Τα χαρτιά ήρθαν από την Αυστραλία. «Ζητούνται εργάτες. Καλά λεφτά. Στέγη εξασφαλισμένη.» 1964 ήταν. Ο Γιώργος είχε φύγει πρώτος. Εγώ ακολούθησα έξι μήνες μετά.
«Θα πάω για λίγο, Μαρία. Δυο-τρία χρόνια. Να μαζέψουμε να φτιάξουμε το σπίτι. Να σπουδάσουμε το παιδί.»
Το παιδί. Ο Νικολάκης μας. Πέντε χρονών. Τον άφησα στη μάνα μου, στο χωριό, στη Γορτυνία. Μου κρατούσε το πόδι στην αποβάθρα του Πειραιά.
«Μάνα, μην πας. Μάνα!»
Το δάκρυ του ακόμα το νιώθω στο χέρι μου. 28 χρόνια μετά.
Μελβούρνη, 1965
Δουλειά στο εργοστάσιο. Δώδεκα ώρες. Οι λέξεις αγγλικές δεν έβγαιναν. Μόνο «yes boss» και «thank you». Το βράδυ στο δωμάτιο, τέσσερις σε ένα. Κρεβάτι-κουκέτα. Από κάτω ο Κώστας από την Καλαμάτα, από πάνω ο Μήτσος από τη Δράμα.
Στον τοίχο η φωτογραφία. Ο Νικολάκης με τη σχολική ποδιά. Πρώτη Δημοτικού. Μου την έστειλε η μάνα μου.
«Διαβάζει. Σε ρωτάει κάθε μέρα πότε θα γυρίσεις.»
Εγώ μετρούσα τα δολάρια. Τα έστελνα όλα. «Να του πάρετε παπούτσια. Να του πάρετε ποδήλατο. Να μη νιώσει τη φτώχεια.»
Δυο-τρία χρόνια έγιναν πέντε. Πέντε έγιναν δέκα.
1975
Γράμμα από τη μάνα:
«Έλα, κόρη μου. Ο Νικολάκης τελείωσε το Γυμνάσιο. Έγινε άντρας. Δεν σε γνωρίζει.»
Πήγα. Ντροπαλά. Με βαλίτσα γεμάτη δώρα.
Με περίμενε στο ΚΤΕΛ. Ψηλός. Μουστάκι. Δεν με αγκάλιασε. Μου έδωσε το χέρι.
«Καλώς ήρθες, μητέρα.»
Μητέρα. Δεν μου είχε ξαναπεί. Μόνο «μάνα» ήξερα.
Στο σπίτι δεν καθόταν. «Έχω δουλειές», έλεγε. «Πάω στο καφενείο.»
Η μάνα μου ψιθύριζε: «Δεν σε συγχώρεσε που έφυγες. Μεγάλωσε με τη γιαγιά. Εσένα σε είχε φωτογραφία.»
Το τρίτο βράδυ τον βρήκα να κοιτάει τη φωτογραφία που του έστελνα από την Αυστραλία. Εγώ με τους άλλους εργάτες, γελαστή.
«Γιατί γελάς;» μου είπε. «Εμείς εδώ κλαίγαμε.»
Δεν είχα απάντηση. Τα παιδιά όταν είναι μικρά μας αγαπάνε. Όταν μεγαλώνουν μας κρίνουνε. Και καμιά φορά δεν μας συγχωρούνε.
1992
Γύρισα οριστικά. Το σπίτι το φτιάξαμε. Τρία πατώματα. Μάρμαρα, καλοριφέρ, όλα.
Άδειο.
Η μάνα μου πέθανε. Ο Νικολάκης παντρεύτηκε, έφυγε στην Αθήνα. Έρχεται Πάσχα-Χριστούγεννα. Με τα εγγόνια. Μου λένε «γιαγιά».
Εγώ τους αγοράζω δώρα. Πολλά. Να μη νιώσουν τη στέρηση.
Χθες βρήκα το γράμμα που μου είχε γράψει στα δέκα του. Δεν το είχε στείλει ποτέ. Το άφησε η μάνα μου στο εικονοστάσι.
«Μάνα, Το ποδήλατο που μου έστειλες είναι ωραίο. Αλλά εγώ ήθελα εσένα να μου κρατάς τη σέλα να μάθω. Έπεσα και χτύπησα.
Η γιαγιά με σήκωσε. Μην ξαναστείλεις λεφτά. Έλα εσύ. Νικολάκης»
Το καντηλάκι καίει μέρα-νύχτα στο εικονοστάσι. Λάδι και δάκρυ.
Η γιαγιά το άναβε για μένα στην ξενιτιά. Τώρα το ανάβω εγώ για τον γιο μου που έφυγε.
Στην ξενιτιά ήμουν χωρίς το παιδί μου.
Τώρα είμαι στον τόπο μου. Πάλι χωρίς το παιδί μου.
Γιατί το σπίτι το φτιάξαμε.
Την ψυχή του δεν προλάβαμε.
Λάδι και δάκρυ χρειάζονται τα παιδιά μας. Με λάδι και δάκρυ δεν χάνονται ποτέ. Εγώ έστειλα μόνο δολάρια. Το δάκρυ το κράτησα για μένα. Και το έχασα.
Ομφαλός της γης ΙΙ