Τα σπίτια τους είχαν την ίδια αυλή. Οι μανάδες τους,το μόνο που κάνανε χώρια, ήταν να κοιμούνται με τους άντρες τους.
Φιλενάδες και κείνες, ξενόφερτες νυφάδες, παντρευτήκανε δυο καρδιακούς φίλους. Πρώτα παντρεύτηκε η μία, κι ύστερα στις επισκέψεις που έκανε στην φίλη της, άρεσε πολύ στον φίλο και την κάνανε κι αυτή νύφη στο χωριό τους.
Στήσανε τα σπιτικά τους με πολύ αγάπη, και νοικοκυροσύνη. Γυναίκες με αξίες στην καρδιά τους, που τις μεταφέρανε στα παιδιά τους.
Οι άντρες τους μαζί και κείνοι, από το πρωί ως το βράδυ. Είχαν από κοινού το νταμάρι έξω από το χωριό. Οι πέτρες τους ήταν οι καλύτερες που υπήρχαν στην αγορά.
Πέτρες που όλοι θέλανε να χτίσουν τα σπίτια τους με δαύτες.
Όλη μέρα παίζανε μαζί, πότε στο σπίτι του ενός, και πότε στου άλλου. Είχαν ένα δέσιμο οι ψυχές τους, που φάνταζε εξωπραγματικό.
Μεγαλώσανε και μαζί τους μεγάλωνε και κείνο το δέσιμο. Εκείνος δουλεύει κοντά στον πατέρα του, στο νταμάρι. Η αδερφή του, μεγάλη κοπέλα και κείνη ετοιμάζεται να παντρευτεί.
Η Ξενούλα ήταν μοναχοκόρη. Δεν μπόρεσαν οι γονείς της να κάνουν άλλο παιδί.
Εκείνη έλεγε πως έχω αδέρφια. Τον Στράτο και την Μαρία.
Πολλές ήταν οι φορές, που η Ξενούλα, σηκωνότανε στα καλά καθούμενα κι έφευγε, λέγοντας έρχομαι. Έξω έβγαινε κι ήταν σαν χαμένη.
Ήταν τις φορές που εκείνος κινδύνευε. Πότε με το φορτηγό σε δρόμο επικίνδυνο, και πότε σε κατεβασιές ενός ποταμού που έπρεπε να διαβεί.
Έρχομαι έλεγε και πεταγόταν πάνω. Που πήγαινε; Δεν ήξερε. Αλλά δεν ήταν και εκεί.. Ήταν σαν να είχε φύγει από το σώμα της.
Με βλέμμα άδειο και χαμένο.
Κι ο Στράτος, εκεί που βρισκόταν και κινδύνευε,την έβλεπε μπροστά του. Ξενούλα φώναζε, και σταμάταγε. Και τότε γινότανε το κακό, που αν δεν σταματούσε, θα τον σκότωνε.
Κι ύστερα, ύστερα και οι δυο τους, γυρνούσαν στην πραγματικότητα, και ξεχνούσαν αυτό που μόλις είχε συμβεί. Εκείνη είχε ξανά το βλέμμα το κανονικό, και κείνος απορούσε πως σώθηκε.
Θαύμα έλεγε. Θαύμα. Μα το θαύμα ήταν το δέσιμό τους.
Την μέρα που της είπε πως σε αγαπώ, και θέλω να σε παντρευτώ, εκείνη του απάντησε, ξανά; Και κείνος γέλασε. Ο γάμος έγινε.
Κι όταν γυρίσανε στο σπίτι τους πια, είδανε την ζωή τους σαν μια ταινία να εξελίσσεται μπροστά τους. Πήγανε πολύ μακριά.
Πολλά χρόνια μπροστά. Είδανε την οικογένεια που θα κάνανε. Είδανε τα εγγόνια τους. Είδανε θανάτους, και νέες ζωές. Όλα αυτά τα βλέπανε σταδιακά.
Το δάκρυ ,η το γέλιο από αυτό που ζούσανε τους γύριζε πίσω στην ζωή την τωρινή. Εκείνο που δεν είδανε ποτέ ήταν, ο θάνατός τους.
Το κάθε τι το ζούσανε δυο φορές, μα ήταν σαν να ήταν η πρώτη. Ποτέ δεν μιλήσανε γι’αυτό που τους συνέβαινε. Κάποιες φορές, που γινόταν πράγματα κι άφηναν έντονα τα συναισθήματα, εκείνοι λέγανε, το ήξερα. Τίποτα άλλο. Ούτε το αναλύανε..
Κάνανε μια όμορφη οικογένεια. Τα παιδιά τους φύγανε από κοντά τους. Ζούνε μακριά τους. Είναι πολλές οι φορές, που πότε ο ένας και πότε ο άλλος λένε, πάμε στα εγγόνια μας, και στα παιδιά μας και φτάνουν ακριβώς την ώρα που τους χρειάζονται.
Η αγάπη τους άφησε ιστορία. Πολλοί και πολλές ήταν, που λέγανε, να μια αγάπη σαν του Στράτου και της Ξενούλας θέλουμε να ζήσουμε.
Αυτές οι αγάπες όμως γεννιούνται μια φορά στα χίλια χρόνια, και αν….Αυτές οι αγάπες είναι θεϊκές και ανεξήγητες. Είναι σαν να έχει κοπεί η ψυχή στα δύο, και να βρίσκεται σε διαφορετικά σώματα.
Είναι αδύνατο όταν αυτό συμβαίνει να μην βρεθούν.
Να μην ενωθούν να ζήσουν το όλο. Το ολόκληρο. Μόνο που αυτοί δεν το γνωρίζουν. Συμβαίνει, έτσι απλά σαν κάτι το φυσιολογικό. Και είναι. Αλλιώς θα παραμένανε μισές.. Τώρα κάθονται στην βεράντα τους. Εκείνος με άνοια, αυτή με βαρύ εγκεφαλικό.
Δεν μιλάνε πλέον. Αγναντεύουν το κενό ώρες ατελείωτες. Που και που, πότε ο ένας, πότε ο άλλος γελάει. Έτσι χωρίς λόγο. Κι όταν η γυναίκα που τους φροντίζει το βλέπει αυτό, κάθεται σε μια γωνιά και τους παρατηρεί.
Παρατηρεί πως ενώ είναι βυθισμένοι…προσπαθούνε να ενώσουν τα χέρια τους. Εκείνος βρίσκει το δικό της, και το κρατάει σφιχτά στο δικό του. Τώρα χαμογελάνε και οι δυο την ίδια στιγμή. Χαμογελάνε και δακρύζουν. Κάπου μακριά, μα και τόσο κοντά, ποιος ξέρει;
Κάπου μακριά κι ενώ το βλέμμα τους χάνεται άδειο, οι ψυχές τους ενωθήκανε για μια φορά ακόμα.
Αυτοί ζούσανε το θαύμα τους!
Αυτό το θαύμα που συμβαίνει μια φορά στα χίλια χρόνια.
Ελευθερία Λάππα
Ομφαλός της γης ΙΙ