— Καλά όλα τ’ άλλα, μα που θα βρίσκω νερό σε τούτο τον ξερότοπο;

mike
By
277 Views
2 Min Read

Ο ΑΒΒΑΣ Μωϋσής κάποτε αποφάσισε να κατοικήση σε μια απρόσιτη σπηλιά, στη ρίζα μιας απότομης προεξοχής του βουνού. Ανέβαινε και συλλογιζόταν:

— Καλά όλα τ’ άλλα, μα που θα βρίσκω νερό σε τούτο τον ξερότοπο;
Τό λεγε και το ξανάλεγε κι άρχισε να κλονίζεται. Τότε άκουσε φωνή να του λέγη:

— Προχώρει αμέριμνος και άφησε αυτή τη φροντίδα σε μένα.
Πήρε θάρρος κι έκανε κατοικία του το σπήλαιο. Ύστερα από λίγο καιρό πήγαν να τον ιδούν δύο συνασκηταί του από τη σκήτη.

Δεν του βρισκόταν παρά ένα μικρό σταμνί νερό που το ξόδεψε να βράση λίγες φακές για να τους φιλοξενήση. Άρχισε τότε να στενοχωριέται και με φανερή αδημονία έμπαινε κι έβγαινε στο σπήλαιο και παρακαλούσε τον Θεό για νερό.
Ξαφνικά εκεί που δεν το περίμενε κανείς, ένα σύννεφο παρασυρμένο από τον άνεμο πήγε κι εστάθηκε πάνω από τη σπηλιά κι έρριξε τόση βροχή, όση χρειάστηκε να γεμίση όλα του τα σταμνιά ο Μωϋσής.

Οι Γέροντες, που δεν τους διέφυγε η αδημονία του, τον ρώτησαν ύστερα από το φαγητό:
— Τι είχες πάθει το πρωί και πηγαινοερχόσουν με τόση ανησυχία;

— Έκανα δικαστήριο με τον Θεόν, αποκρίθηκε με αφέλεια ο Αιθίοψ. Του υπενθύμιζα πως είχε αναλάβει τη φροντίδα μου και έπρεπε οπωσδήποτε να μου έβρισκε νερό να πιούν οι δούλοι Του. Και να που ο Αγαθός Δεσπότης αναγκάστηκε να στείλη.

π.Τέρτιος Κωνσταντόπουλος

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση