Τον αγάπαγα τον άντρα μου. Και κείνος το ίδιο. Στον λίγο καιρό του γάμου μου, πέρασα καλά με κείνον. Αν δεν είχα κακιά πεθερά θα πέρναγα ακόμα καλύτερα.
Εκείνον τον καιρό, τον παλιό, ο μεγάλος γιος έμενε με τους γονείς. Είχε λένε χρέος να τους κοιτάξει. Λες και τ’ άλλα δεν ήταν παιδιά τους, και δεν είχαν εκείνα χρέος.
Όσο ζούσε ο πεθερός μου δεν είχα και πολλά προβλήματα. Αυτός την μάλωνε αν μου έκανε παρατηρήσεις. Τίποτα απ’ ό,τι έκανα δεν της άρεσε. Άμα παραγινότανε το κακό, έπαιρνε θέση ο πεθερός μου.
Άφησέ την ήσυχη της έλεγε. Όλα μια χαρά τα κάνει. Μια φορά που την άκουσε να μου μιλάει πολύ άσχημα, και να λέει πως θα πει στο παιδί της να με χωρίσει, την χαστούκισε.
Αυτό το κράτησε Μανιάτικο. Όταν δεν μας άκουγε κανείς, με στρίμωχνε στην γωνία και μου’ λεγε θα βάλω το άντρα σου να το φας τριπλάσιο το χαστούκι.
Δεν του έλεγα τίποτα. Όλη μέρα να δουλεύει στα χωράφια, να έρχεται λίγο το μεσημέρι να ξαπλώσει να ξεκουραστεί και’ γω να του κάνω παράπονα δεν το πήγαινε η ψυχή μου.
Μ’ αγαπούσε πολύ και πάντα με παίνευε για τα φαγητά μου, για την νοικοκυροσύνη μου.
Κι όσο το’ κανε αυτό, τόσο σκύλιαζε η πεθερά μου, και τόσο μου’ βγαζε το λάδι σαν λείπανε οι άντρες.
Είχε δυο κόρες. Η μια ήταν παντρεμένη στο χωριό, κι η άλλη μακριά σε πόλη. Πως τα πας με την μάνα μου, με ρώτησε μια μέρα. Καλά της είπα. Καλά.
Τι να της πω; Κοίτα μου είπε, αν σου φέρετε άσχημα να μου το πεις, και’ γω θα σου την στολίσω.
Εγώ δεν είπα ποτέ τίποτα. Τι; Να βάλω την φαμίλια να τρώγεται; Ας έκανε ό,τι ήθελε κείνη. Εγώ δεν έβλεπα την ώρα και την στιγμή που θα’ ρθει ο άντρας μου στο σπίτι, κι όλα τα ξεχνούσα.
Αν τον έβλεπε να κάθεται δίπλα μου, και να μ’ αγκαλιάζει, να δείχνει το ενδιαφέρον του για μένα, εκείνη δαγκωνότανε…
Έσφιγγε τόσο πολύ τα χείλια της που κόντευε να τα ματώσει. Ακόμα να του κάνεις ένα παιδί;
Ακόμα; Μου φώναξε μια μέρα, λες κι είχαν περάσει χρόνια από τότε που παντρευτήκαμε. Θα το κάνω της είπα. Θα το κάνω. Ούτε χρόνο δεν έχομε που παντρευτήκαμε.
Ο άντρας μου δεν θέλει ακόμα να κάνουμε παιδί. Θέλει και παραθέλει, λέει εκείνη.
Δεν το περίμενα από τον γιο μου, να τον κάνει μια γυναίκα ό,τι θέλει είπε και ξίνισε τα μούτρα της.
Από την ώρα που ξύπναγε το πρωί, μες τις διαταγές ήταν. Κάνε τούτο, κάνε τ’ άλλο και τίποτα δεν της άρεσε.
Μια μέρα μ’ έβγαλε στο κλάμα. Ήταν η πρώτη φορά που συνέβη.
Κι ήταν την μέρα εκείνη που ο άντρας μου γύρισε πολύ νωρίς από τα χωράφια και με βρήκε να κλαίω. Με ρωτούσε τι έχω και δεν του έλεγα. Τι να του πω;
Πως εδώ και καιρό, στείρα με ανεβάζει, στείρα με κατεβάζει; Δεν ήθελα να τον στεναχωρήσω και κείνον.
Σάμπως αν του τα’ λεγα, θα’ βαζε μυαλό αυτή;
Άσε που θυμόμουνα και την μάνα μου, που έλεγε να μην βάζω λόγια, και πως αν τσακωθώ με την πεθερά, θα τα ξαναβρώ. έτσι κάνουν οι νυφάδες με τις πεθερές. Τσακώνονται, τα ξαναβρίσκουν.
Μα δεν ήθελα όμως εγώ να μαλώνω, και δεν της έφερνα αντίρρηση ποτέ. Εκείνη την μέρα που με βρήκε να κλαίω όμως επέμενε να μάθει το γιατί.
Με πήρε και πήγαμε μια βόλτα έξω στο περιβόλι κι αν δεν του έλεγα, δεν θα γυρίζαμε πίσω μου είπε.
Και ‘γω επειδή ήθελα να γυρίσω, να ζυμώσω του είπα δυο τρία παράπονα. Με μάλωσε γεμάτος τρυφεράδα. Άλλη φορά, θα μου τα λες όλα. Μα πες μου όμως, εσύ θέλεις να κάνουμε παιδί;
Είπαμε να πιαστούμε λίγο, κι ύστερα.
Αν όμως εσύ άλλαξες γνώμη και θες, να το κάνουμε. Όχι όμως για να μην σε λέει στείρα η μάνα μου.
Επειδή εσύ θα το θέλεις. Κι όσο για κείνη, άστο πάνω μου και θα δεις…Αν είναι να έρθει, ας έρθει του είπα.
Μ’ αγκάλιασε και γυρίσαμε στο σπίτι. Είχα και το ζύμωμα βλέπεις…Σαν μας είδε κείνη αγκαλιά, την ζώσανε τα φίδια.
Μάνα της είπε. Έλα και κάτσε να σου πω δυο κουβέντες. Για πρώτη και τελευταία φορά.
Σαν δεν σ’ αρέσει η γυναίκα μου, και μου την στεναχωρείς, θα την πάρω και θα φύγουμε. Έμένα μου αρέσει και δικαίωμα δε σου δίνει να της μιλάς άσχημα και να την ταπεινώνεις.
Τσαούσα αυτή, τ’ ακουσε μα δεν ήθελε μπροστά της να σκύψει το κεφάλι…Και το μόνο που είπε, ήταν, άστη τώρα να ζυμώσει και βλέπουμε. Εσύ να ζυμώσεις μάνα. Μόνη σου.
Εμείς θα πάμε να σου κάνουμε το εγγονάκι, της είπε και με τράβηξε μέσα στην κάμαρα. Άσε με να πάω και’ γω του είπα. Μας πήρε η ώρα και θα αργήσουμε.
Πότε θα το ζυμώσει, πότε θα γίνει να το φουρνίσουμε. Άλλη δουλειά έχεις εσύ μου είπε, και κλείδωσε την πόρτα.
Και να δεις που το κάναμε το παιδί… Σαν της το είπε χαρούμενος, κούνησε το κεφάλι της. Κάτσε να το γεννήσει πρώτα του είπε, και μετά χαίρεσαι.
Από κείνη την μέρα βάλθηκε να αποβάλλω. Τον πεθερό σου θα βγάλουμε αν είναι αγόρι έλεγε. Κι αν είναι κορίτσι, ε, ας βγω εγώ.
Να το κάνω γερό πρώτα και βλέπουμε.
Ό,τι πει κι ο άντρας μου. Ό,τι πεις εσύ, θα πει κι αυτός, έλεγε. Ακούς; Των πεθερικών το όνομα δίνουμε εμείς στα μέρη μας. Τι θα πει ο άντρας σου, δεν θέλω τ’ όνομα της μάνας μου;
Μ’ έβαζε να κάνω βαριές δουλειές.
Σαν να μην το’ θελε έκανε. Μα δεν ήταν αυτό. Ήθελε σώνει και καλά να με βγάλει άχρηστη.
Μια μέρα μούγκριζε μέσα από την αποθήκη και φώναζε βοήθεια.
Πήγα και τι να δω; Ήταν πεσμένη κάτω κι από πάνω της είχαν πέσει τα σακιά με το καλαμπόκι.
Μούγκριζε, πονάω σήκωσέ τα. Και το’ κανα η δόλια. Το’ κανα και σήκωσα τα σακιά από πάνω της, κι έχασα το παιδί. Δεν στο’ πα εγώ; Έλεγε στον άντρα μου. Κάτσε πρώτα να το κάνει.
Ο άντρας μου δεν μ’ άφησε ως που να γίνω καλά, να κάνω τίποτα. Όλα τα έκανε εκείνος. Αυτή, Τούρκα… Χάσαμε και τον πεθερό μου. Στεναχωρήθηκα. Ήταν καλός άνθρωπος.
Ήρθε κι ο μικρός γιος τους για την κηδεία και δεν ξανάφυγε. Έμεινε κι αυτός μαζί μας. Όλοι μαζί.
Οι κόρες της ήταν καλές. Μοιάζανε του πεθερού, όπως κι ο άντρας μου. Ο μικρός, ίδιος αυτή. Κακός χαρακτήρας. Με τον άντρα μου δεν τα βρίσκανε. Όλο μαλώνανε.
Γι’ αυτό έφυγε κι από το σπίτι εκείνος. Μα τώρα ήρθε για να μείνει είπε. Χάθηκε κι ο πατέρας, θα θέλεις βοήθεια στα χωράφια και θα κάτσω κοντά σας. Χαρά μεγάλη η πεθερά.
Τον πρώτο καιρό, όλα καλά πηγαίνανε. Εμένα δεν μ’ άρεσε καθόλου το βλέμμα του. Δεν ήταν καθαρό..
Είχε μια σκοτεινιά… Ο άντρας μου κατάλαβε πως τον απέφευγα, και δεν το αρνήθηκα σαν μου το είπε. Δεν μ’ αρέσει του είπα ο τρόπος που με κοιτάει.
Καθάριζα την αποθήκη. Η πεθερά έλειπε, και μπαίνει μέσα ο κουνιάδος μου, και χωρίς να πει κουβέντα, μ’ άρπαξε και προσπαθούσε να μου βγάλει τα ρούχα.
Φώναζα, ούρλιαζα, και μου έκλεισε το στόμα. Κι άμα έκανε την δουλειά του…μου είπε, έτσι και το πεις στον άντρα σου, σας σκότωσα και τους δύο.
Φοβήθηκα. Ήταν κακός άνθρωπος. Σαν την μάνα του. Έφυγε. Εκεί με βρήκε η σκρόφα να κλαίω. Να σπαράζω και δεν είπε κουβέντα. Το κατάλαβε.
Είπε μόνο, το’ βλεπα εγώ πως του κουνιόσουνα. Δεν είχα δύναμη να της μιλήσω. Σηκώθηκα σιγά σιγά κι άλλαξα ρούχα.
Κλείστηκα στην κάμαρα να σκεφτώ. Το λέω στον άντρα μου; Το κρατάω κρυφό; Αν το πω, τι θα γίνει;.
Αν δεν το πω, ποια θα είναι η ζωή μου από δω και πέρα; Να’ ρχεται κείνος να με μαγαρίζει με την φοβέρα πως θα μας σκοτώσει; Πήρα δυο αλλαξιές ρούχα κι λίγα χρήματα από τις οικονομίες του άντρα μου κι έφυγα.
Στον αγύριστο μου φώναξε σαν με είδε να φεύγω. Η καρδιά μου έγινε χίλια κομμάτια. Δεν θα ξανάβλεπα τον άντρα μου ποτέ.
Θα γύριζε, δεν θα με έβρισκε. Ποιος ξέρει τι θα του πούνε.
Δεν θα τους πιστέψει. Θα πονέσει. Καλύτερα έτσι, παρά να τραβήξουν τα μαχαίρια, κι όποιον πάρει ο χάρος.
Δεν πήγα στους δικούς μου. Τι να πω και σ ‘αυτούς; Πήρα τα κομμάτια μου αγκαλιά και δρόμο.
Βρήκα δουλειά σε μια βιοτεχνία που έφτιαχνε μανταλάκια. Κατάλαβα πως είμαι έγκυος. Το χάλασα. Δεν τον ήθελα τον σπόρο του. Δεν ξαναπαντρεύτηκα.
Ούτε έβαλα στην αγκαλιά μου άλλον άντρα. Δεν θέλησα ποτέ να μάθω τι έγινε πίσω μου, σαν έφυγα.
Κι από που άλλωστε να μάθω; Προσπάθησα να το ξεχάσω. Δεν ξεχνιέται…Ούτε τον άντρα μου ξέχασα. Ήθελα να είναι καλά. Τώρα πόσο καλά ήταν δεν ξέρω. Οι γονείς πεθάνανε με τον καημό μου.
Έναν αδερφό που είχα, με βρήκε έπειτα από σαράντα χρόνια. Μ’ έψαχνε. Με ρώτησε να μάθει γιατί έφυγα.
Δεν το είπα. Δεν τον άφησα να μου πει τι απέγινε σαν έφυγα. Τι να του πεις; ‘Ενας βιασμός από τον κουνιάδο, μια φυγή από τον άντρα μου, και μια ζωή άδεια.
Πως να τα περιγράψεις; Και τι σημασία έχει; Όλα μέσα σου νεκρά. Γιατί να θες να τα ζωντανέψεις διηγώντας τα; Άστα να μένουν θαμμένα.
Μου πήρε χρόνια να τα κάνω να μην μιλάνε. Να μην με κυνηγάνε.. Τώρα θα τα σκαλίσω; Όχι.
Δεν του είπα τίποτα. Ούτε χάρηκα που τον είδα. Έφυγε. Είπε πως θα ξανάρθει. Σήκωσα τις πλάτες μου αδιάφορα.
Πέρασε μήνας, και μια μέρα έξω από την δουλειά μου, την ώρα που σχόλαγα, ένας σκελετωμένος άντρας με φώναξε.
Γύρισα. Θα τον γνώριζα, όσα χρόνια και να περνούσαν.
Ήταν ο άντρας μου. Γιατί; Με ρώτησε. Γιατί δεν μου το είπες; Του το είχε πει η μάνα του πριν πεθάνει. Ήθελε συγχώρεση. Ήθελε να πάει με καθαρή ψυχή στον άλλο κόσμο.
Γιατί κορίτσι μου; Γιατί δεν μου το είπες. Ούτε και τώρα είχα να του πω κάτι. Πόνεσα πολύ έτσι που τον είδα.
Ήταν και το μόνο κομμάτι ζωντανό. Ο πόνος μου για κείνον. Σε έψαχνα όλα αυτά τα χρόνια. Συγνώμη που δεν τα κατάφερα να σε βρω νωρίτερα. Να σου κλείσω τις πληγές σου. Εγώ, ήμουν υπεύθυνος γι’ αυτές.
Που δεν σε πήρα να φύγουμε από κει μέσα. Δεν θα με συγχωρήσω ποτέ γι’ αυτό. Συγνώμη. Συγνώμη. Έκλαιγε σαν μωρό παιδί. Κάπου τον βρήκαν μαχαιρωμένο μου είπε.
Κάποιος άλλος το έκανε. Άπλωσε το χέρι του, κι έπιασε το δικό μου. Πάμε μου είπε.
Έπειτα από εφτά μήνες βγήκα στην σύνταξη. Δεν είχε φύγει από το πλευρό μου, όλο αυτό το διάστημα. Θέλεις να γυρίσουμε πίσω στο χωριό; Του είπα όχι.
Δεν γυρίσαμε. Μείναμε στην πόλη. Είχα το σπίτι μου. Όλα αυτά τα χρόνια, όλα τα λεφτά μου εκεί τα έδωσα. Να έχω ένα σπίτι, να μιλάω στα ντουβάρια. Αυτά δεν με ρώτησαν ποτέ τίποτα.
Μόνο σαν ήθελα εγώ τους μίλαγα,και μ’ άκουγαν.
Πρέπει να γυρίσω πίσω μου είπε, για κάποια θέματα. Θα γυρίσω σύντομα. Θα έρθω και’ γω του είπα.
Όλα ασάλευτα μέσα μου. Νεκρά. Πήγα στην αποθήκη. Έκλεισα τα μάτια μου. Τον είδα να μου σκίζει τα ρούχα. Τον είδα να μου κλείνει το στόμα. Ούρλιαξα. Αυτή την φορά δεν μου το έκλεισε.
Έπεσα στα γόνατα. Η ψυχή μου σπάραζε.
Τα δάκρυά μου ποταμός. Ένιωσα τα κομμάτια μου να μαζεύονται ένα ένα και να κολλάνε.
Άνοιξα τα μάτια μου. Εδώ είμαι μου είπε. Εδώ, και μου σκούπιζε τα δάκρυα όπως και τότε στο περιβόλι.
Θέλω να πάω στον τάφο της του είπα. Είμαι εκεί και την ρωτάω γιατί; Ένιωσα μια ανατριχίλα σ’ όλο μου το κορμί.
Δυο χέρια με σφίξανε κι άκουσα την φωνή της. Συγνώμη μου είπε. Συγνώμη. Η ανατριχίλα εκεί. Δεν έφευγε.
Όπως και κείνη. Έκλαψα. Μου σκούπισε με τα χέρια της τα μάτια. Της άναψα το καντήλι. Η ανατριχίλα είχε φύγει. Πήρε μαζί της, κι όλα μου τα αρνητικά. Λυτρώθηκα.
Η συγχώρεση ήταν αναγέννηση. Είμαι με τον άντρα μου, ήρεμη. Και κείνος το ίδιο. Ήρεμος στο πλάι μου.
Τον αγάπαγα τον άντρα μου. Και κείνος το ίδιο.
Μ’ αγάπαγε!
Ελευθερία Λάππα