Εκεί είχε χτίσει το σπίτι τους ο Μιχάλης, ο άντρα της. Στην άκρη από τα βράχια, κοντά στην θάλασσα. Εκεί μεγαλώσανε τα παιδιά της. Πάνω στο κύμα.
Πότε να σκαρφαλώνουν στα αλμυρίκια, και πότε στα βράχια, κι η Μιχάλαινα να μη μπορεί να τα μαζέψει, ούτε για φαγητό.
Λες και χόρταιναν με την αλμύρα της θάλασσας.
Το πρόσωπό της σκαμμένο σαν τον βράχο που τον χτυπάει το κύμα, γεμάτο ρυτίδες.
Το κεφαλομάντηλο, μονίμως πεσμένο στους ώμους της, και τα μαλλιά της ξεθωριασμένα από τον ήλιο, τα μισά μπρος, και τ’ άλλα μισά πίσω.
Μόνο σαν έμπαινε στη θάλασσα, τράβαγε το μαντήλι της, και τα’ πιανε όλα μαζί, κάνοντας ένα σφιχτό κόμπο τριγύρω τους, και τα’ ριχνε όλα πίσω.
Σαν την βλέπανε τα παιδιά της να’ χει το μαντήλι ζωσμένο στα μαλλιά, ξέρανε πως θα αρπάξει την βάρκα και θ’ ανοιχτεί στο πέλαγος.
Ετούτο το άνοιγμα, το’ κανε μαζί με τον άντρα της. Μα σαν εκείνος εξαφανίστηκε μια μέρα, εκείνη συνέχισε να το κάνει μόνη της.
Όταν ήθελε να ανοιχτεί στο πέλαγος, κανείς δεν μπορούσε να την κάνει ζάφτι.
Τα παιδιά της, τα έμαθε να κολυμπάνε παίρνοντάς τα μαζί της, όταν μεγαλώσανε λιγάκι και τα πετούσε από την βάρκα στην θάλασσα. Έτσι μάθανε κολύμπι.
Στα ανοιχτά της. Τα μάτια της γκριζογάλανα. Μα σαν ανοιγότανε με την βάρκα της στο πέλαγος, γινότανε σκούρα μπλε. Παίρνανε το χρώμα του. Κι όταν η θάλασσα θα αγρίευε η Μιχάλαινα το’ νιωθε. Είχε ένα δέσιμο μαζί της.
Είχαν βαθιές ψυχές κι οι δυο τους, μόνο που η δική της η ψυχή, μέρωνε σαν αγρίευε της θάλασσας.
Και σαν μέρωνε η θάλασσα, αγρίευε εκείνη, κι άρπαζε την βάρκα κι εξαφανιζότανε. Αν νυχτώσει, να πέσετε να κοιμηθείτε. Μη σας βρω να με καρτεράτε έλεγε στα παιδιά της, και’ γω θα’ ρθω.
Ακούτε; Να πέσετε για ύπνο.
Κάποιες φορές, ξυπνάγανε το πρωί, και κείνη δεν είχε φανεί. Με την τσίμπλα στα μάτια, αγναντεύανε μπας και δούνε την βάρκα να’ ρχετε. Κι όταν την βλέπανε τρέχανε να πλυθούνε. Της ετοιμάζανε και τον καφέ σαν ζύγωνε στην ακτή.
Βοηθάτε τους φώναζε. Άντε.
Άντε να κατεβάσουμε τα καλάθια. Έτσι μέρωνε την ψυχή της. Στα ανοιχτά. Να γεμίζει τα καλάθια ψάρια. Να κρατήσει τα καλύτερα, να δώσει και στην μάνα του εξαφανισμένου, και τ’ άλλα να τα πουλήσει.
Από την θάλασσα ζούσε. Η θάλασσα την τάιζε αυτή και τα παιδιά της. Είχαν την ίδια αγάπη με τον άντρα της.
Η αγάπη τους για κείνη, φάνταζε να είναι πιο πάνω από την δική τους, Έτσι φάνταζε.
Λες και πιότερο αγαπούσαν την θάλασσα, παρά ο ένας τον άλλο. Εκείνη βουνίσια. Γέννημα θρέμμα. Ανέβαινε στην κορυφή του βουνού, κι αγνάντευε την θάλασσα που απλωνότανε στο βάθος κι ονειρευότανε πως θα ήταν από κοντά.
Η μάνα της την μάλωνε, και την φοβέριζε. Θα πω στον πατέρα σου πως χάνεσαι στις κορφές και χαζεύεις τα σκούρα νερά, της έλεγε. Πες του ό,τι θέλεις.
Εγώ μια φορά, θα φύγω να το ξέρεις. Θα πάω να την συναντήσω της έλεγε. Κι έφυγε. Έφυγε όταν ήρθε μια παρέα θαλασσινή στα μέρη τους για κυνήγι. Ξεμείναν στο σπίτι τους, φίλοι του πατέρα της.
Ο ένας είχε και τον γιο του μαζί, και κείνη τον πλησίασε και του είπε, πάρτε με και μένα μαζί σας. Αυτός της είπε, μόνο αν σε παντρευτώ και γέλασε. Ναι είπε. Ναι.
Την γύρεψε εκείνο το βράδυ από τον πατέρα της, δώσανε λόγο και σε δυο μήνες βρέθηκε να ζει με την πεθερά της, κοντά στα σκούρα νερά. Κοντά σε κείνο που ποθούσε.
Ψαράς ο άντρας της, και κοντά του έμαθε όλα τα μυστικά του ψαρέματος. Με την κοιλιά στο στόμα, πήδαγε στη βάρκα, και πήγαινε μαζί του.
Η πεθερά της την θαύμαζε για το θάρρος που εκείνη δεν είχε, κι ας γεννήθηκε δίπλα στο κύμα. Στη βάρκα θα το κάνεις το παιδί, της φώναζε και γελούσε.
Και στη βάρκα το’ κανε το πρώτο της. Στα ανοιχτά του πελάγους. Πήδηξε μέσα μια μέρα, άρπαξε το κουπί κι ύστερα από μια ώρα την πιάσανε οι πόνοι της γέννας. Πάμε να γυρίσουμε της είπε ο άντρας της. Όχι είπε. Όχι.
Θα το γεννήσω στο πέλαγος. Κι αν είναι κορίτσι, Πελαγία θα την πούμε. Και την γέννησε την Πελαγία της, καταμεσής της θάλασσας. Το δεύτερο το’ κανε στην στεριά.
Αγόρι ήταν και το είπανε Αυγερινό, γιατί είδε το φως της ζωής, την αυγή. Ίσα ίσα που είχε χαράξει.
Όταν την έφερε νύφη στο ψαροχώρι του, την πήρε μια μέρα από το χέρι, και την πήγε κοντά στα βράχια.
Εδώ θα χτίσουμε το σπίτι μας της είπε. Εδώ. Να σου θυμίζουν τα βράχια τον τόπο σου.
Ό,τι θέλεις εσύ του είπε. Εμένα μου φτάνει που είμαι κοντά στα νερά της. Μου φτάνει που γεύομαι την αλμύρα της. Και μένα μου φτάνει της είπε, όταν αυτή στέκεται στα χείλια σου.
Μου φτάνει σαν το φιλί σου, έχει την γεύση της.
Μια χάρη μόνο θα σου ζητήσω. Να αφήσεις τα μαλλιά σου να μακρύνουν. Να φτάσουν ως την μέση σου.
Να κυματίζουν σαν περπατάς κατά μήκος της, σαν και κείνη και του το έκανε το χατίρι.
Δεν τα έκοψε. Κι αυτά μακρύναν και φτάσανε μέχρι την μέση της, και τα είχε πάντα λυτά. Μόνο σαν έμπαινε στην βάρκα τα’ δενε.
Μόνο τότε.
Το σπίτι τους ήταν απλό. Απλό σαν και κείνους. Απλοί κι οι δυο τους, με βαθύ κι ανήσυχο βλέμμα, που ησύχαζε για λίγο σαν το στρέφανε προς το πέλαγος.
Τον γάμο τους, δεν τον είχαν πάρει στα σοβαρά, σε αντίθεση με ό,τι ξεστόμιζαν ο ένας στον άλλο.
Λιγομίλητοι κι αυτός, κι αυτή, μετρούσαν κάθε λέξη που θα έβγαινε από το στόμα τους. Είχαν το ίδιο προτέρημα, κι ελάττωμα μαζί. Να μην λένε κουβέντες που δεν έχουν σεβασμό μέσα τους, και να μην τις συγχωρούν σαν τις ξεστομίζανε. Μ’ αυτό τον τρόπο, χτίσανε μια σχέση αξιοζήλευτη.
Όρθια με τα χέρια στη μέση της, και τα μαλλιά λυμένα, αγναντεύει τα βαθιά, και της μιλάει. Που τον πήγες; Που τον πήγες της λέει, κι είναι σαν να τον βλέπει όρθιο στην βάρκα, με τα μεγάλα κουπιά να χαϊδεύει τα νερά και να ξεμακραίνει.
Σαν έκανε και κείνη να ανέβει, την σταμάτησε λέγοντας, μόνος μου θα πάω. Μόνος μου, κι έφυγε. Ο Αυγερινός τους, ήταν δυο χρονών τότε. Ούτε που τον θυμάται.
Κι Πελαγία τους, εφτά. Έχει εικόνες από κείνον. Έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Που πήγε; Ζει; Πέθανε; Κανείς δεν ξέρει.
Που τον πήγες την ρωτάει;
Κι η θάλασσα δεν της απαντάει, μόνο στέλνει ένα κύμα και κουλουριάζεται στα γυμνά πόδια της.
Εκείνη σκύβει και το αγγίζει, και νιώθει πως αγγίζει το σώμα του. Στο ίδιο σημείο, που στέκεται όρθια, όλο το βράδυ, πριν χαθεί, τα κορμιά τους παλεύανε στην μάχη του έρωτα.
Όλη την νύχτα, την είχε αγκαλιά.
Λες και δεν θα την ξανάβλεπε. Ξαποσταίναν για λίγο τα κορμιά τους, και ξαναρίχνονταν στην μάχη. Έτσι τους βρήκε το ξημέρωμα.
Με τα κορμιά γυμνά, και τις ψυχές τους μεθυσμένες από την ένωση.
Ο ήλιος πρόβαλε από τα βράχια, κι έπεσε πάνω στα μαλλιά της, που ήταν γεμάτα άμμο. Σηκώθηκε, έκανε μια βουτιά μαζί με κείνον, κι ύστερα πήγε να φτιάξει τον καφέ τους.
Όταν γύρισε τον βρήκε στην βάρκα έτοιμο να φύγει. Θα’ ρθω και’ γω είπε. Αυτός άπλωσε το χέρι, πήρε τον καφέ, τον ήπιε με δυο ρουφηξιές, της έστρωσε τα ανάκατα μαλλιά της μ’ ενα χάδι, κι έφυγε. Θα πάω μόνος μου είπε.
Και κείνη τον περιμένει δώδεκα χρόνια τώρα.
Τα παιδιά της μεγάλωσαν, κι έφυγαν από το ψαροχώρι. Ζούνε σε πόλη. Δεν θέλει να πάει μαζί τους. Η πεθερά της έφυγε μετά τον πεθερό της, ο οποίος όργωσε όλες τις ακτές μήπως τον βρει πουθενά. Μήπως τον ξέρασε η θάλασσα.
Μα τίποτα. Τίποτα. Μόνο αυτή είναι εκεί και τον περιμένει. Κι όταν ένιωθε πως ερχότανε φουρτούνα, ανέβαινε στα βράχια, κι αγνάντευε. Ήταν η ώρα της.
Σαν αγρίευε η θάλασσα, μέρευε κείνη. Και σαν μέρευε, αγρίευε αυτή. Κι έπαιρνε την βάρκα της κι ανοιγόταν στο πέλαγος. Κι όλο την ρωτούσε. Που τον πήγες;
Έτσι πέρασε τα χρόνια της η Μιχάλαινα. Να τον καρτερεί. Στην πόλη, στα παιδιά της δεν πήγαινε. Ήξερε όμως πως τα καλοκαίρια τους, τα περνούσανε μαζί.
Με τα εγγόνια της περνούσε ατελείωτες ώρες, και τους μιλούσε για τον παππού τους. Κάθε φορά που τους έλεγε ιστορίες, τις ξαναζούσε. Τις ζούσε τόσο, που γυρνούσε το κεφάλι της, σαν να ήταν δίπλα της, και τον ρωτούσε.
Τι λες και συ Μιχάλη;
Μ’ απάντηση δεν έπαιρνε. Όπως όταν ρωτούσε την θάλασσα.
Πολλές ήταν οι φορές που έπιασε στα χέρια της το ψαλίδι να κόψει τα μαλλιά της.
Μα σαν το’ φερνε κοντά τους, σαν το άνοιγε με τα δάχτυλά της να μπει η τούφα μέσα και να την κόψει, την φωνή του άκουγε να της λέει να τα αφήσει να μακρύνουν.
Και τότε πετούσε το ψαλίδι. Δεν τα έκοβε. Νόμιζε πως αν τα κόψει, θα κοπεί κι η πίστη της, που της έκανε παρέα και της έλεγε πως θα γυρίσει.
Και κείνη τον περιμένει χρόνια τώρα. Η μάνα του, τον έκλαψε. Τον έκλαψε και τον έθαψε.
Αυτή όχι. Αυτή πιστεύει πως θα γυρίσει. Πιστεύει πως δεν την εγκατέλειψε. Πιστεύει πως η θάλασσα, της τον πέταξε σε βράχια, πως χτύπησε κι έχασε την μνήμη του.
Δεν γίνεται να είναι καλά και να τους ξέχασε. Δεν γίνεται. Δεν θέλει να πιστέψει πως δεν θα τον ξαναδεί.
Τα χρόνια πέρασαν, κι άλλαξαν πολλά πράγματα στον τόπο τους.
Αυτό που δεν άλλαξε, ήταν αυτή κι η ελπίδα της.
Δίπλα από το σπίτι τους, ορθώθηκε ένα ξενοδοχείο. Δεν πουλάω τους είπε όταν ήρθαν να αγοράσουν την γύρω περιοχή.
Εγώ δεν πουλάω. Ούτε τους επέτρεψε να σουλουπώσουν λίγο το σπίτι της. Να δέσει κάπως με τα χρώματα του κτιρίου τους.
Όχι τους ξανάπε. Εγώ το θέλω έτσι.
Ξεβαμμένο σαν τα μαλλιά μου. Σαν εκείνα τα μαλλιά που οι τουρίστες βλέπανε να κυματίζουν καθώς στεκόταν με τα χέρια της στην μέση, και τις πατούσες της γυμνές, κι αγνάντευε το πέλαγος.
Σαν εκείνα τα μαλλιά που είχαν ασπρίσει προσμένοντας. Κρατούσαν τις φωτογραφικές τους μηχανές και την βγάζανε φωτογραφία, λες κι η ζωή της, χώραγε μέσα της.
Η αγάπη τους φάνταζε μικρότερη από κείνη που είχαν για την θάλασσα. Φάνταζε. Μα δεν ήταν έτσι.
Αυτοί ήταν δεμένοι με τα σχοινιά του πελάγους. Οι ψυχές τους είχαν το βάθος του, και επικοινωνούσανε σε όλο του το πλάτος.
Έτσι και κείνο το βράδυ.
Εκείνο το βράδυ που ήταν το φεγγάρι στην λίγωσή του, κι άκουσε την φωνή του. Έρχομαι της φώναξε. Έρχομαι.
Σηκώθηκε πάνω, και άνοιξε τα μάτια της.
Μπα, είπε. Όνειρο είναι, κι έκανε να ξαπλώσει. Έρχομαι της είπε ξανά. Έρχομαι. Δίνει μια και βγαίνει έξω αναμαλλιασμένη από τον ύπνο και κοιτούσε δεξιά κι αριστερά.
Τίποτα. Ησυχία παντού. Μόνο κάνα δυο φώτα αναμμένα στο ξενοδοχείο. Τίποτα άλλο. Κοίταξε τον ουρανό να δει την θέση των αστεριών. Όπου να’ ναι θα ξημερώσει σκέφτηκε, και σένα σου σάλεψε καημένη Μιχάλαινα.
Μπήκε μέσα, έψησε ένα καφέ, και πήγε να τον πιει πάνω στα βράχια, κοιτώντας το πέλαγος. Άρχισε να ξημερώνει.
Κάποια στιγμή στο βάθος είδε μια βάρκα, να’ ρχετε κατά την μεριά τους στην ακτή.
Κατέβηκε από τα βράχια και πλησίασε στην βάρκα. Ήταν ο Μιχάλης της. Ασπρισμένα τα μαλλιά του, σαν και τα δικά της.
Σκαμμένα τα μαγουλά του, σαν και τα δικά της.
Γεμάτος ρυτίδες, όπως και κείνη. Με την ίδια ανησυχία στο βλέμμα του, όπως κι αυτή.
Του άπλωσε το χέρι της, να τον βοηθήσει να κατεβεί από την βάρκα. Δεν μίλησαν. Δεν είπαν τίποτα. Ενώσανε τα χείλια τους, σε ένα φιλί.
Ο Μιχάλης σκέφτηκε πως ακόμα το φιλί της έχει αλμύρα, και κείνη του είπε τρυφερά, πως ακόμα την φιλάει με πάθος. Την κοίταξε, της χάιδεψε τα μαλλιά της να τα στρώσει, και χαμογέλασε.
Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να μιλήσει. Την μνήμη του την ξαναβρήκε μετά το χτύπημα που είχε κείνο το βράδυ που έφυγε.
Την φωνή του όμως όχι.
Μα ποιος δίνει σημασία σ’ αυτά; Οι ψυχές έχουν τον δικό τους τρόπο να επικοινωνούνε. Κι αυτοί τον είχαν αυτόν τον τρόπο.
Στην λίγωσή του ήταν και τότε το φεγγάρι που έφυγε.
Στην λίγωσή του που ξαναγύρισε.
Μα η αγκαλιά τους θα έχει πανσέληνο! Έτσι κι αλλιώς αυτοί λιγομίλητοι ήταν. Κι όταν ανοίγονταν στο πέλαγος οι δυο τους, οι
ψυχές γινόταν τρεις. Οι δικές τους, και της θάλασσας. Ανταμώνανε στον βυθό και δενότανε με κείνα τα σχοινιά του πελάγους…
Ψηλόλιγνη ήταν η Μιχάλαινα. Ξερακιανή. Σαν σκλέντζα,με σκληρά χαρακτηριστικά. Όπως τα βράχια.
Ελευθερία Λάππα
Ομφαλός της γης ΙΙ