Διονύσης Μακρής: Ὁ ζητιάνος, ἡ βαρυχειμωνιὰ καὶ ἡ Προσευχὴ τῆς Μαρίας…

mike
By
10 Views
13 Min Read

Τὸ χιονόνερο ποὺ ἔπεφτε ἦταν ἐκνευριστικό. Ὁ δυνατὸς βοριᾶς δὲν ἄφηνε τίποτε ὄρθιο. Τὸ τσουχτερὸ κρύο ἦταν ἀνυπόφορο.

Ὁ Μᾶρκος τυλίχθηκε μὲ μία κουβέρτα καὶ ζάρωσε πάνω στὰ πρόχειρα χαρτόκουτα ποὺ εἶχε στρώσει. Ἀναστέναξε βαριά. Ἤπιε μία γουλιὰ νερὸ ἀπὸ τὸ μπουκάλι. Ὅλα τὰ στοιχεῖα ἔδειχναν πὼς ἡ νύκτα ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε θὰ ἦταν ἐφιαλτική.

Ἀναρωτιόταν ἂν θὰ ξημέρωνε ζωντανὸς ἡ ἂν θὰ πάγωνε. Κοιτοῦσε δεξιά-ἀριστερὰ μὴ τυχὸν καὶ περάσει κάποιος περαστικὸς καὶ ἀνοίξει κουβέντα. Τὸ ἐμπορικὸ Κέντρο δίπλα του εἶχε σχεδὸν ἀδειάσει. Ἀσυναίσθητα κοίταξε τὸν οὐρανό.
«Γιατί Θεέ μου ἔφθασα σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση; Γιατί μὲ τιμωρεῖς τόσο σκληρά;» ψέλλισε! Κοιτοῦσε σὰν νὰ προσδοκοῦσε μία ἀπάντηση. Μάταια ὅμως περίμενε. Τὸ ρολόϊ ποὺ ἦταν ἀναρτημένο στὸ ἐμπορικὸ κέντρο ἔδειχνε 1:45 π.μ.

Κοίταξε τὶς ἀπέναντι πολυκατοικίες. Τὰ φῶτα τῶν διαμερισμάτων ἦταν ὅλα κλειστά. Μόνο ἕνα ἐξ αὐτῶν ἦταν ἀνοικτό. Κάποιος ἄρρωστος ἡ κανένα μωρὸ θὰ τοὺς κρατᾶ ξάγρυπνους, σκέφτηκε. Τοὐλάχιστον εἶναι στὰ ζεστὰ καὶ θὰ ἔχουν κάποιον νὰ τοὺς φροντίσει. Ξαφνικὰ βλέπει μία μπλὲ ἀκτῖνα φωτὸς νὰ φεύγει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ εἰσέρχεται μέσα ἀπὸ τὴν μπαλκονόπορτα στὸ διαμέρισμα. Ξαφνιάστηκε! Τρόμαξε. Ἄρχισε νὰ τρίβει τὰ μάτια του μὴ τυχὸν καὶ ἔχει παραισθήσεις.
«Βρὲ τί ζημιὰ μπορεῖς νὰ πάθεις ἀπὸ μία μπύρα!» σκεφτόταν. Προσπάθησε νὰ σκεφθεῖ κάτι ἄλλο γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν παραίσθηση. Τὰ μάτια του ὅμως δὲν τὰ ὅριζε. Ἦταν καρφωμένα σ’ αὐτὸ τὸ περίεργο μπλὲ φῶς ποὺ κατέληγε στὸ διαμέρισμα. Ἄρχισε νὰ τσιμπιέται μὴ τυχὸν καὶ κοιμόταν. Νόμιζε πὼς ἔβλεπε ὄνειρο. Ἀποφάσισε νὰ σηκωθεῖ λίγο καὶ νὰ περπατήσει. Ἔτσι πίστευε πὼς θὰ ξέφευγε ἀπὸ τὶς παραισθήσεις. «Λὲς νὰ εἶχε κανένα περίεργο χόρτο τὸ σουβλάκι ποὺ ἔφαγα καὶ μοῦ ἔφερε αὐτὴ τὴν ἀναστάτωση;» ἀναλογιζόταν καθὼς προχώρησε δύο τρία βήματα. «Μήπως πάλι εἶναι ἡ τελευταία μου νύκτα αὐτὴ καὶ ὁ Θεὸς ἔδωσε αὐτὸ τὸ σημάδι;»

Ξανακοίταξε πρὸς τὴν πολυκατοικία. Τὸ φῶς γινόταν πιὸ δυνατό. «Μπορεῖ νὰ πρόκειται γιὰ κάποιο λέϊζερ. Μπορεῖ αὐτὸς ποὺ μένει στὸ διαμέρισμα νὰ δημιουργεῖ ὅλο αὐτὸ τὸ θέαμα καὶ ἐνῷ το φῶς φεύγει ἀπὸ τὸ διαμέρισμα νὰ πιστεύω πὼς ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανό. Αὐτὸ εἶναι… Μὲ τὸ κρύο αὐτὸ φαίνεται χάζεψα ἐντελῶς» μονολόγησε ὁ Μᾶρκος καὶ ἐπέστρεψε στὴ θέση του! Ἄδικα σηκώθηκα, ἔλεγε. Ξανακάθισε κάτω καὶ τυλίχθηκε μὲ τὶς κουβέρτες. Ἀσυναίσθητα ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ ἔγειρε πίσω τὸ κεφάλι του.

«Τρεῖς ὧρες ἀπομένουν θὰ περάσουν. Πὲς ὅτι κάνω γερμανικὸ νούμερο στὸ στρατό… Ἄ! ρὲ μανούλα εὐτυχῶς ποὺ δὲν ζεῖς, νὰ δεῖς πὼς κατάντησε ὁ γιός σου. Βέβαια ἂν ζοῦσες θὰ ἦταν ὅλα διαφορετικά. Δὲν νομίζω νὰ κατέληγα ζητιάνος καὶ ἄστεγος. Πολλὰ λάθη μάνα ἔκανα στὴ ζωή μου. Τὴν κατέστρεψα. Ἔχασα τὰ πάντα. Πίστευα πὼς ὅλος ὁ κόσμος γυρίζει γύρω ἀπὸ μένα. Δὲν ὑπολόγιζα τίποτε. Πούλησα καὶ τὸ πατρικό μας. Καὶ ἐκεῖνο τὸ χωραφάκι ποὺ εἶχα ἐνθύμιο ἀπὸ τὸν πατέρα μου. Ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγες πὼς κάποτε βρισκόταν ἐκεῖ τὸ ξωκκλήσι τῆς Παναγίας μας. Ἐκεῖνο ποὺ ἔκαψαν οἱ ἀντάρτες.

Κι ἐκεῖνο τὸ πούλησα. Τὰ λεφτὰ τὰ ξόδεψα στὰ ξενύχτια καὶ στὰ χαρτιά.
Δὲν σεβάστηκα οὔτε τὴν ὑπόσχεση ποὺ σοῦ ἔδωσα παιδὶ ἀκόμη, λίγο μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα μου ὅτι θὰ ἀνοικοδομήσω τὸ σπίτι τῆς Παναγίας καὶ θὰ ἀνάβω τὸ καντηλάκι τῆς… Ἂχ ρὲ μάννα κι σ’ ἄκουγα θὰ εἶχα οἰκογένεια μὲ τὴ Χρυσούλα, ποὺ μ’ ἀγαποῦσε ἀληθινά. Ἀλλὰ ἤθελα τὴ μεγάλη ζωή. Καὶ νὰ τώρα ἔγινα ἕνα ρεμάλι. Καὶ τὸ περίεργο εἶναι πὼς τὰ βάζω καὶ μὲ τὸ Θεό. Μὲ ἐκεῖνον δηλαδὴ ποὺ πολεμοῦσα γιατί τὸν ἔβλεπα ἐμπόδιο στὴ ζωή μου… Θυμᾶσαι ποὺ σοῦ ἔλεγα πόσο ἀνόητος ἦταν ὁ ἄσωτος υἱὸς ποὺ ἂν καὶ μποροῦσε νὰ περνᾶ ζωὴ χαρισάμενη κοντὰ στὸ σπίτι προτίμησε καὶ ἐκεῖνος τὴ μεγάλη ζωή.

Ἔ! μάννα πολὺ πιὸ ἀνόητος ἀπὸ ἐκεῖνον εἶναι ὁ γιός σου. Ἀκολούθησα τὰ βήματα τοῦ ἀσώτου. Καὶ νὰ τρώω τώρα τὰ ἀποφάγια τῶν ἄλλων καὶ ζητιανεύω. Οὔτε στὸ χωριὸ δὲν τολμῶ νὰ πάω, τέτοιο τομάρι ποὺ εἶμαι». Αὐτὰ συλλογιόταν ὁ Μᾶρκος προσπαθῶντας νὰ ἀνταπεξέλθει στὴν παγωμένη νύχτα.

Ἀσυναίσθητα κοίταξε καὶ πάλι πρὸς τὴν πολυκατοικία. Τὸ μπλὲ οὐράνιο φῶς παρέμενε σταθερό. Τότε εἶδε μία ἀκτῖνα φωτὸς νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος του. Ὅλα γύρω φωτίσθηκαν καὶ μία ζεστασιὰ γέμισε τὸν χῶρο. Ἔνιωσε τότε ἕνα χέρι νὰ τὸν ἀκουμπᾶ. Γύρισε νὰ δεῖ ποιός ἦταν ἀλλὰ δὲν εἶδε κανένα.

Σὲ κλάσματα τοῦ δευτερολέπτου κάποιος τὸν σήκωσε στὰ χέρια του. Λουσμένος ὅπως ἦταν ἀπὸ τὸ φῶς βρέθηκε πάνω στὸ μπαλκόνι της ἀπέναντι πολυκατοικίας. Κοίταξε μέσα. Εἶδε μία νεαρὴ κοπέλα νὰ ἔχει ὑψώσει τὰ χέρια της καὶ νὰ προσεύχεται. Τὴν ἔβλεπε λὲς καὶ ἦταν δίπλα του καὶ τὰ πατζούρια νὰ ἔχουν ἐξαφανιστεῖ. Ἄγγελοι φωτεινοὶ στέκονταν δίπλα της.

Διάβαζε ἀπὸ ἕνα βιβλίο προσευχές. Τὸ πρόσωπό της ἔλαμπε σὰν τὸν ἥλιο. Ἀκούμπησε τὸ βιβλίο στὴν ἄκρη. Ψαλτήριο ἦταν ὁ τίτλος του. Ἡ κοπέλα στὴ συνέχεια ἄνοιξε ἕνα τετράδιο καὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει διάφορα ὀνόματα.

Ὁ ἄγγελος ποὺ ἔστεκε δεξιά της σημείωνε. «Κύριε, στεῖλε τὴ ζεστασιά σου καὶ στὸν φτωχὸ ἄγνωστο ἄστεγο ποὺ στέκεται ἐκεῖ ἀπέναντι μέσα στὴ βαρυχειμωνιά. Σῶσε τον Χριστέ μου. Κάλεσέ τον καὶ πάλι κοντά σου καὶ ὁδήγησε τὸν στὴ μετάνοια» εἶπε ἡ κοπέλα ἀμέσως μετὰ τὴν ἱκεσία ποὺ ἔκανε γιὰ νὰ περάσει ἡ κρίση στὴν Ἑλλάδα.

Γιὰ τὴν κρίση εἶπε: «Κύριε στεῖλε τὴν Παναγία μας καὶ τοὺς ἁγίους νὰ διαλύσουν τὸν ἐγωισμό μας καὶ νὰ δώσουν τέλος στὴν ἀποστασία μας. Στεῖλε τοὺς ἀγγέλους σου νὰ μαλακώσουν τὶς ψυχὲς καὶ τὶς καρδιές μας καὶ νὰ ἐπαναφέρουν τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀληθινὴ πίστη στὸν ἑλληνικὸ λαό. Βοήθησε τὴν πατρίδα μου νὰ λούζεται πάλι μὲ τὸ ἀνέσπερον ἀναστάσιμο φῶς Σου καὶ νὰ ἐκδιώξει τοὺς δαίμονες ποὺ τὴ διασύρουν καὶ τὴ ξευτιλίζουν. Κύριε, ἔλα γρήγορα καὶ μὴν ἀργεῖς. Ἰδοὺ ἡ δούλη σου Μαρία ἕτοιμη νὰ θυσιαστεῖ γιὰ σένα…»!

«Τέτοιες προσευχὲς δὲν εἶχα ἀκούσει ποτὲ στὴ ζωή μου. Δάκρυα ἄρχισαν νὰ τρέχουν στὰ μάγουλά μου. Ἦταν τόσο ὄμορφα ἐκεῖ πάνω στὸ μπαλκόνι. Ἦταν τόσο ζεστά. Δὲν ξέρω πόσο ἔμεινα. Ξέρω μόνο πὼς ὅταν τὸ ἴδιο χέρι ποὺ μὲ θαυμαστὰ μὲ ἀνέβασε στὸ μπαλκόνι ὅταν μὲ γύρισε πίσω εἶχε σχεδὸν ξημερώσει. Ἦταν ἡ πιὸ γλυκιὰ νύχτα τῆς ζωῆς μου. Τὸ ρολόϊ τοῦ ἐμπορικοῦ κέντρου ἔδειχνε σχεδὸν ἕξι καὶ τὰ συνεργεῖα καθαριότητας εἶχαν ἀναλάβει ἐργασία. Τὸ μπλὲ φῶς εἶχε ἐξαφανισθεῖ.

Ἂν καὶ δὲν εἶχα κοιμηθεῖ ἔνιωθα ξεκούραστος καὶ δυνατός. Ἔτρεξα ἀπέναντι καὶ κάθισα σὲ ἕνα ἀπάγκιο μέρος. Ἤθελα νὰ συναντήσω αὐτὴ τὴν κοπέλα, νὰ τὴν εὐχαριστήσω γιὰ τὸ δῶρο ποὺ μοῦ ἔκανε καὶ γιὰ τὶς προσευχές της. Γύρω στὶς 9 παρὰ κάτι τὴν εἶδα νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν πολυκατοικία. Ἔτρεξα κοντά της. Μόλις μὲ εἶδε ἔβαλε τὸ χέρι στὴ τσάντα της, πιστεύοντας ὅτι θὰ τῆς ζητήσω βοήθεια.
Ὄχι, Ὄχι Μαρία δὲν θέλω βοήθεια. Νὰ σὲ εὐχαριστήσω θέλω γιὰ τὸ μεγάλο δῶρο ποὺ μοῦ ἔκανες καὶ γιὰ τὶς προσευχές σου.

Πὼς ξέρεις τὸ ὄνομά μου», εἶπε τότε ἐκείνη.
Νὰ ἄκουσα χθὲς τὸ βράδυ τὶς προσευχές σου, ψέλλισα ἀμήχανος καταπίνοντας τὴ γλῶσσα μου. Εἶμαι ὁ ἄστεγος ζητιάνος ποὺ ἱκέτευες τὸ Θεὸ νὰ τὸν σώσει καὶ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ μετανοήσει. Πές μου Μαρία τί νὰ κάνω;
Ἄ! κατάλαβα εἶσαι ἐσὺ ποὺ ἔκανες τὸ σταυρό σου, τοῦ εἶπε τότε ἐκείνη. Σὲ κοιτοῦσα ἀπὸ τὶς γρίλιες τῆς μπαλκονόπορτας. Ἤθελα νὰ σὲ φωνάξω νὰ ἔρθεις νὰ κοιμηθεῖς μαζί μας ἀλλὰ δὲν ἤξερα πὼς θὰ ἀντιδράσουν οἱ γονεῖς μου γιατί ἦταν περασμένα μεσάνυχτα. Καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσα νὰ σὲ βοηθήσω ζήτησα νὰ τὸ κάνει ὁ Χριστός μας γιὰ νὰ βγάλεις τὴ νύχτα καὶ νὰ μὴν παγώσεις.

Ὁ Χριστὸς ἔκανε πάλι τὸ θαῦμα του. Περίμενε νὰ χτυπήσω στὴ μάνα μου νὰ σοῦ φτιάξει ἕνα καλὸ πρωινὸ γιατί ἐγὼ πρέπει νὰ φύγω γιὰ διαφορετικὰ θὰ ἀργήσω στὴ δουλειά μου.
Πρὶν προλάβω νὰ μιλήσω ἡ Μαρία μὲ ἔβαζε στὸ ἀσανσέρ.
Γλυκιά μου μητερούλα θὰ φτιάξεις ἕνα ζεστὸ τσάϊ στὸν κύριο, γιατί πρέπει νὰ φύγω;
Εὐχαρίστως Μαρία μου, εὐχαρίστως! εἶπε ἐκείνη καὶ μοῦ ἔγνεψε νὰ περάσω μέσα.
Ἔνιωσα πολὺ ἄσχημα. Δὲν ξέρω πόσο καιρὸ εἶχα νὰ μπῶ σὲ σπίτι. Κοίταξα στὸ σαλόνι. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μία εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ μπροστὰ ἔκαιγε τὸ καντηλάκι. Στὸ λιβανιστήρι, δίπλα στὸ νεροχύτη ἔκαιγε ἀκόμη τὸ λιβάνι. Ἡ Μαρία ἔφυγε λέγοντάς μου:
Νιῶσε ἄνετα καὶ μὴν στεναχωριέσαι. Ὁ Χριστὸς σ’ ἀγαπᾶ.

Σὲ λίγο ἦρθε ἀπὸ τὸ διπλανὸ δωμάτιο ὁ πατέρας τῆς Μαρίας ὁ κυρ-Λάμπρος, ὅπως μοῦ συστήθηκε. Μὲ καλημέρισε καὶ κάθισε δίπλα μου. Εὐτυχῶς ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν λιβανίσει, γιατί ἀπὸ τὴ βρῶμα μου δὲν θὰ μποροῦσαν οὔτε νὰ σταθοῦν. Ἡ κυρά -Οὐρανία ψιθύρισε κάτι στὸν ἄνδρα της καὶ ἐκεῖνος πῆγε στὸ δωμάτιο καὶ γύρισε μὲ φρεσκοσιδερωμένα ὁλοκαίνουργια ροῦχα.

-Μᾶρκο παιδί μου, πιστεύω πὼς αὐτὰ θὰ σοῦ κάνουν. Ἂν δὲν σοῦ κάνουν θὰ πεταχτῶ ἀπέναντι στὸ ἐμπορικὸ κέντρο νὰ σοῦ πάρω ἕνα παντελόνι καὶ ἕνα πουκάμισο. Μπουφὰν καὶ μπλοῦζες ἔχω πολλὲς καὶ εἶναι στὰ μέτρα σου. Ἡ Ράνια μοῦ ἔβαλε ἤδη τὸ θερμοσίφωνο νὰ κάνεις ἕνα μπάνιο, μέχρι νὰ φτιάξει κάτι νὰ φᾶμε.

Δὲν εἶναι ἀνάγκη κυρ-Λάμπρο. Θὰ πιῶ ἕνα τσάϊ καὶ θὰ φύγω, εἶπα καὶ ἔσκυψα ἀπὸ ἀμηχανία καὶ ντροπὴ τὸ κεφάλι μου.
-Μὴν ντρέπεσαι παιδί μου οἱ χριστιανοὶ εἶναι ἀδέλφια. Ἔχουν τὸν ἴδιο Πατέρα καὶ τὴν ἴδια μάνα τὴν Παναγία μας.

Ὁ κυρ-Λάμπρος τὴν ὥρα ποὺ ἤμουν στὸ μπάνιο ἔτρεξε καὶ μοῦ πῆρε δύο-τρία παντελόνια, ἐσώρουχα, μία ζώνη κι ἕνα σακβουαγιάζ. Τὰ ροῦχα του μοῦ ἔκαναν κουτί. Εἶχα πολλοὺς μῆνες νὰ φορέσω φρεσκοσιδερωμένα ροῦχα. Ἄλλωστε δὲν πρέπει νὰ ἦταν καὶ πολὺ μεγαλύτερός μου. Ἡ κυρὰ Ράνια, πρόσθεσε δύο-τρεῖς μπλοῦζες, ἕνα τάπερ μὲ γλυκίσματα καὶ ἀρκετὲς κάλτσες, στὸ σακβουαγιάζ. Μὲ ρώτησε ἂν τὸ νούμερο τῶν παπουτσιῶν ποὺ φοράω ἦταν 43 καὶ ὅταν ἀπάντησα καταφατικά, μοῦ ἔφερε καὶ ἕνα ζευγάρι μποτάκια.

Ἔμεινα δύο-ὧρες μαζί τους καὶ τοὺς ἐξιστόρησα μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σῖγμα τί εἶχα ζήσει τὸ προηγούμενο βράδυ. Ἐκεῖνοι ἔκαναν συχνὰ τὸ σταυρό τους καὶ εὐχαριστοῦσαν τὸ Θεό. Ὅπως μοῦ εἶπε ἡ κυρὰ Ράνια, ἡ Μαρία της θέλει νὰ μοιάσει στὴν Ἁγία Παρασκευή. Νὰ ἀξιωθεῖ ὅπως ἐκείνη νὰ δίδει το φῶς τοῦ Χριστοῦ στοὺς ἀνθρώπους…
Φεύγοντας ὁ κυρ-Λάμπρος μοῦ ἔδωσε τριακόσια εὐρὼ καὶ μοῦ πρότεινε νὰ μεταβῶ στὴν Πελοπόννησο, σ’ ἕνα μοναστήρι κοντὰ στὴν Κόρινθο. Ἐκεῖ βρίσκεται ὁ τάδε γέροντας. Πές του ὅτι σὲ ἔστειλα ἐγὼ καὶ ζήτησέ του νὰ δουλέψεις στὸ μοναστήρι ὡς ἐργάτης.

Τὸ ὅτι συνῆλθε καὶ μπῆκε πάλι σὲ μία σειρὰ εἶναι ἕνα θαῦμα. Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο θαῦμα εἶναι πὼς ὑπάρχουν ἀκόμη οἰκογένειες ἅγιες, οἰκογένειες χριστιανικές, οἰκογένειες Ὀρθόδοξες, ἐξομολογεῖτο στὸν γέροντα ὁ Μᾶρκος. Τοῦ ζήτησε ἀκόμη νὰ γίνει μοναχὸς καὶ νὰ ἀξιωθεῖ νὰ ξαναζήσει τὸ ἄκτιστο φῶς.

Νὰ ξαναζήσει τὴ γλυκιὰ ἐκείνη ζεστὴ νύχτα ποὺ διέλυσε τὴ βαρυχειμωνιὰ καὶ τὸ παγετὸ τῆς καρδιᾶς του. Νὰ βιώσει το φῶς τοῦ Χριστοῦ ποὺ τοῦ πρόσφεραν οἱ ἁγνὲς προσευχὲς τῆς Μαρίας.

Τοῦ Διονύση Μακρή

ΟΠΩΣ ΜΙΛΑΕΙ Ὁ ΘΕΟΣ,ΜΑΚΡΗΣ Α. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ, Ἔκδ. ΑΓΑΘΟΣ ΛΟΓΟΣ, 2014.

ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 

add
Share This Article