….. ο Άρης, είχε αποφασίσει να «κάψει» τα χρόνια του.
Ο Άρης δεν ήταν κακό παιδί, ήταν όμως ένας άνθρωπος που πίστευε πως η ελευθερία βρίσκεται στην άρνηση των πάντων, της οικογένειας, των αξιών, ακόμα και του ίδιου του του εαυτού.
Είχαν να μιλήσουν τρία χρόνια. Οι γείτονες, με εκείνη την σκληρή «καλοσύνη» που έχουν οι άνθρωποι της επαρχίας, της έλεγαν:
— «Άννα, ξέχασε τον. Σε ντρόπιασε. Κοίτα τη ζωή σου τώρα».
Εκείνη όμως χαμογελούσε πικρά και απαντούσε:
— «Η Αγία Μόνικα περίμενε τριάντα χρόνια για μια ανάσα του Αυγουστίνου. Εγώ είμαι ακόμα στην αρχή».
Η Άννα είχε ένα παράξενο έθιμο. Κάθε Σάββατο απόγευμα, μαγείρευε το αγαπημένο φαγητό του Άρη και έστρωνε το τραπέζι για δύο. Έβαζε το πιάτο του, το ποτήρι του και μια πετσέτα κεντημένη με τα αρχικά του. Έπειτα, άναβε ένα κερί μπροστά στην εικόνα της Αγίας και καθόταν να φάει μόνη της, μιλώντας στο κενό κάθισμα σαν ο γιος της να ήταν εκεί.
«Σήμερα ο ήλιος έπεσε γλυκά στο περιβόλι, Άρη μου», έλεγε. «Οι λεμονιές άνθισαν. Σε περιμένουν».
Τα χρόνια περνούσαν και η Άννα ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν. Μια Μεγάλη Παρασκευή, ενώ οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, ένας άντρας με λερωμένα ρούχα και σκυμμένο κεφάλι στάθηκε έξω από την αυλή της. Ήταν ο Άρης. Είχε φτάσει στον πάτο της δικής του αβύσσου και δεν του είχε μείνει τίποτα, παρά μόνο η ανάμνηση εκείνης της τρεμάμενης φλόγας που ήξερε πως έκαιγε στο σπίτι της μάνας του.
Δεν τόλμησε να χτυπήσει. Έσκυψε να δει αν το κλειδί ήταν ακόμα στην παλιά του θέση, κάτω από το χαλάκι. Το βρήκε. Μπήκε μέσα αθόρυβα.
Το σπίτι μύριζε λιβάνι και φρεσκοψημένο ψωμί. Στο τραπέζι, το πιάτο του ήταν εκεί. Σερβιρισμένο. Σαν να τον περίμεναν πριν από πέντε λεπτά. Η Άννα κοιμόταν στην πολυθρόνα με το κομποσκοίνι στο χέρι.
Όταν άνοιξε τα μάτια της και τον είδε, δεν ρώτησε «πού ήσουν;», ούτε «τι έκανες;». Τον κοίταξε μόνο στα μάτια και του είπε:
— «Άργησες λίγο, παιδί μου, και το φαγητό κρύωσε. Αλλά η φωτιά είναι ακόμα αναμμένη».
Η προσευχή της μητέρας είναι η ανοιχτή πόρτα που το παιδί θα βρει όταν όλα τα άλλα κλείσουν.Η Αγία Μόνικα μας διδάσκει ότι η αγάπη δεν εξευτελίζεται. Ακόμα και μέσα στον πόνο, η μητέρα παραμένει ο φάρος. Δεν σβήνει επειδή το πλοίο χάθηκε στην ομίχλη· αντίθετα, φέγγει πιο δυνατά.
Ιερεας Γκελιας Αρσενιος