Το βιβλίο ήταν παλιό. Οι σελίδες του είχαν κιτρινίσει από τα χρόνια, αλλά τα ονόματα έμεναν ζωντανά μέσα στην προσευχή της Εκκλησίας.
Ένα βράδυ, καθώς τελείωνε το μνημόσυνο, άκουσε στην καρδιά του έναν λογισμό:
«Όλα αυτά τα ονόματα… κι αν κάποιος δεν τον μνημονεύει ποτέ;»
Η ερώτηση δεν έφυγε από μέσα του.
Την άλλη μέρα ρώτησε έναν γέροντα.
– «Γέροντα, ποιος προσεύχεται για εκείνον που δεν έχει πια κανέναν στον κόσμο;»
Ο γέροντας δεν απάντησε.
Τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο παλιό κοιμητήριο.
Στάθηκαν μπροστά σε έναν λησμονημένο τάφο.
Η επιγραφή είχε σβήσει.
Το όνομα δεν διαβαζόταν.
«Ποιος είναι εδώ;» ρώτησε ο μοναχός.
«Δεν ξέρω», είπε ο γέροντας.
«Τότε γιατί σταθήκαμε εδώ;»
Ο γέροντας άναψε ένα κερί.
Έκανε το σημείο του Σταυρού.
Και είπε μόνο μία φράση:
«Κύριε, ανάπαυσον τον δούλον Σου, του οποίου το όνομα γνωρίζεις μόνο Εσύ.»
Ο μοναχός ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει.
Κατάλαβε ότι ο άνθρωπος μπορεί να ξεχάσει.
Ο Θεός ποτέ.
Καθώς έφευγαν, ο γέροντας του είπε:
«Οι άνθρωποι γράφουν ονόματα πάνω σε μάρμαρα.
Ο Θεός τα γράφει στις παλάμες Του.
Τα μάρμαρα φθείρονται.
Η αγάπη Του όχι.»
Από τότε, κάθε φορά που τελείωνε τα ονόματα του μνημοσύνου, πρόσθετε πάντα μία τελευταία προσευχή:
«Και όλους εκείνους που δεν έχουν κανέναν να τους θυμάται, μνήσθητι, Κύριε, Εσύ.»
Γιατί κατάλαβε πως η μεγαλύτερη φτώχεια δεν είναι να πεθάνει ένας άνθρωπος.
Είναι να μην βρεθεί κανείς να προσευχηθεί γι’ αυτόν.
Και η μεγαλύτερη αγάπη δεν είναι να θυμόμαστε μόνο τους δικούς μας.
Είναι να χωρά η προσευχή μας και εκείνον που δεν γνωρίσαμε ποτέ.
Εκ της συντακτικής ομάδας του: Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου Κολωνού π. Αθανάσιος