Έφυγε από το σπίτι του στα δέκα οχτώ του.

mike
By
8 Views
14 Min Read

Στο στρατό δεν είχε πάει ακόμα αλλά η καρδιά του χτύπησε τόσο δυνατά που δεν άκουσε τον πατέρα του και σήκωσε το ανάστημα της αγάπης, έφερε τις αντιρρήσεις του, μάλωσε μαζί του και έφυγε.

Δεν του άφησε άλλη επιλογή.

Η την Δροσούλα του είπε η εμάς και την περιουσία σου. Μια αδερφή είχε ακόμα ανύπαντρη και κείνη ένα χρόνο μικρότερη και η περιουσία μεγάλη. Έφτανε και για τους δύο και με το παραπάνω για να ζουν πλούσια μα προτίμησε τον πλούτο της αγάπης γιατί εκείνο που ένιωθε ήταν δυνατότερο από κάποια στρέμματα γη.

Δεν τα θέλω τα χτήματά σου του είπε αν είναι να αρνηθώ την αγάπη. Δεν τα θέλω αν είναι να αρνηθώ να αγαπάω.

Αξία δεν έχουν όλα αυτά χωρίς αυτή που αγαπάς δίπλα σου. Η μάνα του από φτωχή οικογένεια κι αυτή πριν πάρει τον πατέρα του θέλησε να πει και στους δυο τους πατέρα και γιο να τα βρούνε να κουβεντιάσουν χωρίς φωνές και φασαρίες.

Εκείνος που δεν ήθελε αυτή την σχέση ήταν ο πατέρας του.

Αρχοντόπαιδο ήταν από πάππου προς πάππου κι όταν και κείνος ερωτεύτηκε την μάνα του, οι δικοί του γονείς δεν την ήθελαν.

Ετούτο του θύμιζε η γυναίκα του κι αυτός θύμωνε περισσότερο γιατί σαν του είχε περάσει ο έρωτας για κείνη είχαν πολλές διαφορές στην ζωή τους.

Πολλές οι ασυμφωνίες τους κι ακόμα περισσότερο οι ψυχές τους ήταν πολύ μακριά η μια από την άλλη.

Εκείνη μεγαλωμένη στη φτώχια δούλευε στα χωράφια του κι ήταν όμορφη πολύ και άξια κοπέλα.

Η σεμνότητά της κι η ταπεινότητά της ήταν που τον κάνανε και την πρόσεξε. Τα μάτια της δεν τα σήκωνε να τον δει σαν του μιλούσε σε σχέση με τις άλλες γυναίκες που είχε στην δούλεψή του και σχεδόν όλες παντρεμένες και μη θέλανε την εύνοιά του και προσπαθούσαν να την κερδίσουν με διάφορα πονηρά γυναικεία τεχνάσματα.

Αυτή όμως δεν το έκανε. Δεν τον κοίταξε ποτέ στα μάτια ό,τι και να της έλεγε κι όταν μια φορά της είπε κοίταξέ με, αυτή αρνήθηκε και κείνος την διέταξε.

Υπάκουσε φοβούμενη μην την διώξει από την δουλειά και τον κοίταξε. Αυτό που ένιωσε βλέποντας τα πανέμορφα γαλαζοπράσινα μάτια της τον έκανε να κατέβει από το άλογο και να την ανεβάσει στη σέλα του και να την πάρει μαζί του.

Έτσι απλά δίχως δεύτερη σκέψη.

Άντρας τελειωμένος ήταν και σε ηλικία γάμου να κάνει απογόνους την πήγε στον κύρη του λέγοντάς του πως θα την κάνει γυναίκα του.

Την ίδια ώρα,την ίδια στιγμή τον έδιωξε από το σπίτι αποκληρώνοντάς τον. Την πήρε και φύγανε και λέξη από το στόμα της δεν άκουσε παρά μονάχα δεν έπρεπε να πάει κόντρα στον πατέρα του. Δεν έπρεπε να αφήσει την περιουσία του για κείνη. Μαζί σου θα κάνω μεγαλύτερη της είπε και μέσα σε δέκα χρόνια έγινε μεγάλος και τρανός μα ο έρωτάς του έσβησε και είχαν πολλές διαφορές.

Είχαν έρθει όμως τα παιδιά του και δεν ήθελε να τα εγκαταλείψει.

Είναι καλή μάνα σκεφτόταν και δεν την αφήνω. Όσο για τις ορέξεις του αλλού τις ικανοποιούσε μα και σε κείνη όχι δεν έλεγε αν αυτή το ήθελε.

Όσο εκείνη του θύμιζε πως κι οι δυο τους έτσι φτιάξανε οικογένεια με την αγάπη τους, αυτός θύμωνε για κείνα τα μάτια που τον είχαν παρασύρει έτσι και πως δεν τον αγάπησε ποτέ παρά μόνο είπε ναι για τα χτήματά του.

Δεν ήθελε να πάθει κι ο γιος του τα ίδια κι έφερνε αντίρρηση γι’ αυτή την σχέση.

Δεν ήταν όμως έτσι. Ήθελε να τον αγαπήσει κι έκανε προσπάθεια. Τα κατάφερε μα σαν ήρθε ο γιος τους κι ένιωσε για κείνον τα συναισθήματα της μάνας τον παραμέλησε και κείνος βρήκε αλλού την χαρά του κορμιού με την ψυχή του άδεια.

Έτσι σιγά σιγά απομακρυνθήκανε και ζούσαν ο κάθε ένας με τις σκέψεις τους.

Κάνανε και την κόρη τους κι έπεσε με τα μούτρα στο μεγάλωμά τους αυτή κι αυτός να μεγαλώσει την περιουσία του.

Σκληρύνανε οι καρδιές τους χωρίς αγάπη και χωρίς το χάδι της.

Εκείνος πάλευε όλη του την ζωή μεγαλώνοντας τα χτήματά του με δυο γαλαζοπράσινα μάτια που τον κοίταξαν και κείνη να δώσει στα παιδιά της ό,τι στερήθηκε.

Γι’ αυτό ήταν αρνητικός. Δεν ήθελε να πάθει τα ίδια κι ο γιος του. Όμως ξεχνούσε πως δεν είναι όλοι το ίδιο.

Εκείνος την Δροσούλα την αγάπησε σιγά σιγά. Από τα δεκάξι του χτύπησε η καρδιά του δειλά δειλά για την κόρη της πλύστρας τους. Μαζί της την έπαιρνε η μάνα της. Να την αφήσει δεν είχε αφού ήταν μόνη και χωρίς βοήθεια από κανέναν.

Δυο χρονών κοριτσάκι που έχασε τον άντρα της σε έναν καυγά. Τον φίλο του θέλησε να υπερασπιστεί κι η μαχαιριά που προοριζόταν για κείνον τον βρήκε στην καρδιά του.

Μια καρδιά που έπεφτε σε μάχη να προστατέψει όσους αγαπούσε. Εγώ θα σας φροντίσω της είπε ο φίλος του. Δεν θα σας λείψει τίποτα.

Έχεις οικογένεια δική σου να φροντίσεις του είπε και πήρε το μπογαλάκι της με δυο τρία ρούχα, σάμπως είχε και τίποτα άλλο να πάρει; Όχι. Πήρε και την κόρη της την δίχρονη κι έφυγε.

Βρέθηκε να πλένει στην αυλή του ανθρώπου εκείνου που δεν θέλησε για νύφη του την κόρη της.

Είχε και κείνος δυο παιδιά. Τον Ανέστη και την Κρινούλα. Μαζί μεγαλώσανε στην αυλή παίζοντας.

Η μάνα τους τα άφηνε να κάνουν παρέα με την Δροσούλα. Την φτώχια της δεν την είχε ξεχάσει κι ας κοιμόταν τώρα σε σεντόνια κι όχι σε κουρελούδες όπως και τότε, μα σαν κόντευε να έρθει ο πατέρας τους με τον τρόπο της μάζευε τα παιδιά της μην τα δει παρέα με την Δροσούλα.

Δεν το ήθελε αυτό και κείνη προσπαθούσε να μην έρθει το κοριτσάκι σε δύσκολη θέση και πληγωθεί.

Μάλωσε μαζί του πολύ λέγοντάς του πως τα παιδιά της ήθελε να τα μεγαλώσει κάνοντας παρέα με όλο τον κόσμο και πολύ περισσότερο με παιδιά της ηλικίας τους.

Εκείνος τότε της είχε πει πως μπορούν να παίζουν στην αυλή μα μέσα στο σπίτι να μην μπαίνει μα κείνη δεν συμφώνησε.

Νωρίς γύρισε μια μέρα και τα βρήκε να τρώνε παρέα κι ήταν η πρώτη φορά που κοίταξε την Δροσούλα στα μάτια αφού εκείνη τα σήκωσε λίγο τρομαγμένη καθώς τον είδε έτσι επιβλητικό να μπαίνει μέσα.

Τούτα τα μάτια ήταν πράσινα χωρίς το γαλάζιο. Καταπράσινα σαν ανοιξιάτικο λιβάδι κι όποιος θελήσει να το περπατήσει, θα φυλακιστεί μέσα στην άνοιξή του.

Κι ήταν ο γιος του εκείνος που φυλακίστηκε. Κι ήταν ο γιος του σαν της είπε να πάρει το φαγητό και να φύγει γιατί ήθελε να ξεκουραστεί που πήρε το δικό του και το δικό της που το άφησε και πήγαν και το φάγανε παρέα έξω στην αυλή.

Ήταν ο γιος του που του είπε εγώ δεν θα ξαναφάω αν δεν της ζητήσεις συγνώμη που την έδιωξες κι ας ήταν μόνο δέκα χρονών και το έκανε φτάνοντας σε βαθμό να αρρωστήσει.

Βλέποντας το πείσμα του ο πατέρας ζήτησε συγνώμη και κείνος άρχισε σιγά σιγά να τρώει ξανά.

Σιγά σιγά άρχισε να την αγαπάει ο Ανέστης ώσπου στα δέκα οχτώ του πια δεν άντεχε άλλο κι ήθελε να την κάνει γυναίκα του.

Εκείνη δέκα εφτά ολόκληρη γυναίκα με τα λιβάδια της να χαμογελάνε σαν τον έβλεπε και να τον ζεσταίνουν σαν τον ήλιο και τούτο τον ήλιο τον ήθελε και τον έκανε δικό του μακριά τους

Και κείνος αγωνίστηκε να κάνει περιουσία για την οικογένεια που αποφάσισε να κάνει μαζί της.

Και κείνη έγινε μάνα αποκτώντας τρία παιδιά μα δεν παραμέλησε τον άντρα της ποτέ γιατί η δύναμή της ήταν όπως και κείνου η δική του δύναμη η Δροσούλα του που σαν της είπε θα φύγουμε από δω, του είπε μαζί σου για όπου κι ό,τι θέλεις.

Η αγάπη είναι αυταπάρνηση, πίστη γι’ αυτό που κάνεις κι αγώνας για το μαζί με θυσίες και κόπο.

Μα κι ο Ανέστης δέχτηκε την αυταπάρνησή της γιατί ήξερε πως πλέον οι δυο τους ήταν ένα.

Δόθηκαν ο ένας στον άλλο και οι δυο μαζί στην οικογένειά τους και κανείς από τους δύο δεν σκέφτηκε να ικανοποιεί τις ορέξεις του κορμιού του αλλού γιατί ξέρανε πως χωρίς ψυχή τίποτα δεν έχει την γλύκα που ψάχνουν.

Εκείνοι πάντρεψαν τις ψυχές τους κι όταν αυτές ενώνονται γίνονται δυνατές να νικήσουν όλα τα εμπόδια. Την μάνα της γυναίκας του την πήρε κοντά του.

Ξεκουράσου της είπε. Δεν έχεις ανάγκη πια να δουλεύεις. Ξεκουράσου. Κι όταν την χάσανε είχε το χαμόγελο της ξεκούρασης φορεμένο για το στερνό της το ταξίδι. Τα μάτια της κλειστά και δεν φαινόταν κείνη η μελαγχολία που δεν μπόρεσε η ξεκούραση και τα εγγόνια της να της την σβήσουν.

Είχε γίνει ένα με το είναι της. Είχε ποτίσει την ψυχή της η μαχαιριά η άδικη που βρήκε τον άντρα της στην καρδιά για χάρη του φίλου της κι ας της είχε πει, πάνω από σένα και το παιδί μας δεν θα βάλω κανέναν.

Κι όμως έβαλε τον φίλο του. Μα όχι μωρέ. Όχι. Δεν έβαλε εκείνον. Την αγάπη έβαλε και την θυσία κι ήταν αυτά που αγάπησε κι αυτή σε κείνον όπως και την μελαγχολία της που της είχε αφήσει ο χαμός του.

Στο σπίτι των γονιών δεν ξαναπήγε. Η μάνα του μπορεί να μην τον κατάφερε να τον πείσει να δεχτεί την Δροσούλα του αλλά τους έδωσε την ευχή της και σήκωσε κεφάλι λέγοντάς του πως θα πηγαίνει στον γιο της όποτε θέλει να τον δει κι έτσι γινότανε κιόλας.

Ο πατέρας σου έφυγε του πήγε το χαμπέρι μια μέρα ο επιστάτης του. Η μάνα σου σε θέλει στην κηδεία του.

Είπε όχι δεν θα πάω μα το λιβάδι του μαράθηκε σαν το άκουσε κι άρχισε ξανά να χαμογελάει αφού τον έπεισε πως πρέπει να πάει να τον αποχαιρετίσει.

Για το χατίρι της πήγε να μην στεναχωριέται. Όπως και κείνη δεν ήθελε πριν να είναι αργά να τον δει μετανιωμένο που δεν πήγε.

Έτσι είναι η αγάπη. Να είσαι ένα βήμα πιο μπροστά να προστατεύεις αυτούς που αγαπάς .

Στα πόδια του έπεσε η μάνα του να μείνει κοντά της. Να πάρει την οικογένειά του και να γυρίσει στο πατρικό του. Να διαφεντέψει την περιουσία τους.

Τα χτήματα έχουν αφέντη της είπε. Τον άντρα της αδερφής μου που όλο αυτό το διάστημα ήταν κοντά μου και οι δυο τους.

Εγώ έχω την δική μου περιουσία και δεν θέλω κάτι για το οποίο δεν κόπιασα. Τον κόπο μου θέλω. Αυτόν που τον πότισα με τον ιδρώτα μου και μου φτάνει.

Έζησαν μαζί με την Δροσούλα του ως τα βαθιά γεράματά τους βλέποντας την οικογένειά τους να μεγαλώνει με τα εγγόνια τους κι ήταν ευτυχισμένος κοιτώντας τα λιβάδια της που δεν είχαν χάσει την φρεσκάδα τους και την σπιρτάδα τους κι ας ήταν τα χέρια της ζαρωμένα όπως και κείνου.

Οι ψυχές τους είχαν αγκαλιαστεί τόσο σφιχτά και κοιτούσαν πέρα μακριά μια άλλη ζωή που θα ζούσανε φεύγοντας από τούτη.

Και φύγανε την ίδια στιγμή.

Έτσι είχαν πει. Μαζί θα φύγουμε και φύγανε βλέποντας το ηλιοβασίλεμα από την αυλή του σπιτιού τους. Δεν μιλούσανε για πολύ ώρα κοιτώντας τον ήλιο να δύει σιγά σιγά.

Κι όταν εκείνος κρύφτηκε πίσω από το βουνό, κοίταξε και της είπε, τι λες, πάμε λιβαδάκι μου;

Το λιβαδάκι του έσεισε την χλωροσιά του, βυθίστηκε στα γελαστά του μάτια, είπε ναι και φύγανε κλείνοντας τα βλέφαρά τους αποχαιρετώντας την ζωή ετούτη.

Είχαν ήδη περάσει σε μια άλλη ζωή. Σε κείνη που διαβαίνουν μόνο όσοι αγαπιούνται βαθιά και δεν φοβούνται τον θάνατο γιατί αγάπησαν κι αγαπήθηκαν πολύ!

Ελευθερία Λάππα

Ομφαλός της γης

add
Share This Article