Ετοίμασε το νυφικό σου, της έγραψε. Έρχομαι σε τρεις μήνες.

mike
By
148 Views
13 Min Read

Ετοίμασε το νυφικό σου, της έγραψε. Έρχομαι σε τρεις μήνες.

Πάνε χρόνια που πήρε το καράβι και ξενιτεύτηκε στην άλλη άκρη της γης. Μόλις είχε αποστρατευτεί.

Και κείνη παιδούλα ακόμα, ίσα που τελείωσε το δημοτικό. Το βράδυ μαζεύτηκε κόσμος στο σπίτι του, να τον αποχαιρετίσει. Έτσι κάνανε όταν κάποιος έφευγε για φαντάρος κι όταν για την ξενιτιά. Θα έρθω και’ γω είπε στους γονείς της.

Έλα της είπαν. Έλα να βοηθήσεις την μάνα του. Θα’ ναι κι’ αλλα κορίτσια. Ο Μενέλαος είναι αγαπητός και πολύς κόσμος θα περάσει απόψε να τον χαιρετίσει.

Η μάνα του, χάρηκε σαν την είδε. Καλώς την μου της είπε, με μεγάλη χαρά. Γείτονες ήτανε και πολλές φορές την φώναζε σαν ήθελε μικρές εξυπηρετήσεις. Η Βασιλική πάντα πρόθυμη να την βοηθήσει. Εσύ της είπε, έλα κοντά μου.

Μαζί στρώσανε ένα μεγάλο τραπέζι στη σάλα. Μέτρα καρέκλες και βάλε πιάτα Βασιλικούλα μου.

Για όλα φρόντισε το παλικάρι της. Για όλα! Πήγε στο παζάρι και ψώνισε και του πουλιού το γάλα. Να φάνε καλά όσοι θα έρθουν για τον αποχαιρετισμό.

Ποιος ξέρει πότε θα ανταμώσουν πάλι. Η ζωή είναι κυλάει και μαζί της παίρνει και τους μεγάλους ανθρώπους. Κι όχι μόνο..

Κι ο Μενέλαος απόψε ήθελε το καλύτερο.

Να είσαι χουβαρντάς του έλεγε ο κύρης του. Να δίνεις κι από κείνο που δεν έχεις, μα ο θεός βλέπει και σου το ανταποδίδει.

Ετούτο έκανε απόψε. Το χατίρι του πατέρα του.

Να τον θωρεί από ψηλά και να καμαρώνει την χουβαρντοσύνη του. Να χαίρεται για τον γιο του και να’ ναι περήφανος.

Για όλα φρόντισε ο γιος της απόψε. Μόνο ένα δεν σκέφτηκε. Που την αφήνει μόνη της. Για λίγο θα είναι μάνα της είπε.

Για λίγο. Να μπορέσω να κάνω πέντε φράγκα, να γείρω να ανοίξω και’ γω το σπιτικό μου.

Η μάνα σήκωσε τα μάτια της, τον κοίταξε, γέλασε και είπε. Οι νύφες εσένα θα καρτερέσουν. Η δική σου μάνα η νύφη, θα με καρτερέσει. Άλλωστε είναι μικρή ακόμα. Σαν θα γίνει για παντρειά, εγώ θα την πάρω.

Θα γυρίσω και θα την παντρευτώ της είπε κι έσκυψε και την φίλησε. Δεν σ’ αφήνω μόνη σου μάνα. Οι θυγατέρες σου εδώ στο χωριό είναι παντρεμένες και παρέα θα τις έχεις.

Όλο το χωριό πέρασε, κι η Βασιλική με τους γονείς της φύγανε τελευταίοι. Όλα τα μαζέψανε και τα τακτοποιήσανε, και σαν ήρθε η ώρα να χαιρετίσουνε και κείνοι, ο Μενέλαος πήρε παράμερα την Βασιλική να την ευχαριστήσει για την βοήθεια, και της είπε, να με περιμένεις.

Για σένα φεύγω και για σένα θα γυρίσω και κείνη έγινε κατακόκκινη από την ντροπή της χωρίς να καταλαβαίνει τι θέλει να της πει. Να με περιμένεις της ξανάπε, και την αγκάλιασε όπως θα έκανε ο αδερφός της, βάζοντάς της ένα γράμμα στην τσέπη της, και της έγραφε το πως ένιωθε.

Ετούτο το αγκάλιασμα έμεινε ζωντανό στη θύμησή τους, όλα τα χρόνια που ήταν μακριά.

Η Βασιλικούλα με τούτο το αγκάλιασμα άρχισε να νιώθει διαφορετικά. Αλλά δεν ήξερε να το εξηγήσει. Μικρή ήταν και δεν έβαζε με το νου της πράγματα…

Διάβαζε και ξαναδιάβαζε το γράμμα, προσπαθούσε μέσα από όλα εκείνα που της έγραφε να δει, τι ήταν ο έρωτας.

Και σαν δεν μπορούσε να καταλάβει, θέλησε να το μοιραστεί με την ξαδέρφη της που ήταν μεγαλύτερη.

Γέλασε και της είπε, Βασιλικούλα μου, έρωτας είναι να χτυπάει η καρδιά σου άτακτα. Να μην μπορείς να την βάλεις σε τάξη..

Ο Μενέλαος φρόντισε να πει στην μάνα του για τα αισθήματά του προς την μικρή τους την γειτόνισσα.

Μη φεύγεις του είπε. Μείνε. Σε τρία χρόνια θα μπορείς να την ζητήσεις που την αγαπάς. Σε πέντε θα είμαι πίσω της είπε.

Μα τα πράγματα δεν έγιναν όπως τα φανταζότανε, και τα χρόνια γίνανε οχτώ. Κι η μικρή μεγάλωνε και κείνο το διαφορετικό από αγκάλιασμα, καρδιοχτύπι έγινε άτακτο στη σκέψη του Μενέλαου.

Κι όταν διάβαζε τα γράμματά του στην μάνα του, πάντα στο τέλος είχε μια μεγάλη αγκαλιά για κείνη.

Μόνο αυτό. Τίποτα άλλο. Εκείνη απαντούσε στα γράμματά του, ό,τι της έλεγε η μάνα του. Και σαν την ρώτησε μια φορά, εσύ θέλεις να του στείλεις μια αγκαλιά Βασιλικούλα;

Εκείνη κοκκίνησε κουνώντας το κεφάλι της, για ναι. Κι από τότε στο τέλος της απάντησης στο γράμμα, υπήρχε και η αγκαλιά της κι η καρδιά της που χτυπούσε άτακτα. Ήταν φορές που κόντευε να σπάσει ώσπου να τελειώσει το γράμμα.

Μεγάλωνε κι ομόρφαινε, κι οι γαμπροί στέλνανε τα προξενιά τους. Και πως να το γράψει η μάνα αυτό με το χέρι της, που δεν ήξερε μια κλίτσα γράμμα; Πως να πει στην Βασιλικούλα γράψε τούτο, γράψε τ’ άλλο για όλες τις φοβίες της μην την χάσουν;

Μόνο του έγραφε γύρνα γιε μου.

Γύρνα πια. Τα χρόνια κοντεύουν οχτώ που λείπεις και γω μεγάλωσα και θα φύγω.

Ετούτο που του έγραφε, ήταν για κείνη, που είχε γίνει μια κοπέλα έτοιμη για γάμο πια, και την πιέζανε να παντρευτεί.

Ποτέ δεν της έστειλε ένα γράμμα ξεχωριστά. Εκείνο το ένα και το μοναδικό που είχε, ήταν αυτό την βραδιά που είχαν το τραπέζι του αποχαιρετισμού. Αυτό διάβαζε και ξαναδιάβαζε. Από όλα εκείνα που της έγραφε φουντώσαν τα αισθήματά της.

Και τα κρατούσε ζωντανά τόσα χρόνια.

Δεν θέλησε να της γράψει ποτέ. Ήξερε πως ήταν λάθος του, μα ήθελε να την αφήσει να αποφασίσει εκείνη για αυτούς. Αυτό της έγραφε μέσα, και κείνη δεν μπορούσε να το καταλάβει τότε.

Αργότερα όμως το κατάλαβε. Της έγραφε επίσης πως τα δικά του αισθήματα δεν θα αλλάξουν ποτέ. Αντιθέτως θα μεγαλώνουν κι ας υπάρχει αυτή η απόσταση.

Από κείνη θα περιμένει απάντηση, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Οι καρδιές της έγραφε σε κείνο το γράμμα, όταν χτυπήσουν δυνατά κι ανυποχώρητα, είναι ικανές να περιμένουν χρόνια.

Τα όνειρα που κάνανε οι δυο τους φτάνανε μέχρι στο τέλος της ζωής τους, μα κι αν γινότανε να ξαναγεννηθούν, πάλι τα ίδια θα κάνανε. Μαζί για κάθε θάνατο και μαζί για όλες τις ζωές.

Κάνανε τα ίδια όνειρα. Μόνο εκεί συναντιόντουσαν. Εκεί φιλιόντουσαν, και’ κει οι καρδιές τους γινότανε μία.

Εκείνη έπρεπε να αποφασίσει. Αυτός είχε αποφασίσει σαν ήταν μικρή κι η μάνα της, του την εμπιστεύτηκε για λίγο πηγαίνοντας σε δουλειά μη έχοντας ποιος να την προσέξει.

Από τότε την αγάπησε σαν αδερφή του, μα μεγαλώνοντας η αγάπη άλλαξε και ήθελε δική του να την κάνει.

Αυτός ήταν κι ο λόγος που ξενιτεύτηκε. Να μπορέσει μέσα από την σκληρή δουλειά που έκανε να μαζέψει χρήματα.

Να επιστρέψει, και να της προσφέρει ό,τι μπορούσε. Κι αν εκείνη θα ένιωθε το ίδιο, τότε θα γυρνούσε.

Οι γονείς της την πιέζανε. Διώχνεις την τύχη σου της λέγανε.

Αυτή δεν είναι η τύχη μου τους έλεγε και γελούσε. Αν ήταν δεν θα έφευγε. Θα έμενε. Όπως τα δικά μου καρδιοχτύπια. Μα τούτο δεν ήταν ώρα να το πει ακόμα. Σίγουρη και κείνη πια, να το ζήσει ήθελε, γιατί ετούτη την ομορφιά δεν την έχουν πολλοί.

Τυχερή ήταν που το μυαλό της έφευγε κάθε μέρα και πήγαινε να τον βρει εκεί στα ξένα. Τυχερή ήταν που μπορούσε να ονειρευτεί με τα μάτια ανοιχτά. Μα είδε πως ετούτο δεν το χόρταινε, και αποφάσισε να του γράψει.

Την πήρε την απόφασή της, και του το έγραψε. Μέσα στον φάκελο της μάνας του την έβαλε την απάντηση.

Έλα του έλεγε. Είμαι έτοιμη και ‘γω. Δεν με νοιάζει αν έχεις μαζέψει χρήματα. Η αγάπη σου με νοιάζει. Αυτή θέλω.

Την αγκαλιά σου, και το χτύπο της καρδιάς σου. Έλα του έλεγε.

Έλα. Να πάρουν τα όνειρα μορφή, ζωή κι ανάσα.

Σειρά του τώρα να διαβάζει το γράμμα της κάθε μέρα. Σειρά του ήταν για τούτο. Δανεικά είναι αυτά.

Ετοίμασε το νυφικό σου, της έγραψε. Έρχομαι σε τρεις μήνες.

Έκλεισε όλες του τις εκκρεμότητες, πήρε μια βαλίτσα ,και επέστρεψε. Μια βαλίτσα στο χέρι όπως και τότε που έφυγε, και πολλά όνειρα. Με όνειρα έφυγε ο Μενέλαος, με όνειρα ξαναγύρισε. Μόνο που ετούτα ήταν άλλα..

Ετούτα είχαν πόθο. Έναν πόθο που δεν τον άφηνε τόσα χρόνια να τον κάψει. Μα τώρα την ήθελε την φωτιά του. Ναι. Να καεί ήθελε. Να καεί στην αγκαλιά της.

Η μάνα τον περίμενε στο κεφαλόσκαλο. Είχε βάλει και την καλή της φορεσιά! Τι έτσι θα τον υποδεχόταν τον γιο της;

Η Βασιλικούλα δίπλα της, να λάμπει στην σκέψη πως θα τον δει, και κείνου τα γόνατα να κόβονται σαν πλησίαζε στο σπίτι του.

Όταν μπήκε στην αυλή τους, μάνα φώναξε και κείνης η ανάσα λιγόστεψε. Μέσα στην αγκαλιά του την ξαναβρήκε ολάκερη κι ανάσανε η δόλια.

Όση ώρα η μάνα χόρταινε το αγκάλιασμα, η Βασιλικούλα, προσπαθούσε να μερέψει τους χτύπους της καρδιάς της. Πόσο όμορφος είναι ο άντρας της! Πόση λεβεντιά είχε! Ξεπερνούσαν ακόμα και τα όνειρά της!

Σαν άφησε την μάνα του και πήγε κοντά της, δάκρυσε από χαρά κι ευτυχία. Βασιλική μου της είπε. Βασιλικούλα μου!

Βασιλικέ μου, κι άρωμά μου! Εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά του, κι ό έρωτας μοσχοβολούσε τρυφεράδα και πόθο μαζί!

Πάμε της είπε. Πάμε στους γονείς σου. Δεν έχομε χρόνο για χάσιμο. Το νυφικό της κρεμασμένο στην κρεμάστρα.

Το σπίτι ανάστατο σαν την καρδιά τους. Η γειτονιά όλη γλεντάει!

Ο γάμος αυτός ήτανε της καρδιάς! Ο Μενέλαος ώριμος άντρας με στιβαρό λόγο και αισθήματα ατελείωτα για κείνο το κοριτσάκι που κάποτε του το εμπιστεύτηκαν για λίγο.

Και να που τώρα το ίδιο το κοριτσάκι, γυναίκα πια, του εμπιστεύεται την ευτυχία της. Με τις ευχές των γονιών τους πήγαν στην εκκλησία. Σε τούτο το στρωμένο το τραπέζι του γάμου, η Βασιλικούλα δεν είχε βάλει το χέρι της.

Είχε όμως βάλει την καρδιά της, στη χούφτα του Μενέλαου, και κείνος την κρατούσε τόσο τρυφερά. Την κρατούσε όπως κρατάει κάποιος τα πολύτιμά του. Αυτό ήταν για κείνον. Το πολύτιμό του!

Το πολυτιμότερό του!

Τον χορό τον άνοιξαν οι δυο τους, μεθυσμένοι απ’ τον έρωτά τους! Με όλους χόρεψε η νύφη. Έθιμο ήταν, και κείνος έλιωνε σαν σκεφτόταν την στιγμή που θα την έκανε δική του.

Το γλέντι σχόλασε σαν βγήκε ο ήλιος. Και κείνος πήρε τον ήλιο του αγκαλιά και έλιωσε στην πυρά του!

Κι όσο έλιωνε εκείνος, τόσο τύλιγε η λάβα του, το κορμί της. Μα κείνο το ξέχωρο από όλα ήταν η ψυχή τους που ενώθηκε μέσα στο καμίνι του έρωτά τους!

Ήταν απόγευμα. Αγκαλιά του την κρατούσε στην βεράντα του σπιτιού τους, και βλέπανε το δειλινό.

Ετοίμασε το νυφικό σου, της έγραψε. Έρχομαι σε τρεις μήνες.

Ετούτο σκεφτόταν ο Βασιλικός του, μέσα στην αγκαλιά.

Σήκωσε τα μάτια της, τον κοίταξε, και του είπε.

Μεγάλωσε την αγκαλιά σου! Σε οχτώ μήνες θα έρθει το παιδί σου! Στα χείλια της έσκυψε ο Μενέλαος, μα τούτη την φορά δεν μύρισε βασιλικό. Μοσχοβολάγανε λεβάντα!

Σαν την ανάσα του παιδιού τους, κι η αγκαλιά του μεγάλωσε μαζί με την αγάπη του!

Ελευθερία Λάππα

facebook.com/eleftheria.lappa

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση