Μοναχή της ήταν η θεια η Χρύσα. Ζούσε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια εντελώς μόνη.

mike
By
181 Views
14 Min Read
Μοναχή της ήταν η θεια η Χρύσα. Ζούσε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια εντελώς μόνη.
Είχε καλές σχέσεις με όλους τους χωριανούς. Όλοι την είχαν έγνοια. Όλοι. Να’ ναι καλά ο κόσμος έλεγε η καψερή.
Κάθε μέρα κι άλλος έρχεται να δει τι κάνω, και μου φέρνουν το μαγειρεμένο τους. Ένιωθε μεγάλη ευγνωμοσύνη, μα και μεγάλη μοναξιά.
Πριν δεκαπέντε χρόνια, έχασε τον σύντροφό της. Από τα δέκα έξι της, ήταν μαζί του. Και τι δεν πέρασαν μαζί. Χαρές και πίκρες πολλές σηκώνανε οι γέρικες πλάτες της.
Όσο ζούσε ο άντρας της, τις μοιράζονταν τις πίκρες, κι αν έπεφτε ο ένας, ο άλλος του έδινε το χέρι της ψυχής του και τον σήκωνε.
Οι χαρές διαβαίναν.
Χαρές ήταν αυτές. Και μόνος να είσαι τις μπορείς. Οι πίκρες δεν διαβαίνουν, θέλουν στήριγμα, και κείνη το’ χασε το δικό της. Κι έχουν πίκρα πολύ πανάθεμά τες, κι όταν έρχονται και σε βρίσκουν
δεν γλυκαίνουν, μήτε με ζάχαρη, μήτε με μέλι.
Τίνος να πει η δόλια πως οι μέρες της είναι βουνό καρτερώντας από την άλλη άκρη της γης το μοναχοπαίδι της;
Τίνος να το πει;
Ποιον να βαρύνει με τον καημό της; Έχει τα βάσανά του ο κοσμάκης έλεγε. Δεν θέλει να ακούει και τα δικά μου.
Έναν τον είχε κι η καρδιά της ήταν εκεί, στην άκρη του κόσμου. Κάθε καλοκαίρι ερχόταν και περνούσαν τον μήνα της Παναγιάς μαζί. Να σε πάρω μάνα της έλεγε.
Να σε πάρω μαζί μου, να δεις κι άλλο κόσμο, να είμαστε μαζί. Με τρώει η σκέψη σου, που είσαι χώρια μου.
Δεν φεύγω από τον τόπο μου του έλεγε. Δεν αφήνω τον πατέρα σου μόνο του. Δεν αφήνω το κονάκι μου.
Παραπέρα παιδί μου, σαν θα είμαι γριά κι ανήμπορη βλέπουμε…
Να μην τον στεναχωρέσει το’ λεγε.
Ήξερε πως ποτέ δεν θ’ άφηνε τον τόπο της, για ένα ξένο. Κάθε χρόνο ερχόταν και τον έβλεπε. Κι όταν τα παιδιά του μεγαλώσανε ,τα έπαιρνε και κείνα.
Μια φορά μονάχα ήρθε η γυναίκα του. Ξένη ήταν, κι αυτή σαν τον τόπο που ζούσε το παιδί της.
Μια φορά και δεν ματάρθε. Ήταν μαθημένη αλλιώς. Μην της κακιώνεις γιε μου. Εσένα είναι ο τόπος σου, και θέλεις να’ ρχεσαι. Είναι η μάνα σου και θέλεις να την δεις.
Αυτή τι να κάνει παιδί μου εδώ; Μην της κακιώνεις.
Κούναγε μόνο το κεφάλι του, και δεν έλεγε τίποτα άλλο το παιδί της, μα μάνα ήταν και το καταλάβαινε πως καλά δεν περνούσε μαζί της, και δεν ήθελε να ρίξει λάδι στην φωτιά, γιατί η πρώτη που θα καίγονταν θα ήταν αυτή.
Ποια μάνα θέλει να χωρίσει το παιδί της; Καμιά. Κι αν δεν περνάει καλά, τις αποφάσεις του, να τις πάρει ανεπηρέαστα.
Τίποτα δεν έλεγε. Κούναγε μόνο το κεφάλι του και με κόπο κράταγε τον στεναγμό του.
Αυτή ήταν χαρούμενη που τον έβλεπε κάθε χρόνο, μαζί με τα εγγόνια της. Μικρά μικρά ήταν σαν τα έφερε για πρώτη φορά, και τώρα κόντευαν τα δέκα εφτά.
Μεγάλωσαν τα βλαστάρια της. Μεγάλωσαν κι ήταν ίδια σαν τον πατέρα τους. Καλόψυχα σαν και κείνον.
Δεν μπορώ μάνα της είπε να την αφήσω. Δεν μπορώ. Είναι μάνα των παιδιών μου, κι είναι καλή σαν μάνα.
Να, δεν θέλει όμως κανέναν άλλο, και δεν τον λογίζει οικογένεια, ούτε και τους γονείς της, και μένα δεν μ’ αρέσει αυτό. Κι η δόλια η μάνα, καλά το λέει παιδί μου. Καλά το λέει.
Η οικογένειά της είναι τα παιδιά της κι ο άντρας της. Εγώ ξένη γυναίκα είμαι αλλά δεν μπορώ να πω ,πως τα γονικά της κάνει καλά που δεν τα υπολογίζει οικογένεια.
Τούτη την κουβέντα την κάνανε σαν ήρθε μαζί με το δεύτερο παιδί του. Θα’ ταν γύρω στα τρία τότε το εγγονάκι της. Δεν ξανάπε ποτέ κάτι γι’ αυτό, μήτε και κείνη τον ρώτησε. Της έφτανε που τον έβλεπε. Της έφτανε που έρχονταν μαζί με τα εγγόνια της. Κάθε χρόνο, ο μήνας της Παναγιάς ήταν γεμάτος αγάπη και φροντίδα ο ένας για τον άλλο.
Μια αγάπη είχε πριν φύγει για τα ξένα ο γιος της. Μια αγάπη που οι γονείς της δεν τον θελήσανε. Φτωχό άντρα δεν θα πάρει η κόρη μας είπαν, και την πάντρεψαν με άλλο.
Πάμε να φύγουμε της είπε και κείνη τον ήθελε πολύ τον γιο της.
Πάμε να φύγουμε, και θα τα καταφέρουμε. Ετοιμάστηκε να τον ακολουθήσει, μα την πήρε χαμπάρι ο κύρης της, και την σταμάτησε. Δεμένη την είχε ώσπου να την παντρέψει. Είκοσι χρόνια μεγαλύτερος ο γαμπρός. Τότε έφυγε κι ο γιος της, και παντρεύτηκε άλλη.
Όταν έμαθε πως σε δυο χρόνια έσκασε από το πολύ φαΐ ο άντρας της κοπέλας που αγάπησε, και την άφησε χήρα μ’ ένα παιδί στην κοιλιά είπε πως αν ήξερε την κατάληξη, δεν θα έφευγε. Θα την περίμενε να την πάρει χήρα με το παιδί της.
Σαν έμεινε μόνη η αγάπη του γιου της, την είχε ένα με την μάνα της. Κάθε βράδυ την έβαζε για ύπνο και μετά πήγαινε στο σπίτι της. Κάθε πρωί την ξύπναγε με τον καφέ στο χέρι.
Το ξέρανε κι οι δυο τους, πως το μυαλό τους ήταν κάπου μακριά, μα κουβέντα δεν κάνανε ποτέ για τούτο.
Και τι να πουν; Η αγάπη δεν θέλει λόγια, κι η Λυγερή το έδειχνε με πράξεις το πόσο νοιάζονταν την μάνα του άντρα που αγάπησε. Αυτή διάβαζε τα γράμματά του.
Αυτή έγραφε και τα δικά της γράμματα. Κι όταν η μάνα έστελνε την αγάπη της, ήταν διπλή γιατί υπήρχε μέσα και της Λυγερής, μόνο που ο Πανάγος της δεν το έμαθε ποτέ.
Κάποια πράγματα δεν πρέπει να λέγονται, γιατί είναι χωριστοί οι δρόμοι. Αν είναι να ανταμώσουνε ας το κάνει ο θεός, κι όχι ο διάβολος.
Ποτέ δεν έμαθε πως μετά που χήρεψε δεν θέλησε να πάρει άλλον, λες και κάτι την εμπόδιζε.
Όλα της τα όνειρα γέρναν στις πλάτες του. Κουρνιάζανε στην αγκαλιά του. Ακόμα και παντρεμένη τούτη η αμαρτία την βάραινε και για να την πετάξει από πάνω της, έλεγε,η αγάπη δεν είναι αμάρτημα και δίκιο είχε. Δικαίωμα δεν έδωσε ποτέ για τούτο, κι ας της έκαιγε τα σωθικά.
Εκείνη την χρονιά που κατάπεσε η θεια η Χρύσω, ήταν μετά που έφυγε ο γιος της. Μετά τον μήνα της Παναγιάς.
Κάποτε θα γινόταν και τούτο. Τα ογδόντα κόντευε. Μάνα κράτα της έγραφε. Λίγο ακόμα και θα έρθω για πάντα να είμαστε μαζί, κι όποιος θέλει ας με ακολουθήσει.
Αρκετούς παράδες έχω, μα’ κει τα παιδιά μου μπορούν να ζήσουν, γιατί αγαπούν τον τόπο μας. Κράτα μάνα μου της έγραφε.
Το καλοκαίρι θα είμαι εκεί, και δεν θα ξαναφύγω.
Να του γράψουμε πως δεν είσαι καλά της έλεγε η Λυγερή, και κείνη δεν την άφηνε. Μην βάλει το παιδί της να χαλάσει τα σχέδιά του. Όχι της έλεγε.
Δεν είμαι και του θανατά. Θα αντέξω ως το καλοκαίρι. Μα κάθε μέρα που περνούσε, όλο και κατάπεφτε. Μεγάλη πολύ δεν ήταν η καψερή, μα κείνη η αδυναμία που είχε στην καρδιά της μετά τον χαμό του άντρα της, την ξαναθυμήθηκε.
Να δεις που τούτο της έλεγε, θα με στείλει να τον βρω. Δεκαπέντε χρόνια και μακριά του, άντεξα, μα τώρα φαίνεται κοντά του θέλω να πάω. Στην χάρη της Ανάστασής του θα προσευχηθώ.
Να διαβεί και τούτο το Πάσχα, να σιμώσει η Παναγιά και να’ ρθει ο Πανάγος μου.
Στην άλλη άκρη της γης ο γιος της, εδώ και καιρό, ανήσυχος ήταν κι ας έρχονταν τα νέα καλά. Ανήσυχος ήταν.
Σαν οι ψυχές είναι δεμένες, έχουν την δική τους δύναμη. Έχουν τον δικό τους τρόπο να τα λένε κι η δική του, ήταν κοντά στης μάνας του τούτο τον καιρό πιότερο από ποτέ άλλοτε.
Μεγαλοβδόμαδο ήταν, κι η θεια η Χρύσα δεν ήταν καλά. Η Λυγερή αποφάσισε να του γράψει για την υγεία της. Δεν της το είπε, μα το έκανε. Η μάνα σου δεν είναι και τόσο καλά του έγραφε.
Έπειτα από πολύ καιρό, το γράμμα γύρισε πίσω. Ξεχασμένο το είχε η Λυγερή. Άλλα χαίρονταν αυτή.
Μεγαλοβδόμαδο ήταν που είπε ο Πανάγος, εγώ θα γυρίσω στην πατρίδα, και στην μάνα μου και’ μεις θα έρθουμε πατέρα είπαν και κοίταξαν την μάνα τους με βλέμμα που έλεγε, έλα και συ μαζί μας. Εκείνη, δεν πήγε στα νιάτα της.
Τώρα θα πήγαινε; Δεν απάντησε αλλά την επομένη κατάθεσε αίτηση διαζυγίου και ελευθέρωσε τον άντρα της.
Στεναχωρήθηκε που φύγανε τα παιδιά της πάρα πολύ, μα βρήκε παρηγοριά σ’ ένα άλλο, που ποτέ δεν μαθεύτηκε πως υπήρχε.
Ήταν παιδί από βιασμό σε μικρή ηλικία, και το είχε βάλει σε ορφανοτροφείο. Ήταν το μυστικό μιας ζωής.
Έδινε αγώνα χρόνια να του γιατρέψει τις πληγές του.
Ο λόγος που δεν ήθελε τους γονείς της, ήταν που της το πήρανε και το δώσανε σε ίδρυμα. Ανήλικη ήταν, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Το στήριζε κρυφά όλα τα χρόνια. Το βοήθησε να ορθοποδήσει. Όταν δεν ακολουθούσε τον άντρα της, ήταν για να περνάει χρόνο μαζί του.
Ένας μήνας ολόκληρος κοντά του. Οι δυο τους. Της πήρε χρόνια να το ετοιμάσει, να δει την οικογένεια που είχε. Να γνωρίσει τα αδέρφια του, και πάνω που θα φανέρωνε το μυστικό της, της είπανε μάνα έλα και’ συ.
Προτίμησε να μείνει, να χαρεί μια ζωή κοντά του. Μια ζωή που την στερηθήκανε και οι δυο.
Μια άλλη μάνα, έκανε Πάσχα με τον δικό της γιο, έπειτα από σαράντα χρόνια. Αναστήθηκε και κείνη στην αγκαλιά του παιδιού της. Την ανάστησαν τα φιλιά και τα χάδια από τα εγγόνια της.
Κάθε χρόνο πήγαιναν τα παιδιά της να την δουν.
Δεν τους είπε για τον αδερφό που είχαν. Την τελευταία φορά που πήγανε, μαζί το κάνανε το ταξίδι αυτό τα παιδιά της, πέθανε στην αγκαλιά τους.
Την βρήκαν άρρωστη με κάποιον στο πλευρό της. Βάστα έλεγε και κείνη η μάνα. Βάστα και βάσταξε. Θα έρθουν. Πάντα έρχονται την ίδια ημερομηνία. Στην αγκαλιά τους πέθανε, μαζί με το μυστικό της. Πέθανε και κείνο μαζί της. Στο γράμμα της το μάθανε, από τον δικηγόρο της οικογένειας.
Μείναν περισσότερο αυτή την φορά, να γνωρίσουν τον αδερφό τους. Τον χαιρέτησαν με την υπόσχεση, του χρόνου την ίδια μέρα που πηγαίνανε στην μάνα τους, και με μια πρόσκληση ανοιχτή να τους επισκεφτεί όποτε θέλει.
Η θεια η Χρύσα, έκανε κι άλλα Πάσχα με τον γιο της, και τα τρία εγγόνια της πια.
Όσο για την Λυγερή καμάρωνε στο πλευρό του Πανάγου, τους τρεις γιους της, και την μοναδική τους κόρη. Την κόρη της.
Την κόρη της που ο Πανάγος την αγάπησε σαν δική του, και της έδωσε την ευχή του, να παντρευτεί το γιο της πρώτης του γυναίκας, σίγουρος πως και κείνη θα το ήθελε, αφού την θέλησε ο γιος της. Η θεια η Χρύσα, την μέρα που την παντρεύτηκε, άνοιξε το μπαούλο της, κι έβγαλε από μέσα το ρολόι του άντρα της.
Εκείνο που κρέμαγε με την αλυσίδα του, τις σχόλες στην τσέπη του γιλέκου του, λέγοντάς του, πως το έθιμο θέλει να το δίνουμε στον πρώτο εγγονό.
Η νύφη της χαμογέλασε σαν είδε την πράξη της αυτή, και ψιθύρισε στον τάφο της, είμαι ήσυχη γιε μου.
΄Εχεις μια όμορφη οικογένεια κοντά σου.
Βάστα μάνα, λέγανε και οι δυο τους, η κάθε μια στον τόπο της. Η κάθε μια με την επιθυμία να δει τα παιδιά της.
Ελευθερία Λάππα
add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση