ποτέ δεν είπε τα έστειλα.

Σαν σχόλαγαν από την δουλειά εκείνα, περνούσανε από το ΚΤΕΛ, και τα παίρνανε. Στέλνανε πίσω τα άδεια.

Διπλά τα είχαν τα καλάθια. Διπλά. Στέλνανε τα γεμάτα ,και κερτερούσαν τα άδεια. Ο οδηγός πάντα τον χαιρετούσε με καλοσύνη, κι η Μαριγούλα του, του’ βαζε πέντε έξι νροματούλες, τρεις τέσσερις μελιτζάνες, και κάνα δυο πιπεριές σε ένα σακούλι, και του’ λεγε, να τα δώσεις στον οδηγό.

Χαιρετίσματα στην γυναίκα του να του πεις. Μακρινή ανιψιά ήταν της Μαριγούλας. Πότε ο ένας, πότε ο άλλος. Κοντά είχαν τα σπίτια τους, και τούτο έδινε χαρά στους γονιούς.

Η χαρά όμως η μεγάλη, ήταν που καθόταν αποβραδίς κι ετοιμάζαν τα καλάθια. Σαν μικρά παιδιά κάνανε.

Έβαζε ο καθένας τους το καλάθι ανάμεσα στα πόδια του, και παίρνανε ένα ένα τα μποστανικά, και τα τοποθετούσαν μέσα τους.

Δέκα για το ένα, δέκα για το άλλο. Πέντε από το’ να, οχτώ από το άλλο, και γέμιζαν το καλάθι μέχρι πάνω, δίκαια.

Ξέρανε όμως κι οι δυο τους, και το’ καναν σκοπίμως να χάνουν το μέτρημα, και κάτι παραπάνω βάζανε.

Αδυναμίες ήταν αυτές…Αυτοί όλα τα μοίραζαν δίκαια. Ακόμα και τις αδυναμίες τους.

Μικρό μποστάνι είχαν και το φρόντιζαν με αγάπη. Όλα θέλουν φροντίδα λέγανε. Όλα. Αλλιώς μαραίνονται και πέφτουν τα φύλλα.

Τα ξερά δεν ευδοκιμούν.

Γι’ αυτό και δεν αφήσανε την αγάπη τους να μαραθεί. Τι νομίζεις πως θέλει κι αυτή; Φροντίδα θέλει. Ένα χέρι απλωμένο γεμάτο από χάδια θέλει, σαν το μωρό που το χαϊδεύεις.

Και έγνοια ο ένας για τον άλλο θέλει.

Κι αυτά δεν τους λείψανε ποτέ. Και πως να τους λείψουν; Αυτοί όταν παντρεύτηκαν, δεν είχαν τίποτα. Μόνο την αγάπη τους.

Εσένα θέλω, και σένα θα πάρω της είπε.

Τα υπόλοιπα θα τα φτιάξουμε μόνοι μας, και φτιάξαν πολλά. Και πρώτα πρώτα τρία παιδιά. Τα παιδιά του έρωτα!

Τρία παιδιά φασκιωμένα με αγάπη. Όπως φασκιώνονται στις φυλλωσιές του μποστανιού τους τα ζαρζαβατικά.

Σου τ’ άφησα εγώ ποτέ το χέρι σου Μαριγούλα μου; Μια ζωή σφιχτά δεν στο κρατάω; Και πως να το αφήσω;

Αν δεν σου το κρατάω, θα πέσω Μαριγώ μου. Θα πέσω. Όπως οι ντοματούλες μας αν δεν τους βάλουμε στηρίγματα.

Και κείνη έγινε κατακόκκινη.

Φούσκωσαν οι φλέβες από τα χέρια της, κι έστειλαν αίμα μπόλικο στην καρδιά της, κι άρχισε να χτυπάει δυνατά.

Σαν και τότε που χτένιζε τα μαλλιά της στο παραθύρι, που τον είδε να διαβαίνει στο στενό του σπιτιού της.

Σαν τότε που του έδωσε το πρώτο φιλί της, κι η σκέψη της γύρισε πίσω. Σε όλα τα τότε…Γέλασε, και μετά την έστειλε μακριά, στο μέλλον. Την ξαναμάζεψε, τον κοίταξε, και του είπε. Ποτέ Θωμά μου, δεν μου τ’ άφησες ποτέ.

Μα και’ γω όμως, όπου και να κοιτάξω, ενωμένα και σφιχτά τα βλέπω. Θες πίσω να κοιτάξω, θες μπροστά. Μαζί σφιχτοδεμένα είναι. Σαν τα ανθάκια στο μποστάνι μας.

Σφιχτοδεμένα!

Ελευθερία Λάππα

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
Share This Article