Όταν πέθανε η μητέρα και το σπίτι μας σκόρπισε σαν από ξαφνικό άνεμο, η ριπή του πήρε και την αδερφή μακριά.

mike
By
2 Views
11 Min Read

 Την κλείσανε σ’ ένα σκολειό στην πόλη. Ήτανε δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου, κι ο παππούς κι η γιαγιά δεν μπορούσανε να την πάρουν, όπως εμένα στην έρημη εξοχή που ζούσαν. Έτσι μαζί με τη θολή θύμηση της μητέρας μου έμεινε και το όνειρο μιας αδερφής, τόσο θολό κι αυτό, όπως μπορούσε να μείνει στο νου ενός παιδιού τριών ή τέσσερων χρονών.

Και θα έσβηνε ολότελα, αν το όνομά της δε ζούσε πάντα στο σπίτι, αν η γιαγιά δεν έδινε του μικρού αδερφού τα φιλιά που του έστελνε ξεχωριστά σε κάθε γράμμα της, κι αν πάντα την πρωτοχρονιά δεν έφτανε κάτι εξεπίτηδες γι’ αυτόν. Θυμούμαι ακόμα τη χαρά που είχα μ’ ένα μικρό αλογάκι, που κουρδιζόταν κι έτρεχε γοργά στο πάτωμα. Μια μέρα όμως το πήρα να το δείξω ενός χωριατόπουλου, που ερχότανε και παίζαμε έξω στην αυλή. Δεν μπορούσε να κυλήσει καταγής στα χόρτα, κι έτσι πήγα και το έβαλα να τρέξει απάνω στη στενή σανίδα που είχε για γεφύρι το ποταμάκι, που περνούσε μέσα στις ιτιές και στα καλάμια στην άκρη του περιβολιού. Δε στοχάστηκα πως μπορούσε να λοξέψει και να πέσει στο νερό. Όταν το βγάλαμε και το έφερα στο σπίτι, δεν κυλούσε πια. Βράχηκε μέσα η μηχανή του κι έπειτα σκούριασε κι έμενε ακούνητο, πεταμένο σε μιαν άκρη. Όταν το έμαθε η αδερφή, έγραψε πως θα φέρει άλλο το καλοκαίρι εκείνο, που θα ερχότανε. Ξεμπέρδευε με το σκολειό και την περιμέναμε όλοι με χαρά.

Και να ένα δειλινό την έβγαλε το αμάξι στην αυλόπορτα μαζί με τον παππού, που πήγε και την πήρε κάτω στο σκάλωμα, όπου πιάναν τα βαπόρια. Όταν άκουσα τον κρότο, έτρεξα και γω, μα όταν είδα την αδερφή που πήδησε από το αμάξι, έχασα μεμιάς όλο το θάρρος μου και γύρεψα να κρυφτώ πίσω από το φουστάνι, της γιαγιάς. Μ’ έπιασε ξαφνική ντροπή για την παλιά, τη λερωμένη φορεσιά μου και τα χέρια μου τα μαυρισμένα από τον ήλιο και τα χώματα. Το όμορφο καπέλο της αδερφής με τα κόκκινα τριαντάφυλλα και με το βέλο, το φανταχτερό της φόρεμα και τ’ άσπρα τα σκαρπίνια με το ψηλό τακούνι με ξαφνίσανε. Συνηθισμένος με τη μαυροφόρα τη γιαγιά και τις χωριάτισσες που έβλεπα μόνο εκεί στην ερημιά, δε φανταζόμουνα ποτέ την αδερφή έτσι σαν κυρία, όμοια με τις ζωγραφιές που ξεκολλούσαν από τα τσίτια και μου δίναν οι γυρολόγοι, σα σταματούσαν έξω στην αυλόπορτα και ψούνιζε η γιαγιά.

Έπρεπε πριν ακόμα ησυχάσει καλά καλά η αδερφή, να πάει να βγάλει από το μπαούλο της και να μου δώσει το παιγνίδι που περίμενα, για να ξεθαρρέψω και να καθίσω μερικές στιγμές στα γόνατά της. Το παιγνίδι όμως δεν ήταν το αλογάκι που περίμενα. Ήτανε μια μικρή ξύλινη βαρκούλα με λευκό πανί.
«Αυτή δεν έχει φόβο να σκουριάσει», είπε η αδερφή και με άφησε να πάω να τη δοκιμάσω κάτω στο νερό του ποταμιού.

Την άλλη μέρα που με πήρε η ίδια από το χέρι και πήγαμε μαζί να ρίξουμε τη βάρκα, δεν ήταν πια η χτεσινή κυρία. Φορούσε τσίτινο κοντό φουστάνι, είχε ριγμένη μια πλατιά μαντίλα στα μαλλιά και μπήκε στο νερό κι αυτή και κυνηγούσαμε μαζί τη βάρκα, που το ρέμα ήθελε να την τραβήξει προς τον καταρράχτη που βούιζε απόβαθα πίσω από τις ιτιές. Εκεί στην άκρη του περιβολιού ήταν ήσυχο και ρηχό το ποταμάκι. Σερνότανε σουφρώνοντας και μουρμουρίζοντας απάνω στα γυαλιστερά χαλίκια κι απλωνόνανε τρεμόλαμπο και λαγαρό μέσα στα θερισμένα κίτρινα χωράφια.

Εκεί ερχόμαστε κάθε πρωί και ρίχναμε τη βάρκα. Και για ν’ ασφαλιστούμε καλύτερα να μη μας φύγει, πλέκαμε μια δέση με κλαδιά και με χαλίκια παραπέρα εκεί που το ρέμα στένευε, και καθισμένοι στην άκρη του νερού απολνούσαμε τη βάρκα και την κοιτάζαμε να τρέχει τρεκλιστά, πότε ίσια, πότε λοξεύοντας, όπως την έσερνε το ρέμα, όσο που γύριζε και χανότανε μαζί με το ποτάμι πίσω από τα καλάμια.
«Πάει, έστριψε στον κόρφο», έλεγε κάθε φορά η αδερφή.

Πηγαίναμε, την παίρναμε και ξαναρχινούσε το παιγνίδι. Ξαναρμένιζε πάλι η βάρκα και χανόταν πάλι πίσω απ’ τα καλάμια κι η αδερφή μου εξηγούσε τι είναι κόρφος και μου μιλούσε για τη θάλασσα, που δεν τη θυμόμουν ούτε σαν όνειρο από τον καιρό που καθόμαστε στην πόλη. Πώς φανταζόμουνα τη θάλασσα, δε μου μένει πια στο νου. Θυμούμαι μόνο πως το ποταμάκι ανοιγότανε μπροστά μου σαν κατιτίς απέραντο, κι η βάρκα με το λευκό πανί μεγάλωνε σε τρόπο που να χωρεί και μένα και την αδερφή, και την έβλεπα να μας παίρνει μέσα και τους δυο και να κυλά και να χάνεται μαζί με μας σε μακρινό, άγνωρο, όμορφο ταξίδι.

Έπειτα ήρθε ο πατέρας ξαφνικά ένα βράδυ και την άλλη μέρα πήρε μαζί την αδερφή. Έκλαιγα, όμως δεν ήθελα να πάω και γω, γιατί φοβόμουν τον πατέρα. Πολύ σπάνια τον έβλεπα και δεν άκουγα στο σπίτι πολλά καλά γι’ αυτόν. Και μια φορά που πήγε ο παππούς στην πόλη να δει την αδερφή, δε θέλησα να πάω μαζί κι ας πιθυμούσα και γω να δω την αδερφή και να δω κιόλα και τη θάλασσα. Έπειτα ήρθε πάλι ξαφνικά ο πατέρας ένα βράδυ και μαλώσανε με τον παππού. Και για καιρό δεν ξαναείδαμε ούτε κείνον ούτε την αδερφή.

Ύστερα όμως ξαναβρέθηκε μια μέρα η αδερφή στο σπίτι. Πότε ήρθε, πώς και ποιος την έφερε, δεν το ένιωσα ή δεν το θυμούμαι. Θυμούμαι μόνο τη θλίψη και τη σιωπή που έφερε μαζί της. Κάτι χειρότερο, κάτι πιο ανήσυχο από σιωπή: ένα αδιάκοπο, ατέλειωτο κρυφοψιθύρισμα. Κρυφοψιθύρισμα μέσα στην κάμαρα της αδερφής, όταν έμενε μόνη της με τη γιαγιά· κρυφοψιθύρισμα της γιαγιάς με τον παππού παντού όπου βρισκόντανε κι αυτοί μονάχοι. Άμα βλέπανε μπροστά τους άλλον, παύανε, και ξαναέπεφτε η σιωπή πιο πνιγερή. Τα μάτια της γιαγιάς ήτανε σκοτεινά και δακρυσμένα κάποτε, ο παππούς σεργιανούσε αδιάκοπα πέρα δώθε στο μακρύ χαγιάτι και ζάρωνε τα φρύδια, όπως το συνηθούσε, και κάπνιζε και μιλούσε μοναχός.

Η γιαγιά έλεγε πως η αδερφή ήταν άρρωστη, πως κρύωσε στο δρόμο. Μα δε φέραν το γιατρό ούτε τότε ούτε ύστερα. Η γιαγιά καθότανε κοντά της και της χάδευε το χέρι και τα μαλλιά, μα ο παππούς δεν έμπαινε ποτέ στην κάμαρα της αδερφής. Κι η αδερφή πάλι δεν έβγαινε ποτέ αποκεί. Κλεισμένη μέσα κι όσο ο χειμώνας σκοτείνιαζε το περιβόλι και την εξοχή, κλεισμένη μέσα κι άμα με την άνοιξη φούντωσε η αυλή μας, γέμισε ήλιο η λαγκαδιά και λιώσαν στα βουνά τα χιόνια. Δε θέλησε να ‘ρθεί ούτε μια φορά να ρίξουμε τη βάρκα στο ποταμάκι που ξεθόλωσε και ρήχηνε, και καθώς ζέστανε ο καιρός μπορούσα πάλι να βουτώ μες στο νερό. Η αδερφή καθόταν πάντα γερμένη σ’ έναν καναπέ, σκυφτή στο κέντημά της, χλομή κι αγέλαστη, αδύνατη και σιωπηλή. Μ’ έπαιρνε κοντά της και με κοίταζε στα μάτια δίχως να μιλεί. Μόνο μια μέρα, καθώς ακουμπούσε στο παράθυρο και κοίταζε μέσα στο ανοιγμένο τζάμι, όπου καθρεφτιζόταν η αυλή κι οι ράχες πέρα, μου είπε ξαφνικά:
«Δες τι όμορφα που είναι δω μέσα».

Έσκυψα στον ώμο της και κοίταξα καλύτερα. Το πηγάδι με τις ροδοδάφνες ένα γύρο φαινότανε μπροστά μπροστά, πίσω μαύριζε ψηλόλιγνο ένα κυπαρίσσι, έπειτα πρασινίζανε τα δέντρα του περιβολιού κι από πίσω τους έλαμπε στο βάθος μια στενή λουρίδα από το ποταμάκι. Πολλές φορές είχα δει καθρεφτισμένη εκεί στο τζάμι την εικόνα αυτή της λαγκαδιάς· όμως την ώρα εκείνη, καθώς έγερνα στην αδερφή κι είχα μπροστά μου το αδυνατισμένο πρόσωπό της με τα βαθουλά τα μάτια, μου φάνηκε πως την εικόνα που δειχνότανε στο τζάμι την έβλεπα και γω με τα θλιμμένα μάτια της αδερφής. Κι έμενα αμίλητος και κοίταζα εκεί μέσα και θυμούμαι πως το γνώριμο αυτό μέρος —όπως καθρεφτιζότανε σκουρότερο, όπως το φωτούσε κει θαμπότερα, πνιγμένα ο ήλιος, και τ’ άνθη από τις ροδοδάφνες κοκκινίζανε σπαρτά σα φλόγες— μου φάνταξε άξαφνα σαν κόσμος άγνωστος και νέος, παράξενος και μαγικός.
«Μόνο εδώ μέσα είν’ όμορφος ο κόσμος», ξαναείπε η αδερφή.

Ήταν τα τελευταία της λόγια που άκουσα.
Έπειτα από λίγες μέρες το σπίτι βρέθηκε στο πόδι ένα πρωί. Η γιαγιά που μπήκε στην κάμαρα, δε βρήκε κει την αδερφή. Τη γυρέψανε παντού, όσο που τη βγάλανε νεκρή απ’ το ποταμάκι, κάτω εκεί στον καταρράχτη πίσω από τις ιτιές όπου μας έσερνε το ρέμα τη βαρκούλα. Τη φέρανε στο σπίτι σκεπασμένη. Είδα μόνο τα μαλλιά της που στάζανε νερό και τις άκρες από τα γυμνά της πόδια.

Η σιωπή ξαναβασίλεψε στο σπίτι. Δε λύθηκε ούτε όταν την άλλη μέρα ήρθε ο πατέρας και θάψανε την αδερφή, ούτε ύστερα όσο έζησε η γιαγιά.
Κι ο πατέρας, όταν πήγα έπειτα μαζί του, δε μελέτησε ποτέ το όνομα της αδερφής. Μια φωτογραφία της από τον καιρό που ήταν στο σκολειό στην πόλη, έστεκε στο κομό της σάλας. Έπειτα χάθηκε κι αυτή, δεν την ξαναείδα. Ωστόσο δε λησμόνησα ποτέ το πρόσωπό της αδερφής. Το βλέπω πάντα σκυφτό μπροστά στο τζάμι του παλιού σπιτιού, εκεί που γέρνω τώρα κάποτε και γω να δω για μια στιγμή όμορφο τον κόσμο.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Η αδελφή

Ομφαλός της γης

add
Share This Article