Κανείς δεν πρόσεχε το μαύρο του. Κανείς. Έτσι κι έπιανε το κλαρίνο στα χέρια του, τους μάγευε όλους. Κι αν είχε παίξει σε γλέντια.
Σε γάμους θες; Σ’ αρραβώνες θες; Όλα τα χωριά της Ελλάδας είχε γυρίσει. Σαν του Βάβου το παίξιμο κανένας. Βάβο τον φωνάζανε. Αυτό το όνομα ξέρανε.
Παρατσούκλι ήταν. Κάποιος χωρατατζής είχε πει σαν τον είδε για πρώτη φορά, πως είναι έτσι μαύρος τούτος; Μαύρος μαύρος σαν τα σκουτιά της βάβως. Σαν την βάβω είναι.
Κι από τότε, του έμεινε το Βάβος.
Καθόλου δεν τον ένοιαζε για το παρατσούκλι που του έμεινε. Εκείνος ήθελε να παίζει το όργανό του, να μερακλώνει τον κόσμο. Να τον ξεσηκώνει, να μπαίνουν στο χορό και να περνάνε καλά! Από φαμίλια μουσικών ήταν. Πάππου προς πάππου.
Άλλος έπαιζε ντέφι, κι άλλος γκάιντα, άλλος τραγούδαγε, κι άλλος έπαιζε το κλαρίνο. Ήθελε πλεμόνια τούτο το όργανο, κι ο Βάβος τα είχε. Και πλεμόνια είχε, και μεράκι μεγάλο είχε.
Σε κείνα τα υπερυψωμένα σανίδια που στήνανε τα σύνεργά τους, όταν έπεφτε το βράδυ και σκοτείνιαζε, αν δεν ανάβανε κείνα τα λουξ, και τα φανάρια, τα μούτρα του δεν τα’ βλεπες. Έβλεπες μόνο το πουκάμισο το άσπρο που φορούσε.
Πάντα άσπρο πουκάμισο φόραγε. Να φαίνεται στο σκοτάδι.
Κι αν είχε πάει σε πανηγύρια. Ξακουστός παντού. Ο Βάβος με τ’ όνομα. Σαν έπιανε στα χέρια του,τ’ όργανό του, ανάσταινε και πεθαμένους. Αυτός άνοιγε το γλέντι, κι αυτός το έκλεινε. Δέκα αδέρφια ήταν, κι όλα οργανοπαίχτες. Θηλυκό δεν είχε σπείρει ο πατέρας του.
Η μάνα του, βοήθεια δεν είχε στο σπίτι. Όλα από τα χέρια της πέρναγαν. Ευτυχώς που λείπανε τον περισσότερο καιρό στα γλέντια, μας σαν γυρνούσαν, η καψερή μια βδομάδα πάνω στη σκάφη σκυφτή να πλένει, να τους παστρέψει.
Ο τρίτος στην σειρά ήταν. Τα δυο πρώτα παντρεύτηκαν. Εκείνο τον καιρό με την αράδα παντρεύονταν. Έτσι όπως είχαν γεννηθεί. Άντε του λέγανε όλοι. Άντε να παντρευτείς, να πάρουμε και’ μεις σειρά. Σας την παραχωρώ τους έλεγε. Παντρευτείτε εσείς.
Εγώ όχι ακόμα. Κι έτσι ένας ένας παντρεύτηκαν όλοι τους, κι απόμεινε η μάνα μ’ αυτόν και τον πατέρα τους. Κάνα δυο φορές του έκανε κουβέντα για παντρειά, αλλά σαν την κοίταζε με κείνο το βλέμμα που της έλεγε όχι, δεν ξανάπε τίποτα κι αυτή.
Ήξερε όμως. Μάνα ήταν. Διάβαζε τα μάτια του παιδιού της. Παράπονο είχαν τα μάτια του. Παράπονο μεγάλο για την μαυρίλα στο δέμα του. Ήταν λίγο κι ο πατέρας του σκούρος, λίγο κι αυτή. Σκούρα βγήκαν και τα παιδιά τους. Αλλά τούτο το σκοτάδι, δεν το’ χανε όλοι τους. Δεν ήταν άσχημος ο καημένος. Όχι. Είχε όμορφα χαρακτηριστικά, αλλά τι το θες;
Το ‘βλεπε στα μάτια το παράπονο η μάνα, όπως είδε και τ’ όνειρο. Τρεις μέρες πριν της Παναγιάς, είδε στον ύπνο της, τα μούτρα του Βάβου της να φωτίζονται.
Ξύπνησε κι έκανε τον σταυρό της. Μεγάλη η χάρη σου Παναγιά μου έλεγε. Μεγάλη που ξημερώνει μεθαύριο η γιορτή σου. Τι όνειρο είδα; Τι θέλεις να μου πεις;
Κι έκανε τον σταυρό της, κι έλεγε, ας είναι για καλό. Τον ετοίμασε να πάει να παίξει ανήμερα στην χάρη της σ’ ένα χωριό στην πλαγιά του βουνού. Πλαγιά λέγανε και το χωριό. Από κει πήρε το όνομα, καθώς ήταν χτισμένα τα σπίτια σε μια πλαγιά.
Κόντευε τα σαράντα ο Βάβος. Μεγάλος ήταν. Γεροντοπαλίκαρο. Αν δεν είχε παντρευτεί μέχρι τα είκοσι πέντε ο άντρας, γεροντοπαλίκαρο τον λέγανε.
Οι δε γυναίκες, στα είκοσί τους είχαν κι από τρία τέσσερα παιδιά. Αλλιώς μεγαλοκοπέλες τις λέγανε και κείνες.
Έβαλε τα καθαρά του ο Βάβος, πήρε και τ’ άσπρο του πουκάμισο κι ένα παντελόνι να τα βάλει ανήμερα της γιορτής, έδωσε και δυο τρεις παράδες σε έναν αγωγιάτη, ανέβηκε καβάλα στ’ άλογο και κίνησε να πάει στο πανηγύρι της πλαγιάς.
Μα πριν απ’ όλα αυτά, έπιασε το κλαρίνο μου με σεβασμό και το έβαλε σε μια αυτοσχέδια θήκη από ξύλο, κι όταν ανέβηκε στο άλογο, στα γόνατά του το κρατούσε. Σαν μωρό παιδί. Σαν το παιδί που δεν είχε. Σ’ όλο τον δρόμο σκεφτότανε, πως δεν είχε πάει σε τούτο το χωριό.
Στην αρχή του χωριού, αντάμωσε και τους υπόλοιπους οργανοπαίχτες, κι όλοι μαζί κίνησαν για την πλατεία. Παραμονή ήταν κι έπρεπε να στήσουν τα σύνεργά τους.
Κόντευε να μεσημεριάσει, και το βράδυ θα παίζανε. Την επομένη ανήμερα ήταν το μεγάλο γλέντι, μα κι αποβραδίς της προηγούμενης γλεντούσε ο κόσμος.
Εκεί στην Πλαγιά ζούσε κι η Ευταλία. Ένα κορίτσι σαν τα κρύα νερά. Η ομορφιά της δεν είχε ταίρι. Τέσσερις αδερφάδες ήταν, κι οι τέσσερις σαν ζωγραφιά. Πανέμορφες.
Παντρεμένες οι τρεις. Η Ευταλία δεν ήθελε να ακούσει για γάμο. Ένα όνειρο είχε, κι έναν καημό. Να βγει να τραγουδήσει. Η φωνή της καθαρή σαν κρύσταλλο, όταν τραγούδαγε στην αυλή του σπιτιού της που ήταν στην άκρη του χωριού μέσα στα δέντρα, έκανε τα αηδόνια να σταματάνε το κελάηδημά τους.
Αφήστε με να πηγαίνω να τραγουδάω έλεγε στους γονείς της. Όσο είσαι κάτω από την σκεπή μας ποτέ, της λέγανε. Παντρέψου, κι αν ο άντρας σου σε αφήσει, τραγούδα. Εμείς ντροπές δεν θέλουμε. Ήταν ντροπή η γυναίκα να πατάει στο σανίδι και να τραγουδάει.
Μεγάλη ντροπή. Μόνο οι ξετσίπωτες το κάνουν, και μεις στην φαμίλια μας, δεν έχομε τέτοιες. Ετούτο άκουγε συνέχεια. Η ομορφότερη ήταν απ’ όλες τις άλλες αδερφές της.
Παινεμένη για την ομορφιά της, και για την φωνή της. Γάμος δεν γινότανε αν δεν πήγαινε η Ευταλία να τραγουδήσει την νύφη την ώρα που την ετοίμαζαν. Μόνο αυτό. Μέχρι εκεί την αφήνανε. Παραπέρα όχι.
Το πανηγύρι το περίμενε πως και πως. Να δει ήθελε, και να θαυμάσει τους οργανοπαίχτες. Να φαντάζεται ολόκληρο το χρόνο μετά, πως ήταν πάνω στα σανίδια μαζί τους και τραγουδούσε. Στηθήκανε στο πάλκο τους εκείνοι, είχαν πάρει θέση στις καρέκλες τους με τα όργανά τους στα χέρια να τα γρατζουνάνε, να τα ετοιμάζουν.
Ο κόσμος άρχισε να μαζεύετε. Το κλαρίνο σιγόκλαιγε, κι οι τραγουδιστές ήταν όρθιοι να χαιρετάνε τον κόσμο που έπαιρνε και κείνος θέση για το γλέντι.
Η Ευταλία με τις αδερφές της, τους άντρες τους και τους γονείς τους, κοντά κοντά στο πάλκο. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει, καθώς τα όργανα ετοιμάζονταν να αρχινήσουν το γλέντι.
Και τι δεν θα’ δινε να ήταν απόψε πάνω μαζί τους. Οι καρέκλες γεμίσανε. Θέση άδεια δεν υπήρχε. Αύριο θα βάλουν περισσότερες. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί, κι ο Βάβος πήρε μια βαθιά ανάσα, έφερε το κλαρίνο στα χείλια του, κι άρισε να το φυσάει σε σκοπούς παραπονιάρικους. Ήξερε η μάνα τι έλεγε. Ήξερε… Μ’ αυτός δεν το έκανε για το δικό του το παράπονο. Για του κόσμου έπαιζε απόψε. Απόψε ξέχναγε τα δικά του.
Φύσαγε το κλαρίνο του, κι από κοντά το ντέφι με την γκάιντα. Και λίγο πιο ύστερα έμπαινε και το βιολί στο γλέντι. Έπιανε το μικρόφωνο ο τραγουδιστής με την τραγουδίστρια και ξεκίναγε το γλέντι. Ο κόσμος έμπαινε στο χορό και χόρευε με την ψυχή του.
Γιατί ψυχή βάζανε και τα όργανα. Η ψυχή του Βάβου έσκουζε, κι έσκουζε και το κλαρίνο του. Το βιολί κρατούσε το παράπονό του στις χορδές του, και το μετέφερε στα δάχτυλα αυτού που χτύπαγε το ντέφι. Κι όλα μαζί τα όργανα, χώνονταν στις ψυχές των ανθρώπων.
Μα μια ψυχή, η ψυχή της Ευταλίας δεν μπορούσε να το αντέξει τούτο το παράπονο, κι έμπαινε στο χορό, και σειόταν και λυγιζόταν κατά πως χτυπούσαν τα όργανα.
Έτσι έκλεινε το γλέντι. Με το χορό της Ευταλίας, και το κλάμα του κλαρίνου. Αύριο πάλι λέγανε και τραβούσαν για να ξεκουραστούν.
Ανήμερα το γλέντι άρχιζε αμέσως μετά που σχόλαγε η λειτουργία. Είχαν προστεθεί καρέκλες κι άλλες. Θα ερχότανε κόσμος κι από τα γύρω χωριά. Είχαν μάθει πως ο Βάβος θα παίζει κλαρίνο, κι όπου έπαιζε κείνος, το πανηγύρι είχε επιτυχία. Κράταγε ώρες ατελείωτες.
Γέμισε η πλατεία ξανά με κόσμο. Οι κεφαλές του χωριού, πρώτες πρώτες, όλες μαζί στο πρώτο τραπέζι. Περνούσαν οι χωριανοί κι αφήνανε τις ευχές τους στο τραπέζι.
Το πουκάμισο του Βάβου άστραφτε, κι η τραγουδίστρια, είχε τα μαλλιά της κότσο. Τα σκουλαρίκια της κρέμονταν στις κινήσεις του κεφαλιού της, κι ο βιολιτζής αναστέναζε σαν την κοίταζε.
Κάποιους σεβντάδες θέλεις να τους κρατήσεις κρυφούς.
Έτσι, για να αφήνεις τους καημούς πάνω στις χορδές, να τους μολογάνε κείνες. Η Ευταλία ανήμερα της Παναγιάς ξανά στο πανηγύρι με τους δικούς της. Το βλέμμα του Βάβου τράβηξε το σμαραγδί φουστάνι της. Σκέψεις πολλές θολώσανε το μυαλό του.
Το προηγούμενο βράδυ που χόρευε δεν χόρταινε να την βλέπει, αλλά σεμνός από την φύση του δεν ήθελε να δώσει δικαιώματα.
Ρώτησε διακριτικά κι έμαθε για κείνη. Έμαθε για την επιθυμία της να βγει να τραγουδήσει. Σήμερα άφησε τον εαυτό του να την κοιτάει, και μαύρες σκέψεις όμως διαβαίνανε από το μυαλό του.
Μαύρες σαν τα μούτρα του. Μια γυναίκα σαν κι αυτή, δεν θα σήκωνε τα μάτια της να τον κοιτάξει. Όμως η ζωή, παίζει τα δικά της παιχνίδια, και πολλές φορές μας διαψεύδει.
Άρχισαν πάλι τα όργανα να χτυπάνε το κάθε ένα στον δικό του ήχο, και η καρδιά του Βάβου δεν έλεγε να σταματήσει σαν η Ευταλία χόρευε.
Κι όσο χόρευε και μεθούσε η ψυχή της από το ντέρτι της, τόσο έπαιρνε την απόφασή της. Θα φύγω σκεφτόταν. Θα φύγω. Θα πάω με τους οργανοπαίχτες.
Θα πάω να τραγουδάω μαζί τους, και κει που το σκεφτόταν και λικνιζόταν,η τραγουδίστρια ζαλίστηκε, κι έπεσε λιπόθυμη.
Μια μικρή αναταραχή δημιουργήθηκε, κι ο Βάβος βρέθηκε στο τραπέζι των γονιών της, να τους παρακαλεί,να την αφήσουν για σήμερα να τραγουδήσει.
Μη χαλάσει το γλέντι τους είπε, κι η Παναγιά δεν θα το ήθελε. Ας είναι είπαν. Και κείνος δεν έχασε χρόνο, πριν μετανιώσουν, είχε πιάσει με σεβασμό το χέρι της Ευταλίας και την ανέβασε στο πολυπόθητο σανίδι. Πιάνει το μικρόφωνο, και πιάστηκε η ανάσα του κόσμου,
Οι οργανοπαίχτες μείνανε με το στόμα ανοιχτό και το κλαρίνο του Βάβου χόρευε ανάμεσα στα δάχτυλά του. Ο σεβντάς του βιολιτζή φούντωσε, και το ντέφι κόντευε να σπάσει.
Κι όσοι από τα γύρω χωριά την άκουσαν, δεν πίστευαν στα αυτιά τους.
Οι νιοι πιάσανε τον χορό και γονάτιζαν στα πόδια της, κάνοντας τσαλιμάκια να την γοητεύσουν, κι οι γέροι, ξανανιώσανε. Οι γονείς στην αρχή ντράπηκαν για τούτο που γινότανε, μα ύστερα είπαν, ήταν θέλημα της Παναγιάς. Αν η χάρη της δεν το’ θελε, δεν θα το άφηνε να γίνει.
Ας είναι είπαν. Ας είναι. Μήπως βγάλει σήμερα τον καημό της και πάρει την απόφαση να παντρευτεί.
Και την πήρε την απόφαση η Ευταλία. Την πήρε. Τα μάτια του Βάβου γεμάτα παράπονο την κοιτούσαν, και κείνη από παράπονα ήξερε. Μέσα στα μάτια του είδε μια αγάπη ολόλευκη, σαν το πουκάμισό του. Τι κι αν ήταν μαύρος;
Η αγάπη του δεν ήταν. Της το λέγανε τα μάτια του, της το’ λεγε το κλαρίνο του, της το’ λεγε η καρδιά του που χτυπούσε. Μα το’ χε πει και τ’ όνειρο της μάνας.
Κείνο το όνειρο που φωτίστηκαν τα μούτρα του. Και πως να μην φωτιστούν σαν είχε τον ήλιο δίπλα του να τραγουδάει. Τέτοιο γλέντι δεν ξανάγινε στα χρονικά της Πλαγιάς και των γύρω χωριών και όχι μόνο.
Κόντευε να ξημερώσει κι ακόμα κράταγε το γλέντι, και σαν άδειασε η πλατεία από τον κόσμο και μείνανε λίγοι κι αυτοί κατάκοποι από τον χορό, έλα μαζί μας της είπε ο Βάβος.
Έλα μαζί μου. Εκείνη τον κοίταξε και του είπε. Μόνο αν με παντρευτείς. Φωτίστηκε το πρόσωπό του. Ακόμα και κείνο το παράπονο στο βλέμμα του, φωτεινό ήταν.
Το ένιωσε ο Βάβος πως το έλαμπε το πρόσωπό του, και σήκωσε τα μάτια του ψάχνοντας τον ήλιο στον ουρανό, μπας κι ήταν από κει. Δεν είχε βγει ακόμα. Δεν είχε βγει.
Μα ο δικός του ήλιος, ήταν εκεί. Όρθιος μπροστά του, με φουστάνι σμαραγδένιο, και φωνή αηδονιού. Και τότε έπιασε το κλαρίνο, κι έκανε την Παναγιά να κλάψει, και την Ευταλία να αναστενάζει ευτυχισμένη.
Μα κι η μάνα του, το’ χε δει το όνειρο. Φωτίστηκαν τα μούτρα του. Οι μανάδες κι οι καρδιές, δεν πέφτουν έξω. Ούτε και η Ευταλία έπεσε.
Ο Βάβος την αγάπησε πολύ! Και κείνη το ίδιο. Δεν αγαπάμε με το χρώμα. Με την καρδιά αγαπάμε. Ριζώνει κι απλώνεται παντού.
Μια τέτοια αγάπη δεν την ξεριζώνουν άνεμοι.
Το’ δε μωρέ η μάνα. Το’ δε τ’ όνειρο. Φωτίστηκαν τα μούτρα του παιδιού της, και μαζί τα όνειρά του, που ήταν σκοτεινά.
Κι όταν η Ευταλία έπιανε το μικρόφωνο, οι ανάσες των ανθρώπων κοβότανε, κι ακουγόταν μόνο τα καρδιοχτύπια που ψάχνανε το ταίρι τους. Μα σαν το ταίρι της, δεν είχε κανείς. Κι όταν τραγουδούσε το δικό τους το τραγούδι,τ α αηδόνια όλα ζευγαρώνανε.
Στα μάτια του τον κοίταγε και του έλεγε τραγουδώντας
Μπήκες μέσα την ζωή μου
έτσι απλά κι αθόρυβα
μια αγάπη σαν και τούτη
μες το νου δεν χώραγα
Μ’ άγγιξες κι ο ήλιος βγήκε
στης ψυχής σου τα στενά
σαν στο πλάι μου θα σ’ έχω
θα γκρεμίζω και βουνά
Σε τούτο το τραγούδι, ράγιζε το κλαρίνο. Ράγιζε, σαν την καρδιά του Βάβου. Τόση ευτυχία δεν μπορείς να την αντέξεις.
Ραγίζει την ψυχή σου ολόκληρη και χύνεται σαν τον ήχο από τα όργανα.
Ελευθερία Λάππα
Ομφαλός της γης ΙΙ