Μπροστὰ στὸ γραφεῖο τοῦ ἁγίου Γερασίμου Μικραγιαννανίτη (ἕνα ἀπλό τραπέζι μὲ μιὰ παλιά ξύλινη καρέκλα) ἦταν ἕνας φάκελος ἀνοιγμένος. Ἀπὸ μέσα ξεπρόβαλε μιά πρόσκληση ἀπὸ τὴ Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Ὁ Παναγιώτατος Μητροπολίτης θὰ τοῦ ἀπένειμε τό ἀνώτατο παράσημό της, τὸν χρυσό σταυρό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Σε ἔνδειξη τοῦ μέγιστου (1) ὑμνογραφικοῦ ἔργου του.
«Γέροντα» τοῦ εἶπε χαρούμενος ἕνας νεαρός μοναχός. «Θὰ πάρετε μετάλλιο!». Χαιρόταν πολύ ὁ εἰκοσάχρονος καλόγερος ποὺ εἶχε τέτοιον Γέροντα. Εἶχε ὣς τώρα πάρει ἕνα σωρό διακρίσεις: Το 1951 ἔπαινο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Το 1955 εὐαρέσκεια ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Τέσσερα χρόνια ἀργότερα, ὁ ἴδιος ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης τὸν ὀνόμασε «Υμνογράφο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» καὶ τὸν κατέστησε ἔτσι ἐπίσημο ὑμνογράφο ὅλης τῆς Όρθοδόξου Εκκλησίας καὶ τὸ 1963 τοῦ ἀπένειμε τὸν σταυρὸ τῆς χιλιετηρίδος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας τοῦ ἀπένειμε τὸν σταυρὸ τοῦ ἁγίου Μάρκου. Ὁ Πατριάρχης Ιεροσολύμων τοῦ ἀπένειμε χρυσό σταυρό μὲ στέμμα καὶ στεφάνι καὶ τὸν ἀναγόρευσε Σταυροφόρο τοῦ Παναγίου Τάφου. Το 1968 το κορυφαῖο πνευματικό ἵδρυμα τῆς χώρας, ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, τοῦ ἀπένειμε άργυρό μετάλλιο.
«Τόσες διακρίσεις πήρατε, καὶ ἀπὸ τὴν πολιτεία καὶ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία!» ἔλεγε μέ καμάρι ὁ νεαρός ύποτακτικός.
Τινάχτηκε ὁ ἅγιος Γέροντας. «Δὲν εἶναι τίποτα δικό μου, πάτερ! Ἔτσι ἤθελε ὁ Θεός. Ἐγώ γιὰ τὴν Κόλαση εἶμαι! Τί ἔκανα ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ εἶμαι ἐδῶ; Πῶς θὰ παρουσιαστῶ στὸν φοβερό Κριτή τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως;». Το πρόσωπό του ἔγινε ξαφνικά περίλυπο.
«Μά…» πῆγε νὰ πεῖ κάτι ὁ ὑποτακτικός.
Ὁ ἅγιος Γεράσιμος σὰν νὰ μὴν ἄκουσε τίποτα, συνέχισε: «Τὸ παράσημο τῆς Βασιλείας μποροῦμε νὰ τὸ πάρουμε; Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι παλιοντενεκέδες… (2)». Ἔμεινε σκεφτικός κάνα δυό λεπτά. Ύστερα κοίταξε ἀπὸ τὸ παράθυρο μακριά στο δάσος. «Ὅταν συνέταξα τὸν πρῶτο Κανόνα τῆς Παναγίας -θὰ ἦταν γύρω στο 1926- τὸν εἶδε ὁ μακαρίτης ὁ γέροντας ὁ δικός μου ποὺ ἤξερε λίγα γράμματα. “Πολύ ὡραῖος!” εἶπε. Ὕστερα τὸν πῆγα στὸν Καλλίνικο στὰ Κατουνάκια. Ήταν ἔγκλειστος ὁ π. Καλλίνικος γιὰ σαράντα χρόνια, μὲ νοερά προσευχή, μὲ θεῖο φωτισμό. Τὸν συμβουλευόμουν. Λίγα γράμματα γνώριζε, ἀλλὰ εἶχε πείρα μεγάλη καὶ Χάρη Θεοῦ. “Εἶναι ἄριστος ὁ κανών” μοῦ λέει, “ἀλλὰ ἕνα σοῦ λέω: ταπείνωση, ταπείνωση, ταπείνωση. Πρόσεχε καλά μήν σὲ πολεμήσει ὁ διάβολος”».
Ὁ μοναχὸς ἔβαλε μετάνοια καὶ βγῆκε ἀμίλητος. Δὲν ἦταν ἡ πρώτη φορά ποὺ ἄκουγε παρόμοια λόγια ἀπὸ τὸν Γέροντά του. Οἱ ἀμέτρητοι ἔπαινοι, οἱ πάμπολλες διακρίσεις οὔτε ποὺ τὸν ἄγγιζαν. Σὰν νὰ μὴν ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἀποδέκτης. Κάποτε ἕνας ἐπισκέπτης ἄρχισε νὰ τὸν ἐπαινεῖ κι ὁ Γέροντας, ποὺ ἦταν ἐκ φύσεως εύγενής, τὸν διέκοψε ἀμέσως λέγοντας: «Θὰ μὲ κάνετε νὰ ξεχάσω ὅτι εἶμαι καλόγερος καὶ θὰ ἀρχίσω νὰ συμπεριφέρομαι σὰν τὴ μαϊμού ποὺ προσπαθεῖ μὲ ἀστεῖα κόλπα νὰ δείξει κάτι ἄλλο ἀπό αὐτό πού πραγματικά εἶναι». Κι ὅταν ἔπαιρνε ἕνα μετάλλιο, εύχαριστοῦσε εὐγενικά κι ὕστερα τὸ ἔδινε στά καλογέρια. Μὴν τύχει καὶ μείνει μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω στὸ ράσο του.
(1) Μέχρι σήμερα δὲν εἶναι καταγεγραμμένος ὁ ἀκριβής ἀριθμός τῶν ἀκολουθιῶν ποὺ συνέταξε. Αὐτὰ ποὺ διασώζονται καὶ βρίσκονται στὴν καλύβη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στην Μικρά Ἁγία Ἅννα, εἶναι περίπου 50 χειρόγραφοι τόμοι 35.442 χειρόγραφων σελίδων ποὺ συνέτασσε, κατευθείαν στὴν τελική τους μορφή, χωρίς νὰ κάνει καθόλου διορθώσεις.
(2) «Παλιοντενεκέδες» ἔλεγε ὁ ἅγιος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης τὰ μετάλλια πού τοῦ εἶχαν ἀπονείμει.
Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.120-122