Σε μια βδομάδα παντρεύεσαι της είπαν τα αδέρφια της…

mike
By
151 Views
13 Min Read

Σε μια βδομάδα παντρεύεσαι της είπαν τα αδέρφια της. Γονείς δεν υπήρχανε. Είχαν πεθάνει όταν η Δάφνη ήταν μικρή, κι απομείνανε τα τέσσερά τους.

Τρία αγόρια κι αυτή η μικρότερη. Στο σχολείο την στείλανε μόνο μια χρονιά. Έβγαλε την πρώτη τάξη και μετά δεν ξαναπήγε.

Την πήρε ο μεγαλύτερος κοντά του με το κοπάδι.

Πρόβατα και γίδια είχανε πολλά, και σαν πήγε κοντά του στο βουνό, της έδωσε να φυλάει τα γίδια.

Οχτώ χρονών και κουμάνταρε διακόσια κεφάλια. Ένα βράδυ κάπου ξεστράτισε ένα, και της είπε αν δεν το βρεις, πίσω μην έρθεις. Το μοναδικό παρδαλό ήταν και το έπαιρνες χαμπάρι αμέσως. Έτσι το κατάλαβε κι ο αδερφός της, και την έγειρε πίσω νύχτα να πάει να το βρει. Να μην γυρίσεις της είπε. Μόνο μαζί με το λιάρο θα έρθεις. Κι έφυγε να το ψάξει, μα τίποτε.

Κουράστηκε και γύρισε τα ξημερώματα, δίχως του, και της έσπασε ένα πλευρό από το ξύλο. Πήρε το κορμάκι της το πονεμένο κι έφυγε μες τ’ άγρια μεσάνυχτα να πάει στα άλλα της αδέρφια να βρει λίγη στοργή.

Μα δεν είχαν και κείνα να της δώσουν. Την κράτησαν πέντε έξι μέρες και την γύρισαν πίσω. Ό,τι πει ο μεγάλος. Αυτός ήταν αρχηγός στην οικογένεια. Οι άλλοι άκουγαν και εκτελούσαν εντολές, που δινόταν μόνο για το συμφέρον του μεγάλου.

Που να σηκώσεις κεφάλι να διεκδικήσεις. Θα το’ χανες…

Τι να κάνω σκεφτόταν η Δάφνη. Δυο μέτρα άντρες τα αδέρφια μου και δεν μιλάνε. Σκιάζονται τον μεγάλο.

Εγώ θα μιλήσω; Κι έτσι υπέκυψε στην μοίρα της, που την όριζε ο μεγαλύτερος από τα αδέρφια της.

Εκείνο που προσπαθούσε να κάνει, ήταν να μην τον νευριάζει και ξαναβρεθεί με πλευρό σπασμένο.

Ό,τι πεις του έλεγε κι ο καιρός περνούσε. Μεγάλωσε κι έγινε περισσότερο υπεύθυνη στο κοπάδι, και δεν αντιμετώπιζε την αγριάδα του και την βαρβαρότητά του.

Στο χωριό δεν την άφηνε να κατέβει. Από γιορτές ετούτη δεν ήξερε. Χριστούγεννα και Πάσχα δεν πήγε ποτέ στην εκκλησία, μήτε και στο πανηγύρι του χωριού.

Της Παναγίας ήταν και το’ χε καημό να πάει. Το είπε στα άλλα της αδέρφια να κατέβει κι αυτή μια φορά, μα την κοίταξε ο μεγάλος, έσμιξε τα φρύδια του, και κείνη το’ βγαλε από το νου της. Φεύγω της είπε ένα βράδυ. Κατεβαίνω στο χωριό. Αν δεν γυρίσω, θα’ ρθει ο μικρός να φυλάτε τα ζωντανά. Δεν τόλμησε να ρωτήσει, μα την βόλευε κιόλας που θα έφευγε.

Στον αγύριστο να πας σκέφτηκε. Πόσο θα’ θελε να του το πει, μα τα σπασμένα πλευρά αργούν να γιάνουν, κι ο μικρός ήταν καλύτερος. Θα ήταν καλά μαζί του. Ίσως πήγαινε και στο πανηγύρι που καημό το είχε.

Πέρασαν πέντε μέρες και δεν φάνηκε κανείς. Ούτε ο μεγάλος, ούτε κι ο μικρός. Έμεινε μόνη της να βόσκει τα δυο κοπάδια.

Μάνα δεν γνώρισε, ούτε και πατέρα. Τι κι αν την φώναζε και ζήταγε βοήθεια. Αυτοί την άφησαν από μια σταλιά μαξούμι στα αδέρφια της, και δεν νοιάστηκαν. Τώρα θα την ακούσουν..

Τι φταίγανε και κείνοι; Σάμπως θέλανε να χάσουν την ζωή τους τόσο νέοι; Η μάνα αρρώστησε βαριά κι ο πατέρας μαράζωσε που την έχασε κι έφυγε και κείνος. Την αγαπούσε την μάνα της πολύ ο πατέρας. Ας βρω και εγώ έναν έλεγε, κι ας μην μ’ αγαπάει πολύ.

Να, μόνο να νιώσω πως κάποιος ενδιαφέρεται λίγο..

Αυτό θέλω. Να δω πως είναι να σε νοιάζεται κάποιος. Αυτά σκεφτόταν όλη μέρα στα βουνά και στα κοπάδια.

Τα έσμιξε για να μπορεί να τα προσέχει, μα ήταν πολύ ζόρικο γίδια και πρόβατα μαζί.

Κι ένα πρωί αξημέρωτα ήρθαν κι οι δυο τους. Ο μικρός κι ο μεγάλος. Από τις φωνές του μεγάλου ξύπνησε.

Μπήκε στο μαντρί και διάλεξε τα καλύτερα γιδοπρόβατα και τα έκλεισε μέσα στο φραχτό.

Σαν πήγε κοντά τους, έμαθε από τον μικρό πως παντρεύεται και τα ξεχώρισε να τα σφάξει για τον γάμο του, και πως μαζί πια θα είναι στα ζώα. Χάρηκε. Ετούτος ήταν μαλακός. Δεν είχε την αγριάδα του μεγάλου. Να μωρέ, η μάνα της, την άκουσε και της τον έστειλε, κι ας μην θυμάται την αγκαλιά και το χάδι της. Νοιάξιμο ήταν και τούτο.

Ούτε στον γάμο του πήγε. Να μην έρθεις της είπε. Να κάτσεις στα ζωντανά. Παντρεύτηκε κι ο δεύτερος, πάλι διαλέξανε τα καλύτερα. Πάλι στον γάμο του δεν πήγε. Μα τούτη την φορά δεν πήγε κι ο μικρός. Την γυναίκα που αγαπούσε από παιδί, πήρε ο δεύτερος. Πως να πάει στον γάμο του;

Πως να την δει νύφη στο πλάι του; Δεν πήγαν. Στον δικό σου θα έρθω του είπε. Εγώ δεν θα παντρευτώ Δάφνη της είπε. Δεν θα παντρευτώ. Αυτή που αγαπούσα, άλλον πήρε.

Κι έφυγε ο μικρός. Έφυγε από τα κοπάδια, μα κι από το χωριό. Που πήγε, κανείς δεν ήξερε. Κι έμειξε ξανά μόνη η Δάφνη να φυλάει τα κοπάδια. Να έρχεται ο μεγάλος, να κάνει τα κουμάντα του, να μαζεύει παράδες και κείνη μια ζωή στα βουνά.

Τα σαράντα κόντευε να κλείσει, κι ένα Πάσχα δεν έκανε σαν τον άνθρωπο. Ένα ρούχο της προκοπής δεν έβαλε στο κορμί της.

Ό,τι αποφόρια είχαν οι νυφάδες, της στέλνανε.

Κι αν ζητούσε κάτι καινούργιο,γελούσαν και της λέγανε δεν τα χρειάζεσαι. Αυτά σου ταιριάζουν να σκιάζονται και οι αλεπούδες σαν σε βλέπουν. Σε μια βδομάδα παντρεύεσαι της είπανε και φέρανε βοσκό στην θέση της, και κείνη δεν ήξερε να χαρεί η να στεναχωρηθεί. Δεν ήθελε πλέον κάποιον να δει πως είναι να σε νοιάζονται. Αυτή δεν ήξερε από κόσμο, κι από άντρες.

Αυτή έμαθε να ζει στα βουνά με τα κοπάδια.

Νεότερη που ήταν το’ θελε. Μα τώρα όχι, και πως να το πει; Τον γαμπρό, ούτε τον ήξερε, ούτε και της είπαν ποιος είναι.

Μόνο άκουσε τον μεγάλο να λέει στην γυναίκα του ένα βράδυ, καθώς και κείνη είχε κατέβει πια στο χωριό να ετοιμαστεί για τον γάμο, πως καλά μας έκατσε ετούτο το προξενιό της χαζής. Χαζή την έλεγε από μικρή που ήταν.

Σκάσε χαζή και δώστου χαστούκια. Μια χαρά μας ήρθε. Εκεί που λέγαμε που να βρούμε κάποιον να την παντρέψουμε, χωρίς να την προικίσουμε, μας δίνουν να την πάρουν.

Τρακόσια γίδια δεν είναι λίγα; Τι λες και συ γυναίκα; Εκείνη συμφωνούσε μαζί του και γελούσε.

Στο τέλος της εβδομάδας, ήρθε ο γαμπρός με την αδερφή του.

Φωνάξανε και τον παπά του χωριού, κι αλλάξανε τα στέφανα μέσα στο σπίτι. Κουμπάρος ο μεγάλος. Μόλις σκόλασε το μυστήριο, φόρτωσαν ένα μουλάρι με τα αποφόρια, της τα δώσανε κι ακολούθησε τον άντρα της.

Θα έρθουμε να πάρουμε το μουλάρι του είπαν. Ο άντρας της, ήταν ξαναπαντρεμένος, μα χήρεψε κι είχε πέντε παιδιά. Το μικρότερο δυο χρονών και το μεγαλύτερο δώδεκα.

Καλόψυχος και ήρεμος άνθρωπος. Σε όλο το δρόμο της μίλαγε και της είπε τα βάσανά του.

Της είπε πως την ήθελε να του μεγαλώσει τα παιδιά του, κι αν θέλει και κείνη κι ο θεός θα κάνουν και μαζί.

Εγώ του είπε και κείνη, έτσι καλοσυνάτος που ήταν, δεν ξέρω από σπίτι κι από τις δουλειές του, ούτε από παιδιά.

Από οχτώ χρονών στα βουνά είμαι κι από κοπάδια ξέρω μόνο. Δεν ξέρω αν τα καταφέρω να σου τα μεγαλώσω.

Δεν τα κατάφερε η καημένη. Καλύτερα ήταν στα ζώα, κι ο άντρας της είχε πολλά, μα είχε και βοσκούς, και πως να το ζητήσει να πάει; Ντροπής πράματα παντρεμένη γυναίκα να αφήσει το σπίτι και να βόσκει τα γίδια του άντρα της.

Πολύ βαρύ της έπεσε, κι αρρώστησε η Δάφνη. Κι ο καλόψυχος της, δεν ήθελε να χάσει κι άλλη γυναίκα. Γίνε καλά της είπε και πήγαινε στα κοπάδια αν το θέλεις, μα να ξέρεις, πως εδώ σε θέλω. Θα’ ρχομαι του είπε. Θα’ ρχομαι συχνά και θα σας νοικοκυρεύω όσο μπορώ. Και το’ κανε η δόλια. Το’ κανε. Μα η ζωή της όλη ήταν στα βουνά. Κι ο άντρας της καλά της φέρθηκε.

Κι ήταν δέκα μέρες στα βουνά και πέντε στο σπίτι.

Δεν μου κάνουν τα σκουτιά μου, του είπε μια μέρα, και θα πρέπει να πάρω άλλα. Και πήγε και της πήρε τρεις αλλαξιές.

Νόμιζε πως πάχυνε, επειδή είχε ξεφύγει από τον τύραννο τον αδερφό της. Ο άντρας καλός ήταν και κείνη πάχυνε. Έτσι νόμιζε.

Μα σε λίγο πάλι τα ίδια, και πάλι της πήρε άλλα.

Πάμε της είπε μαζί να πάρεις ό,τι θέλεις. Αυτή δεν πήγαινε σε μαγαζιά. Δεν είχε πάει και ποτέ. Αποφόρια φορούσε. Δεν είχε καταλάβει η Δάφνη πως θα γινόταν μάνα. Κι όταν σάλεψε μέσα στην κοιλιά της, πάλι δεν έδωσε σημασία. Που να΄ ξερε; Κανείς ποτέ δεν της είπε για τούτα…

Κι άρχισε να βαραίνει, κι άργησε να κατέβει στον άντρα της,που την περίμενε. Μα σαν δεν ερχότανε άφησε τα παιδιά τα μικρότερα στον μεγάλο του γιο, και πήρε τον δρόμο για το βουνό.

Βρήκε τους βοσκούς του, τους ρώτησε, μα δεν την είχαν δει δυο μέρες τώρα του είπαν, και φαντάστηκαν πως κατέβηκε στο χωριό, ούτε κακόβαλαν σαν το κοπάδι της γύρισε μόνο του.

Κι άρχισε ο καψερός να την ψάχνει με τους βοσκούς μαζί, μα άφαντη. Κρύος ιδρώτας τον έκοψε.

Που να είναι; Πίσω στ’ αδέρφια της δεν γύρισε. Δεν ήθελε γι’ αυτούς να ακούει. Σαν του έκανε τις ιστορίες, πονούσε η ψυχή του.

Μην έπαθε κάτι; Μην γκρεμοτσακίστηκε πουθενά;

Δεν ήθελε να φανταστεί πως κάτι τέτοιο της έχει συμβεί.

Και πάνω που νόμισε πως δεν θα την βρίσκανε, σαν να ακούστηκε κλάμα μωρού παιδιού από μακριά.

Μα μακριά δεν ήταν. Δίπλα του, σε μια σπηλιά έκλαιγε, με φωνούλα κουρασμένη. Δυο μέρες εξαντλήθηκε το κακορίζικο. Στα τελευταία του ήταν, μέσα στην αγκαλιά της μάνας του, που ετοιμαζόταν μέσα στα ξεραμένα αίματα να αποχαιρετίσει τα βουνά που αγάπησε πολύ.

Σαν πήγε κοντά τους, σαν την είδε, πόνεσε τόσο πολύ, που θα’ θελε να ήταν αυτός, στην θέση της. Να φύγει κι ας άφηνε πίσω του παιδιά. Τόσος ήταν ο πόνος του.

Γονάτισε με την καρδιά κομμάτια, τους πήρε στην αγκαλιά του. Της σήκωσε το κεφάλι να δει από το άνοιγμα της σπηλιάς τις πλαγιές, και τα λαγκάδια.

Εκείνη κοίταξε το μωρό της και γέμισαν τα μάτια της δάκρυα. Ύστερα κοίταξε πέρα μακριά τις βουνοκορφές μία μία και χαμογέλασε αφήνοντας την τελευταία πνοή της πάνω τους, για αποχαιρετισμό, γέρνοντας το κεφάλι της στο πλάι.

Στην μοναδική αγκαλιά που γνώρισε. Ίσα που πρόλαβε να δει στα μάτια του τον πόνο.

Ίσα που πρόλαβε να σκεφτεί για στερνή φορά, πως οικογένεια είναι όλοι μαζί αντάμα αγκαλιά, κι έφυγε με τούτη την σκέψη.

Ελευθερία Λάππα

facebook.com/nbalanos

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση