«Κουτσάλογο» την φώναζαν, «σακάτισσα» και «βλαμμένο».

mike
By
23 Views
9 Min Read

Κεφαλοχώρι ήταν τα Γκρεμνά που γεννήθηκε η Βαγγελιώ, αλλά στις συνήθειες και στην νοοτροπία ήταν ακόμα πολύ πίσω. Γι αυτό και από την ώρα που σηκώθηκε στα δυο της πόδια και περπάτησε, την συνόδευαν πάντα οι κοροϊδίες των παιδιών. «Κουτσάλογο» την φώναζαν, «σακάτισσα» και «βλαμμένο».

Όμως καθόλου βλαμμένη δεν ήταν η μικρή, αντίθετα σπίρτο ήταν και καλόψυχη.

Απλά έτυχε να γεννηθεί με το ένα της πόδι πιο κοντό απ΄το άλλο και έτσι το βάδισμα της ποτέ δεν έγινε κανονικό.

Πως γεννήθηκε έτσι; Την τράβηξε η μαμή κάπως άγαρμπα στην γέννα; Ήταν κάποια εκ γενετής ανωμαλία; Κανείς δεν τόψαξε, κανείς δεν σκέφτηκε να το ρωτήσει.

Έτσι κι αλλιώς, η απάντηση δεν θα χρησίμευε πουθενά. Ένα μόνο πράγμα θα χρησίμευε, να μεγαλώσει η Βαγγελιώ και να γίνει άπιαστη νοικοκυρά, καλύτερη απ΄την μάνα της, μπας και την θελήσει κάποτε κάποιος γαμπρός.

Η Βαγγελιώ, έκανε μόνο τις έξι τάξεις του Δημοτικού σχολείου, κι αυτό απλά γιατί ήταν υποχρεωμένη. Με μαύρη καρδιά έμπαινε στην τάξη και δεν έβλεπε την ώρα να χτυπήσει το κουδούνι και να τρέξει κουτσαίνοντας στο σπίτι της. Κι αυτό, γιατί οι κοροϊδίες των παιδιών, την συνόδευαν απαρέγκλιτα, κάθε μα κάθε μέρα. Και είχε κουραστεί πια να την κρίνουν μόνο απ΄την διαφορά των πόντων στα πόδια της. Κανείς δεν είχε προσέξει ποτέ πόσο στεναχωρημένα έδειχναν τα μεγάλα της μάτια, πόσο μελαγχολικό το γλυκό της χαμόγελο-όταν κατάφερνε να χαμογελάσει για κάτι.

Η μάνα της Βαγγελιώς, δούλευε σε εργοστάσιο κονσερβών, για να ταΐζει την τριμελή της οικογένεια, από τότε που ο άντρας της τις παράτησε σύξυλες και εξαφανίστηκε, μόλις η Βαγγελιώ άρχισε να περπατάει με τα πρώτα, κουτσά της βηματάκια. Μέχρι εκείνη την στιγμή, κανείς δεν είχε δώσει σημασία στην μικρή –όπως τους φάνηκε-διαφορά που είχαν τα δυο της πόδια. Μόνο η γιαγιά της το είχε προσέξει, αλλά δεν έβγαζε μιλιά, παρά μέσα της προσεύχονταν να μην έχει κουσούρι η μικρή καθώς μεγάλωνε. Διπλή στεναχώρια έπεσε στο σπίτι τους, όταν πρωτοπερπάτησε το μωρό. Απ΄τη μια το ελάττωμα που πια δεν κρύβονταν, απ΄την άλλη ο προκομμένος που σηκώθηκε ένα βραδάκι να πάει στο καφενείο και δεν ξαναγύρισε. ‘Έτσι, κάποιος έπρεπε να βγει να δουλέψει, για να μπαίνει φαί στο τραπέζι. Μα και στο εργοστάσιο που δούλευε η Στέλλα, ήσυχη δεν την άφηναν. Δεν την φώναζαν ποτέ με το όνομα της, η μάνα της κουτσής την έλεγαν. Να μη μπορεί κι αυτή, ούτε λεπτό να ξεχάσει τα βάσανα της…

Το μεγάλωμα της μικρής, έπεσε στην γιαγιά. Κι εκείνη, την αγκάλιασε με όλη την αγάπη του κόσμου, που δεν μπορούσαν να της δώσουν οι γονείς της. Τον πατέρα της η Βαγγελιώ, ούτε και που τον θυμόταν, κι η μάνα της έφευγε αξημέρωτα και γυρνούσε κατάκοπη ύστερα από έντεκα ώρες, ίσα για να βάλει μια μπουκιά στο στόμα της και να πέσει σ’ ένα βαθύ ύπνο. Η γιαγιά την ξύπναγε για το σχολείο όταν η μάνα της είχε ήδη φύγει. Της ετοίμαζε το γάλα της και της έδινε δυο δραχμές για να πάρει ένα κουλούρι στο διάλειμμα. Την περίμενε για το μεσημεριανό και μετά, έπιαναν μαζί το βελονάκι. Ξεφτέρι ήταν η γιαγιά στο βελονάκι, ξεφτέρι έκανε και την εγγονή της. Γράμματα μπορεί να μην ήξερε, ήξερε όμως τους κρίκους, τα γαϊτάνια και τις δαντέλες. Κι έφτιαξαν παρέα σεμεδάκια, τραπεζομάντηλα και καλοκαιρινά καλύμματα για τα κρεβάτια. Κι η Βαγγελιώ στόλισε σιγά-σιγά όλο το σπίτι. Έπλεξε λευκά, αέρινα κουρτινάκια, κρέμασε δαντελένιες δημιουργίες σε όλα τα παράθυρα. Μπορεί τα παιδιά να την κορόιδευαν ακόμα, οι γυναίκες όμως ζήλευαν την νοικοκυροσύνη της.

Μεγάλωνε η Βαγγελιώ, έγινε ολόκληρη κοπέλα δεκαεννιά χρονών και η μάνα της είχε απελπιστεί, πως η «σακάτισσα» θα έμενε γεροντοκόρη.
-Ποιος να γυρίσει να την κοιτάξει αυτήν; Έλεγε στην δική της μάνα, όταν η Βαγγελιώ έβγαινε στην αυλή. Κανείς δεν θέλει μια ανάπηρη…
-Μη τηνε λες έτσι! Θύμωνε η γιαγιά. Καλή κοπέλα είναι και προκομμένη. Έχει ο Θεός για όλους…

Και δεν πέρασε μήνας και τους ήρθε ξαφνικά ένα προξενιό. Από το διπλανό χωριό ήτανε, για κάποιον Βασίλη, που ήτανε χήρος και άτεκνος. Η γυναίκα του είχε πεθάνει στη γέννα, μαζί με το νεογέννητο, δεν μπόρεσαν να σώσουν κανέναν απ΄τους δυο. Τα ελεύθερα κορίτσια στο χωριό του τον απέφευγαν, έλεγαν πως είναι γρουσούζης. Νέος όμως ήταν ακόμα ο Βασίλης, στα τριανταδύο βάδιζε και ήθελε μια καλή γυναίκα να γιατρέψει το πένθος του και να στήσουν σπιτικό. Η προξενήτρα που είχε πιεί πολλές φορές το καφεδάκι της με την γιαγιά της Βαγγελιώς και είχε θαυμάσει τα προικιά της, εκείνη τους τον έφερε.
-Χρυσοχέρα είναι η κοπελιά, του είπε, έλα να σε πάω να την γνωρίσεις.

Και ο Βασίλης πήγε. Του έκρυψαν για το κοντό το πόδι, αλλά όταν η Βαγγελιώ του έφερε τον δίσκο με τον καφέ και το γλυκό του κουταλιού, εκείνος πρόσεξε πως κούτσαινε. Δεν του πολυάρεσε, αλλά δεν στράβωσε κι όλα. Έμεινε να γνωριστούνε, να την ακούσει να μιλάει. Και η Βαγγελιώ, δεν ήταν πολυλογού, ούτε κουτσομπόλα. Μετρημένα μιλούσε και σοβαρά. Κι ας μην είχε πάει γυμνάσιο, διάβαζε όμως πολύ, της άρεσαν τα βιβλία και ήταν και έξυπνη. Και κυρίως, ήταν ήρεμη, του έδινε μια γαλήνη, μια εσωτερική ησυχία που του άρεσε. Και ο χώρος που είχε φτιάξει γύρω της, τα κεντήματα της, η καθαριότητα κι η ομορφιά που τους τριγύριζε, τον έκανε να πεθυμίσει νάχει κι αυτός ένα τέτοιο σπιτικό.

Το σκέφτηκε δυο-τρεις μέρες και πήγε στην μάνα της να την ζητήσει.
Έκλεισε ο αρραβώνας, και γέλασε λίγο και το στόμα της Στέλλας. Θα πάντρευε την μοναχοκόρη της, την «κουτσή», δεν ήταν λίγο! Κι ο Βασίλης ήταν αρκετά καλοστεκούμενος, είχε αμπέλια και ελιές, έβγαζε σταφίδα και λάδι, τίποτα δεν θα τους έλειπε.
Κι άρχισε η Βαγγελιώ να ετοιμάζεται για τον γάμο. Μάζεψε τα προικιά της, τα αέρισε και τα ταχτοποίησε. Κι εκεί που ήταν όλα σχεδόν έτοιμα, ανεβαίνει στο πατάρι να κατεβάσει ένα σεντούκι, πέφτει απ΄τη σκάλα και σπάει τον γοφό της.
-Ώρα που βρήκε να γίνει κι αυτό! μόνο που δεν έκλαιγε η Στέλλα. Την γκαντέμιασαν οι κουτσομπόλες, ζήλεψαν που παντρεύω την κόρη μου.
-Πάψε απαντάει η γιαγιά. Ξέρει ο Θεός! Κάθε εμπόδιο για καλό!
-Τι καλό ρε μάνα; Που αντί για την εκκλησιά θα πάμε σε νοσοκομείο;

Ο Βασίλης ανησύχησε. Αν είχε πειραχτεί η λεκάνη της; Πως θα μεγάλωνε μωρά στη μήτρα της, πως θα γεννούσε;
Την πήγε στους καλύτερους γιατρούς. Κι αυτοί είπαν να πάει η Βαγγελιώ να εγχειριστεί στην πρωτεύουσα, γιατί είχε λέει ξεκινήσει μια νέα μέθοδος που λεγόταν ολική αρθροπλαστική ισχίου και θα την γιάτρευε τελείως.

Και πήγαν μαζί στην Αθήνα και η Βαγγελιώ εγχειρίστηκε. Και ο Βασίλης δίπλα της, όσο ανάρρωνε. Και όταν πια σηκώθηκε και περπάτησε δειλά-δειλά μόνη της χωρίς την πατερίτσα, είδαν όλοι έκπληκτοι, πως η Βαγγελιώ δεν κούτσαινε πια! Η επέμβαση, είχε διορθώσει το ελάττωμα που κουβαλούσε τόσα χρόνια, το καινούργιο ισχίο ισορρόπησε με το άλλο πόδι και η γιαγιά έκανε τον σταυρό της και κράτησε αναμμένο το καντήλι της στην Παναγιά, για σαράντα μέρες μετά τον γάμο της Βαγγελιώς.

Που μπήκε καμαρωτή στην εκκλησιά στο μπράτσο του θείου της, και πλησίασε τον γαμπρό με αργά, κανονικά βήματα. Και χαμογελώντας γλυκά σε όλη την τελετή…Χωρίς να μπορεί κανείς πλέον να την ξανα πει σακάτισσα!

Από φίλη της σελίδας μας Anthoula M. Athanasiadou

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
Share This Article