— Πάτερ… είμαι γκέι. Μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές που έχω ζήσει ως ιερέας.

mike
By
44 Views
20 Min Read

Πριν λίγες μερες είχα μια εντελώς απροσδόκητη επίσκεψη.

Ένα νέο παιδί, το οποίο με είχε γνωρίσει μέσα από τα κείμενά μου στο Facebook, ενώ γνώριζε πού βρίσκομαι, αποφάσισε να έρθει να με συναντήσει χωρίς να μου πει τίποτε και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά μου.

Καθίσαμε και μιλήσαμε για αρκετή ώρα. Θέλω εξαρχής να διευκρινίσω, προς αποφυγή οποιασδήποτε παρεξηγήσεως, ότι ο διάλογος που μεταφέρω σε αυτό το κείμενο δεν αποτελεί περιεχόμενο του Μυστηρίου της Εξομολογήσεως. Ήταν μια προσωπική, ανθρώπινη και πνευματική συζήτηση ανάμεσα σε έναν νέο άνθρωπο και έναν ιερέα. Μόνο μετά το τέλος αυτής της συζήτησης ακολούθησε, με δική του επιθυμία, το Μυστήριο της Εξομολογήσεως. Από εκείνη όμως την ιερή ώρα δεν μεταφέρω —και δεν θα μπορούσα ποτέ να μεταφέρω— ούτε μία λέξη.

Ο διάλογός μας με συγκίνησε βαθιά. Πριν χωρίσουμε, του ζήτησα την άδεια να μεταφέρω την ουσία αυτής της συζήτησης σε ένα κείμενο, χωρίς όνομα, τόπο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να αποκαλύψει την ταυτότητά του. Δέχθηκε με μία μόνο σκέψη: ίσως αυτά τα λόγια να μπορέσουν να δώσουν κουράγιο σε κάποιο άλλο παιδί που δίνει μόνο του τον ίδιο αγώνα και φοβάται ακόμη και να χτυπήσει την πόρτα μιας εκκλησίας.

Γι’ αυτό γράφω σήμερα.
Όχι για να εκθέσω μια ψυχή.
Αλλά, με την άδειά της, για να ακουστεί η αγωνία πολλών ψυχών που ίσως δεν βρήκαν ποτέ το θάρρος να μιλήσουν.
Ο διάλογος που ακολουθεί αποδίδει την ουσία της συζήτησής μας, με ορισμένα προσωπικά στοιχεία σκόπιμα παραλειμμένα ή αλλαγμένα για την προστασία της ταυτότητάς του.

Γιατί πίσω από αυτό το ένα παιδί μπορεί να υπάρχουν εκατοντάδες άλλα που κρατούν μέσα τους την ίδια ερώτηση:
«Πάτερ… υπάρχει θέση και για μένα κοντά στον Χριστό;»

Τον γνώρισα μέσα από το Facebook.

Ένα νέο παιδί που διάβαζε τα κείμενά μου. Μιλούσαμε κάποιες φορές. Κάποια στιγμή με ρώτησε πού βρίσκομαι. Του είπα. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία.

Κάποια μέρα, όμως, συνέβη κάτι που δεν περίμενα.

Χωρίς να μου πει τίποτε, ήρθε να με βρει.

Και ξαφνικά τον είδα μπροστά μου.
— Πάτερ… εγώ είμαι.

Τον κοίταξα έκπληκτος.
— Εσύ; Πώς βρέθηκες εδώ;
— Ήρθα να σας δω.
— Και γιατί δεν μου είπες ότι θα έρθεις;

Χαμογέλασε αμήχανα.
— Γιατί αν σας έλεγα τον πραγματικό λόγο, φοβόμουν ότι ίσως μου λέγατε να μην έρθω.

Αυτή η φράση ήταν αρκετή.
Κατάλαβα ότι αυτό το παιδί δεν είχε κάνει τόσο δρόμο απλώς για να γνωρίσει έναν άνθρωπο που διάβαζε στο Facebook.
Κουβαλούσε κάτι.
Μπήκαμε στον ναό.
Κάθισε απέναντί μου.

Για αρκετή ώρα δεν μιλούσε.
— Έκανες τόσο δρόμο, του είπα. Τώρα μπορείς να μου πεις.

Κατέβασε το κεφάλι.
— Πάτερ… είμαι γκέι.

Σιώπησα.

Σήκωσε τα μάτια του.
— Γιατί δεν λέτε τίποτα;
— Τι περίμενες να σου πω;
— Δεν ξέρω. Κάτι.
— Να θυμώσω;
— Ίσως.
— Να σου πω ότι απογοητεύτηκα;

Τα μάτια του γέμισαν.
— Ίσως κι αυτό.
— Παιδί μου, μόλις μου εμπιστεύθηκες κάτι πολύ βαθύ και προσωπικό από τη ζωή σου. Δεν μου είπες ολόκληρο το ποιος είσαι.
— Μα αυτό είμαι.
— Όχι.
— Έτσι με βλέπουν όλοι.
— Εγώ δεν σε ρώτησα πώς σε βλέπουν όλοι.

Σιώπησε.
— Και ο Θεός πώς με βλέπει;
— Με το όνομά σου.

Με κοίταξε.
— Όχι ως γκέι;
— Πριν αποκτήσεις οποιονδήποτε προσδιορισμό, είχες όνομα. Πριν ακόμη γνωρίσεις εσύ τον εαυτό σου, σε γνώριζε Εκείνος. Και πριν μπορέσεις να Τον αγαπήσεις, σε είχε αγαπήσει Εκείνος.

Τα μάτια του βούρκωσαν.
— Εμένα;
— Εσένα.
— Έτσι όπως είμαι;
— Έτσι όπως είσαι σήμερα. Ο Θεός δεν περιμένει πρώτα να γίνεις κάποιος άλλος για να αρχίσει να σε αγαπά. Σε αγαπά και μέσα σε αυτή την αγάπη σε καλεί, όπως καλεί όλους μας, σε σχέση μαζί Του, σε μετάνοια, σε αγώνα, σε αγιασμό. Γιατί μόνο από την αλήθεια μπορεί να αρχίσει μια αληθινή σχέση με τον Θεό.
— Πάτερ, έχω προσευχηθεί τόσο πολύ…
— Τι Του λες;
— Να με αλλάξει.
— Και μετά;
— Περιμένω.
— Και όταν δεν συμβαίνει αυτό που ζητάς;

Έσπασε η φωνή του.
— Νομίζω ότι δεν με ακούει.
— Ή μήπως σε ακούει περισσότερο απ’ όσο νομίζεις;
— Τότε γιατί δεν κάνει κάτι;
— Ποιος σου είπε ότι δεν κάνει;
— Αφού ακόμη παλεύω.
— Και ποιος σου είπε ότι η παρουσία ενός αγώνα σημαίνει απουσία του Θεού;

Σώπασε.
— Πάτερ… ο Θεός με σιχαίνεται;

Αυτή τη φορά δεν άντεξα να απαντήσω καθισμένος.

Σηκώθηκα.

Τον πήρα μπροστά στον Εσταυρωμένο.
— Κοίτα Τον.

Κοίταξε.
— Βλέπεις αυτά τα χέρια;
— Ναι.
— Γιατί νομίζεις ότι είναι ανοιχτά;

Άρχισε να κλαίει.
— Δεν ξέρω.
— Γιατί δεν σταμάτησαν ποτέ να περιμένουν τον άνθρωπο.
— Και εμένα;
— Και εσένα.
— Μα εγώ…
— Μη συνεχίσεις.
— Γιατί;
— Γιατί κάθε φορά που σου λέω «σε αγαπά ο Χριστός», εσύ μου απαντάς «ναι, αλλά…». Σαν να ψάχνεις να βρεις κάτι μέσα σου μεγαλύτερο από τον Σταυρό Του.

Σώπασε.
— Υπάρχει;
— Τι;
— Υπάρχει αμαρτία μεγαλύτερη από το έλεός Του;
— Όχι.
— Τότε γιατί προσπαθείς να βρεις μία ειδικά για σένα;

Έκλαιγε.
— Γιατί φοβάμαι, πάτερ.
— Τι φοβάσαι;
— Ότι μια μέρα θα σταθώ μπροστά Του και θα μου πει: «Δεν σε ήθελα ποτέ».

Τον κοίταξα.
— Παιδί μου, άκουσέ με καλά. Δεν μπορώ να προκαταλάβω την κρίση του Θεού για κανέναν άνθρωπο. Μπορώ όμως να σου πω τι έκανε ήδη ο Θεός για σένα: ανέβηκε στον Σταυρό. Και κανέναν άνθρωπο που Τον αναζητά δεν έχουμε δικαίωμα να τον διδάσκουμε την απόγνωση.
— Δηλαδή δεν πειράζει τίποτε;
— Δεν είπα αυτό.
— Τότε;
— Η αγάπη του Χριστού δεν σημαίνει ότι όλα όσα κάνουμε είναι σωστά. Σημαίνει ότι τίποτε από όσα χρειάζονται μέσα μας μετάνοια και θεραπεία δεν κάνει τον άνθρωπο λιγότερο αγαπητό στον Θεό.
— Άρα είναι αμαρτία;
— Η Εκκλησία έχει τη διδασκαλία της για τη σεξουαλική ζωή και δεν θα σου την κρύψω για να σε κάνω απλώς να αισθανθείς καλύτερα. Αλλά θέλω να καταλάβεις και κάτι εξίσου σημαντικό: η ίδια η ύπαρξη μιας ακούσιας έλξης δεν ταυτίζεται αυτομάτως με προσωπική αμαρτία. Άλλο αυτό που αισθάνεται ένας άνθρωπος χωρίς να το επιλέξει και άλλο η ελεύθερη συγκατάθεση και η πράξη. Και κανένα πάθος, καμία δυσκολία, κανένας πειρασμός, οποιοσδήποτε κι αν είναι, δεν αποτελεί ολόκληρη την ταυτότητα ενός ανθρώπου.
— Και τι να κάνω;
— Αυτό που κάνω κι εγώ.
— Εσείς;
— Νομίζεις ότι επειδή φοράω ράσο δεν έχω πάθη;

Με κοίταξε.
— Όλοι έχουμε;
— Όλοι.
— Και πώς πολεμιούνται;
— Όχι μισώντας τον εαυτό μας. Παραδίδοντάς τον στον Χριστό.
— Κι αν δεν νικήσω;
— Θα αγωνίζεσαι.
— Κι αν πέσω;
— Θα σηκωθείς.
— Κι αν ξαναπέσω;
— Θα ξανασηκωθείς.
— Κι αν κουραστώ;
— Θα ξεκουραστείς λίγο στην αγκαλιά του Θεού και μετά θα συνεχίσεις.
— Κι αν κάποτε δεν θέλω να συνεχίσω;
— Τότε θα προσευχηθώ εγώ μέχρι να μπορέσεις πάλι να προσευχηθείς εσύ.

Εκεί λύγισε.
Έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του.
Έμεινα δίπλα του χωρίς να μιλάω.
Υπάρχουν στιγμές που ο ιερέας πρέπει να σταματήσει να διδάσκει.
Γιατί έχει αρχίσει να μιλά ο Θεός.

Ύστερα από λίγο σήκωσε το κεφάλι.
— Πάτερ, μπορώ να σας κάνω την πιο δύσκολη ερώτηση;
— Γι’ αυτήν δεν έκανες τόσο δρόμο;

Χαμογέλασε μέσα στα δάκρυά του.
— Ίσως.
Και τότε η φωνή του χαμήλωσε.
— Πάτερ… πώς να κοινωνήσω;

Σιώπησα.
— Πώς να πλησιάσω το Άγιο Ποτήριο ενώ κουβαλώ όλον αυτόν τον αγώνα; Δεν είναι υποκρισία; Να πηγαίνω μπροστά στον Χριστό ενώ ξέρω τι υπάρχει μέσα μου;

Τον ρώτησα:
— Όταν βλέπεις τους άλλους να πηγαίνουν να κοινωνήσουν, τι βλέπεις;
— Ανθρώπους.
— Αναμάρτητους;
— Όχι.
— Τότε γιατί νομίζεις ότι οι άλλοι προσέρχονται επειδή είναι αναμάρτητοι; Κανείς δεν προσέρχεται επειδή έγινε άξιος από μόνος του.
— Μα η Θεία Κοινωνία είναι το Σώμα και το Αίμα Του.
— Ακριβώς γι’ αυτό δεν την αντιμετωπίζουμε ούτε επιπόλαια ούτε σαν βραβείο καλής συμπεριφοράς.
— Δηλαδή;
— Κανείς μας δεν πηγαίνει στο Ποτήριο και λέει: «Χριστέ μου, κοίτα πόσο καλός έγινα. Τώρα Σε αξίζω». Αν ήταν έτσι, κανείς μας δεν θα κοινωνούσε.
— Τότε με τι πηγαίνουμε;
— Με μετάνοια. Με αλήθεια. Με εξομολόγηση. Με αγώνα. Με την ευλογία της Εκκλησίας. Και κυρίως με άδεια χέρια.
— Άδεια;
— Για να τα γεμίσει Εκείνος.

Σώπασε.
— Και όλον αυτόν τον αγώνα πού τον αφήνω;
— Δεν τον αφήνεις έξω από την εκκλησία.

Με κοίταξε απορημένος.
— Τον παίρνεις μαζί σου.
— Μπροστά στο Ποτήριο;
— Πρώτα μπροστά στον Χριστό και στην εξομολόγηση. Δεν Του παρουσιάζουμε μια ψεύτικη εκδοχή του εαυτού μας. Του πηγαίνουμε ολόκληρο τον εαυτό μας και λέμε: «Κύριε, εδώ πονάω. Εδώ δυσκολεύομαι. Εδώ πέφτω. Εδώ Σε χρειάζομαι».
— Και μετά;
— Και μετά δεν αποφασίζεις μόνος σου για το Ποτήριο. Ανοίγεις την καρδιά σου στον πνευματικό σου και περπατάτε μαζί με διάκριση. Όχι με απόγνωση. Όχι με ψέμα. Με μετάνοια και ελπίδα.
— Δηλαδή, πάτερ, υπάρχει θέση και για μένα στην Εκκλησία;
— Παιδί μου, αν η Εκκλησία ήταν μόνο για ανθρώπους που είχαν ήδη νικήσει κάθε πάθος και κάθε αμαρτία, οι ναοί μας θα ήταν άδειοι.

Δάκρυσε ξανά.
Και τότε ψιθύρισε:
— Ξέρετε ποιο είναι το μεγαλύτερό μου παράπονο;
— Ποιο;
— Ότι τόσα χρόνια μου μιλούσαν για το τι πρέπει να κόψω από τη ζωή μου. Κανείς δεν μου είπε πώς να αγαπήσω τον Χριστό περισσότερο.

Δεν μπόρεσα να του απαντήσω αμέσως.

Γιατί αυτή τη φορά η ερώτηση δεν ήταν μόνο δική του.

Ήταν και δική μας.
Όλων μας.

Τελικά του είπα:
— Τότε ξεκίνα από εκεί.
— Από πού;
— Μην ξυπνήσεις αύριο λέγοντας: «Πρέπει να πάψω να είμαι αυτό, πρέπει να νικήσω εκείνο, πρέπει να γίνω άξιος».
— Τι να πω;
— Πες μόνο: «Χριστέ μου, σήμερα θέλω να Σε αγαπήσω λίγο περισσότερο από χθες».
— Και αυτό φτάνει;
— Για αύριο το πρωί, ναι.
— Και μεθαύριο;
— Θα Του το ξαναπείς.
— Και μέχρι πότε;
— Μέχρι μια μέρα να καταλάβεις ότι όλο αυτό τον καιρό που νόμιζες πως εσύ προσπαθούσες να φτάσεις στον Χριστό…

Σταμάτησα.
— Τι, πάτερ;

Τον κοίταξα στα μάτια.
— …Εκείνος ήταν που ερχόταν προς εσένα.

Άρχισε πάλι να κλαίει.
Πριν φύγει, στάθηκε για λίγο μπροστά στον Εσταυρωμένο.
Δεν ξέρω τι Του είπε.
Ούτε θέλησα να ρωτήσω.
Μόνο είδα τα χείλη του να κινούνται και ύστερα το χέρι του να κάνει αργά το σημείο του Σταυρού.
Έμεινε για λίγο σιωπηλός.

Ύστερα γύρισε προς το μέρος μου.
— Πάτερ…
— Ναι, παιδί μου;
— Σήμερα ήρθα εδώ για να σας ρωτήσω αν υπάρχει θέση στην Εκκλησία για έναν άνθρωπο σαν εμένα.
— Και τώρα;

Κοίταξε πάλι τον Εσταυρωμένο.
— Τώρα κατάλαβα ότι τόσα χρόνια έκανα λάθος την ερώτηση.
— Ποια ήταν η σωστή;

Τα μάτια του γέμισαν πάλι.
— Αν υπάρχει θέση στην καρδιά Του για μένα.

Δεν του απάντησα.
Έδειξα μόνο τον Σταυρό.

Κοίταξε τα ανοιχτά χέρια του Χριστού και χαμογέλασε μέσα στα δάκρυά του.
— Νομίζω ότι πήρα την απάντησή μου, πάτερ.

Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Νόμιζα ότι η συζήτησή μας είχε τελειώσει.
Έκανα λάθος.
— Πάτερ… μπορώ να σας ρωτήσω κάτι ακόμη;
— Ό,τι θέλεις.

Χαμήλωσε τα μάτια.
— Μπορώ να έχω κι εγώ μια θέση ανάμεσα στα πνευματικά σας παιδιά; Μπορώ… να έχω μια θέση κάτω από το πετραχήλι σας;
Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή η ερώτηση με συγκλόνισε περισσότερο από όλες τις προηγούμενες
Ομολογώ ότι εκείνη τη στιγμή δυσκολεύτηκα να του απαντήσω.
Όχι γιατί δεν ήξερα τι να πω.
Αλλά γιατί κατάλαβα πόσο φόβο μπορεί να κουβαλήσει ένας άνθρωπος μέχρι να τολμήσει να ζητήσει κάτι τόσο απλό:
να μην τον διώξουν.
— Παιδί μου, το πετραχήλι δεν είναι δικό μου.

Με κοίταξε απορημένος.
— Τότε;
— Είναι του Χριστού. Εγώ απλώς το φοράω.

Τα μάτια του γέμισαν ξανά.
— Δηλαδή… μπορώ;
— Αν θέλεις να περπατήσουμε μαζί προς τον Χριστό, ναι. Υπάρχει θέση και για σένα.
— Και αν σας απογοητεύσω;
— Δεν σου ζητώ να μου υποσχεθείς ότι δεν θα πέσεις ποτέ.
— Τότε τι;
— Να μου υποσχεθείς μόνο ότι όταν πέφτεις, δεν θα φεύγεις από τον Χριστό.

Κατέβασε το κεφάλι.
— Το θέλω, πάτερ.
— Τότε έλα.

Και ήρθε Γονάτισε κάτω από το πετραχήλι.
Από εκείνη τη στιγμή η αφήγησή μου σταματά.
Όχι γιατί δεν συνέβη τίποτε άλλο.
Αλλά γιατί όσα ακολούθησαν δεν ανήκουν σε αυτό το κείμενο.
Ανήκουν στο Μυστήριο, ανήκουν στο παιδι και στο Θεό.
Και το Μυστήριο δεν γίνεται ποτέ αφήγηση.
Δεν θα γράψω ούτε μία λέξη από όσα ειπώθηκαν.
Δεν θα περιγράψω καμία εξομολόγηση.

Μπορώ μόνο να πω αυτό:
Ήταν μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές που έχω ζήσει ως ιερέας.
Έκλαιγε εκείνος.
Έκλαιγα κι εγώ.
Και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι κάτω από εκείνο το πετραχήλι δεν βρισκόταν ένα «γκέι παιδί» απέναντι σε έναν ιερέα.
Βρισκόταν ένας άνθρωπος απέναντι στον Χριστό.
Ένας άνθρωπος που είχε κάνει τόσο δρόμο φοβούμενος μήπως ο Θεός δεν τον θέλει και τώρα γονάτιζε μπροστά Του χωρίς να κρύβεται.

Όταν τελειώσαμε, σηκώθηκε.
Τα μάτια του ήταν ακόμη κόκκινα.
Αλλά το πρόσωπό του είχε μια γαλήνη που δεν είχε όταν ήρθε.
Δεν είχαν λυθεί όλα.
Δεν είχαν εξαφανιστεί οι αγώνες του.
Δεν είχε γίνει ξαφνικά άλλος άνθρωπος.
Είχε συμβεί όμως κάτι πολύ μεγαλύτερο:
είχε πάψει, έστω για εκείνη τη στιγμή, να φοβάται ότι πρέπει να κρυφτεί από τον Θεό.

Τον κοίταξα.
— Τώρα είσαι έτοιμος να φύγεις;

Χαμογέλασε.
— Τώρα, ναι.

Και πριν φύγει, γύρισε άλλη μια φορά προς τον Εσταυρωμένο.
Δεν είπε τίποτε.
Ούτε κι εγώ.
Δεν χρειαζόταν.
Γιατί την απάντηση που είχε κάνει τόσο δρόμο για να βρει την είχε ήδη μπροστά του.
Δύο χέρια ανοιχτά επάνω σε έναν Σταυρό.
Έφυγε.

Κι εγώ έμεινα μόνος μέσα στον ναό.
Για αρκετή ώρα δεν έκανα τίποτε.
Κοιτούσα τον Εσταυρωμένο και αναλογιζόμουν πόσοι άνθρωποι μπορεί να στέκονται αυτή τη στιγμή έξω από τις πόρτες των ναών μας, όχι επειδή δεν αγαπούν τον Χριστό, αλλά επειδή φοβούνται ότι ο Χριστός δεν αγαπά εκείνους.

Πόσα παιδιά μπορεί να προσεύχονται μόνα στα δωμάτιά τους και να κλαίνε.

Πόσα μπορεί να ψιθυρίζουν:
«Θεέ μου, υπάρχει χώρος και για μένα κοντά Σου;»

Και ακόμη πιο πολύ αναρωτήθηκα:
Μήπως κάποιες φορές τους μιλήσαμε τόσο πολύ για την αμαρτία, ώστε ξεχάσαμε να τους μιλήσουμε για τον Χριστό;
Μήπως τους δείξαμε τόσο έντονα την πτώση, ώστε δεν πρόλαβαν ποτέ να δουν τα ανοιχτά χέρια του Εσταυρωμένου;
Μήπως ζητήσαμε από πληγωμένους ανθρώπους να θεραπευτούν πρώτα και ύστερα να πλησιάσουν τον Ιατρό;

Κοίταξα πάλι τον Χριστό.
Τα χέρια Του ήταν ακόμη ανοιχτά.

Και τότε κατάλαβα κάτι που ίσως ως ιερέας δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσω:
Δεν μου έδωσε ο Χριστός τα κλειδιά της καρδιάς Του για να αποφασίζω ποιον θα αγαπήσει.
Μου εμπιστεύθηκε ανθρώπους για να τους δείχνω τον δρόμο προς Εκείνον.
Να τους μιλώ για μετάνοια, ναι.
Να τους μιλώ για αγώνα, ναι.
Να τους λέω την αλήθεια της Εκκλησίας, ακόμη κι όταν είναι δύσκολη, ναι.
Αλλά ποτέ χωρίς να τους δείχνω Εκείνον.
Γιατί μετάνοια χωρίς αγάπη γίνεται φόβος.
Αλήθεια χωρίς έλεος γίνεται πέτρα.
Και Εκκλησία χωρίς τον Χριστό γίνεται δικαστήριο.

Έμεινα για λίγο ακόμη εκεί.
Και τελικά δεν προσευχήθηκα μόνο για εκείνο το παιδί.
Προσευχήθηκα πρώτα για μένα.
«Χριστέ μου, μη με αφήσεις ποτέ να γίνω η αιτία να φοβηθεί ένας άνθρωπος να Σε πλησιάσει.
Δώσε μου να λέω την αλήθεια Σου χωρίς να συντρίβω το πρόσωπο που έχω απέναντί μου.
Να μην ονομάσω ποτέ το σκοτάδι φως.
Αλλά και να μην ξεχάσω ποτέ ότι Εσύ κατέβηκες μέσα στο σκοτάδι για να βρεις τον άνθρωπο.
Κι αν κάποτε έρθει μπροστά μου μια ψυχή και με ρωτήσει:
“Πάτερ, υπάρχει θέση και για μένα;”
μη με αφήσεις να της δείξω πρώτα τον εαυτό της.
Βοήθησέ με να της δείξω Εσένα».
Γιατί ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα μεγαλύτερα χρέη της Εκκλησίας:
όχι να λέει στον πληγωμένο άνθρωπο ότι δεν υπάρχει αμαρτία,
αλλά να μην τον αφήνει ποτέ να πιστέψει ότι υπάρχει αμαρτία μεγαλύτερη από τη μετάνοια και το έλεος του Θεού.

Γιατί ο Χριστός δεν είπε:
«Γίνε πρώτα άξιος και μετά έλα».

Είπε:
«Δεῦτε πρός με…»
Έλα.
Και τον υπόλοιπο δρόμο…
θα τον περπατήσουμε μαζί.

Αρχμ Χριστοδουλος

add
TAGGED:
Share This Article