Τα παλιά τα χρόνια, αν δεν είχες παντρευτεί μέχρι τα είκοσι πέντε, δύσκολα έβρισκες γαμπρό μετά.
Κι αν έβρισκες, κάνας σακάτης θα’ ταν, κάνας ξενόφερτος μπατίρης, η κανένας χήρος.
Να σε πάρει να τον υπηρετείς, η να του μεγαλώνεις τα παιδιά αν ήταν μικρά. Στην καλύτερη περίπτωση, θα έπαιρνες κάνα θεοσεβούμενο, που έζωνε το παντελόνι μέχρι πάνω κι έβαζε και το πουλόβερ από μέσα.
Μόνο σαν πήγαινε στην εκκλησιά την Κυριακή, φόραγε το πουκάμισο με το κουμπί να του σφίγγει το λαρύγγι.
Κι ένιωθες και τυχερή που δεν γύρναγε να κοιτάξει άλλη γυναίκα. Το γεγονός πως δεν τον κοιτούσε καμιά, δεν σ’ ένοιαζε.
Σου έφτανε που σου’ βαλε την κουλούρα…
Το πόσο γλυκιά ήταν η μπουκιά της, δεν το ξέρει κανείς, παρά μόνο αυτή. Ανάσταση στο κρεβάτι της, έκανες δυο τρεις φορές τον χρόνο. Τα “ντροπής πράματα” ο θεός δεν τα ευλογεί.
Και πολλές φορές έμενε και άτεκνη.
Ε, από μόνα τους δεν γίνονται. Ο σπόρος του θεού δεν έφτανε μέχρι την μήτρα της γυναίκας. Μόνο της ντροπής πήγαινε μέχρι εκεί. Αλλά αυτή η ντροπή πήγαινε στο κρεβάτι σπάνια, και γκαστριά δεν είχε..
Η γκαστριά, ήταν ευλογία, αλλά όλα τα άλλα ήταν “ντροπής πράματα”. Που να ξεζωθεί και το πουλόβερ…
Η Μαριώ του Νικόλα, έμεινε ανύπαντρη, και την πήραν τα χρόνια. Στα τριάντα έφτασε να πάρει τον εξηντάρη.
Είχε μείνει χήρος. Την έχασε την γυναίκα του, πριν από πέντε χρόνια, κι έψαχνε να βρει μια γυναίκα να τον φροντίζει.
Έτσι ήταν μαθημένος. Από τα χέρια της μάνας, έπεσε στα χέρια της γυναίκας του. Τον φρόντιζε και τον είχε στα όπα όπα..
Αλλά και κείνος όμως, κορώνα στο κεφάλι του την είχε.
Τίποτα δεν της έλειπε. Όλα, της τα κουβάλαγε στο σπίτι της. Περάσανε καλά μαζί. Παντρέψανε και τα παιδιά τους. Είδαν κι εγγόνια. Αλλά τον άφησε μια μέρα, έτσι ξαφνικά.
Γύρισε από την δουλειά του, κι η αυλή του, γεμάτη κόσμο. Τα παιδιά του να κλαίνε ,και κείνη στολισμένη για τον άλλο κόσμο.
Τον ψάχνανε να τον βρούνε, μ’ αυτός είχε πεταχτεί να της πάρει ένα δώρο στην πόλη δίπλα.
Σαν σήμερα την παντρεύτηκε. Σαν σήμερα του γάμου τους, τον άφησε.
Κι αυτός γονάτισε με την καρδιά κομμάτια δίπλα της, έβγαλε το κουτάκι με τα σκουλαρίκια και τ’ άφησε στα μαλλιά της, δίπλα από τ’ αυτί. Την έκλαψε.
Τίμησε το πένθος του, και το νεκρό του στεφάνι. Αλλά κάποια στιγμή, είπε φτάνει. Δεν την φέρνω πίσω.
Πήγε στην κάμαρα, πήρε την φωτογραφία της στα χέρια του, την κοίταξε με πολλή αγάπη, και την ρώτησε.
Είχες παράπονα από μένα; Όχι του είπε και γιόμισε η κάμαρα από την φωνή της.
Και πριν την ρωτήσει, αν θα του κάκιωνε σε έναν άλλο γάμο, όχι του φώναξε ξανά δυνατά. Όχι. Να το κάνεις.
Δεν μπορώ να σε νιώθω μόνο σου. Δεν θα σου κακιώσω. Την άφησε απαλά κάτω στο κομοδίνο. Δίπλα του την είχε.
Κάθε βράδυ την καληνύχτιζε.
Την άφησε κάτω, και της είπε, αφού δεν μου κακιώνεις, θα το κάνω. Το μυαλό του πήγε στην Μαριώ.
Σιτεμένη ήταν. Τα’ χε πατήσει τα τριάντα. Κι άξια. Είχαν μείνει ορφανά τέσσερα παιδιά. Η μεγαλύτερη ήταν, και τα μεγάλωσε σαν δικά της. Τα πάντρεψε και τα τρία, και προίκισε τις αδερφές της ,με την βοήθεια του αδερφού.
Στο τέλος παντρεύτηκε κι αυτός. Αλλά αυτή απόμεινε ώσπου να τα κάνει όλα ετούτα. Απόμεινε, και τάχτηκε να τα βοηθάει.
Όπως θα έκανε μια μάνα. Αυτήν θα πάρω είπε.
Την Μαριώ του Νικόλα. Κι όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι να το σκέφτεται. Αν μου πει όχι; Έλεγε και ξανάλεγε και δεν το’ θελε να γίνει έτσι. Να πει ναι, ήθελε. Την είχε σε εκτίμηση μεγάλη.
Η γυναίκα του, φίλη της μάνας της, από μικρές, σαν πέθανε πρώτα εκείνη, του είπε, αν δεν ήταν η Μαριώ να τα μεγαλώσει τα ορφανά, ποιος ξέρει ποια μοίρα θα είχαν.
Μα κι η Μαριώ άκουγε από την μάνα της, και το θυμόταν ετούτο κι ας ήταν μικρή, πως ο Δήμος ήταν καλογυναικάς.
Και τυχερή η φίλη της που τον είχε. Μέρες το σκεφτόταν. Πως να γίνει να της το πει;
Να στείλει την κυρά Ασημίνα; Σπάνια δεν τελείωνε προξενιό. Καταφερτζού ήταν μεγάλη.
Να πάει να το πει μόνος του; Πολύ το σκέφτηκε κι αποφάσισε να πάει να βρει τον αδερφό της. Αντρίκια πράγματα, κι αντρίκιες κουβέντες. Παστρικές. Απόγευμα ήταν όταν του χτύπησε την πόρτα. Καλώς τον Δήμο του είπε. Πέρνα μέσα.
Όχι του είπε. Δεν θα δώσω την αδερφή μου, σε έναν μεγαλύτερο. Μα δεν ήταν αυτός ο λόγος.
Την βοήθεια δεν ήθελε να χάσουν. Αν παντρευτεί η Μαριώ, δεν θα τους βοηθάει πλέον. Άλλη να βρεις του είπε. Να σου ταιριάζει. Η αδερφή μου δεν είναι για σένα.
Πήρε την κρυάδα ο Δήμος, μα δεν το’ βαλε κάτω. Κι όσο την σκεφτότανε να κουβαλάει τα ζαλίκια, να ρίχνει θημωνιές στην αυλή της νύφης της, και να δουλεύει στα χωράφια του αδερφού της, να καρπώνεται αυτός τα καλά τους, δεν ησύχαζε.
Όσο την έβλεπε να τρέχει, πότε στον ένα, πότε στον άλλο, θύμα την έλεγε. Θύμα, που την εκμεταλλεύονταν.
Πονόψυχη αυτή, γεμάτη καλοσύνη και προσφορά. Την ήθελαν ανύπαντρη να την ξεζουμίζουν. Πήγε και βρήκε την αδερφή της, που ήταν παντρεμένη στο δίπλα χωριό.
Της μίλησε, και κείνη του είπε, να πας. Να πας να της το πεις ο ίδιος, χωρίς προξενήτρες.
Ναι του είπε, χωρίς δεύτερη σκέψη η Μαριώ. Ναι. Κι ο γάμος τους έγινε και σύντομα. Δεν θέλω γλέντια του είπε, και στολίδια. Ούτε νυφικό. Οι δυο μας να πάμε στην εκκλησιά, με τον κουμπάρο. Όλα θα γίνουν όπως πρέπει της είπε.
Και νυφικό θα βάλεις, και κόσμο θα’ χομε στον γάμο μας. Δεν κάνεις κάτι κακό να γίνει στα κρυφά.
Όλο το χωριό ήταν στο γάμο, να κάνει χάζι την νύφη και τον γαμπρό. Κι όλοι τους ευχήθηκαν τα καλύτερα. Της άξιζε της Μαριώς ετούτη η τύχη.
Τύχη ήταν να πάρει τον Δήμο, κι ας ήταν μεγαλύτερος. Ήταν καλός άνθρωπος, και μαζί του θα πέρναγε καλά.
Αυτό είδε και κείνη κι είπε το ναι αμέσως. Σαν αστραπή πέρασε η ζωή της κοντά του. Πως ήταν μεγαλύτερος τόσα χρόνια, δεν την ένοιαζε. Τώρα θα δούλευε για το σπιτικό της.
Αυτά σκέφτηκε κι είπε ναι. Όμορφη είσαι Μαριώ μου, της είπε σαν σχόλασε το γλέντι και μείνανε μόνοι τους. Όμορφη!
Την φωτογραφία της συχωρεμένης, την είχε βγάλει από το κομοδίνο. Τους νεκρούς τους έχομε στην καρδιά μας σκέφτηκε, μα η ρημάδα είναι μεγάλη κι έχει χώρο και για τους ζωντανούς.
Εκείνη μαζεύτηκε στο κρεβάτι μες την ντροπή. Ξάπλωσε δίπλα της, και την πήρε στην αγκαλιά του.
Δεν θα γίνει, τίποτα της είπε, αν δεν το θέλεις. Εγώ είμαι εδώ, και σε περιμένω να μου το ζητήσεις. Όλη νύχτα στην αγκαλιά του την είχε και κουβεντιάζανε. Όλα τα ξέρω. Όλα. Εδώ ζω και’ γω της είπε. Άξια είσαι και παινεμένη!
Μα τώρα θα είσαι κυρία στο σπίτι σου. Θα ξεχάσεις τα χωράφια, θα ξεχάσεις τα τρεξίματα, και τα ζαλίκια. Εγώ δεν θέλω δούλα. Όλα θα σου τα φέρνω εγώ.
Εσύ θα φροντίζεις μόνο εμάς. Εσένα και μένα. Άλλαξε η ζωή της.
Έλαμπε από χαρά η Μαριώ, και τα αδέρφια της που ήταν στο χωριό, της κάκιωσαν για τον γάμο.
Η αδερφή της που ενθάρρυνε τον Δήμο, τους στεφάνωσε. Πέρασαν μέρες από τον γάμο κι ακόμα το φιλί της δεν το είδε ο Δήμος, μα είχε υπομονή.
Ανήμπορος γύρισε μια μέρα από τα χτήματα. Όρεξη δεν είχε να φάει, και κείνη ανησύχησε. Να φωνάξω γιατρό του είπε. Να ξαπλώσω θέλω, και τον πήγε στο κρεβάτι. Έκατσε δίπλα του και τον φρόντιζε.
Πέντε μέρες κράτησε η ανημποριά του. Τίποτα δεν έχει είπε ο γιατρός. Περαστικό είναι. Η Μαριώ τρόμαξε μην τον έχανε, και δεν του είχε δοθεί.
Δεν ήταν πως δεν το ήθελε, μα κάτι την κράταγε και δεν ήξερε τι ήταν αυτό. Αργότερα κατάλαβε πως ήθελε να τον ποθήσει. Να τον ερωτευτεί ήθελε. Σαν το πατέρα της τον έβλεπε, και κείνος είχε υπομονή, μα για πόσο ακόμα;
Στα χτήματα πήγε μια μέρα να τον βρει. Να του μιλήσει. Να του πει πολλά ήθελε. Μα δεν χρειάστηκε να πει λέξη.
Η ζήλια έκανε την δουλειά της. Τον είδε να μιλάει με μια γυναίκα, που ήταν περαστική από κει, και τον ρωτούσε. Τι; Δεν ήξερε. Αυτό που ήξερε ήταν πως τον πόθησε, και πως πήγε κοντά του, και τον αγκάλιασε μπροστά της και τον φίλησε.
Εκείνη έφυγε, κι αυτοί γυρίσανε στο σπίτι κι έγινε δική του.
Δεν τον άφηνε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Θαύμα έγινε της έλεγε ευτυχισμένος. Θαύμα! Μέσα μου του είπε.
Μέσα μου έγινε. Ήταν νεκρά τα μέσα μου, κι αναστηθήκανε από φόβο μην σε χάσω, σαν μίλαγες μαζί της.
Τέτοια ευτυχία ο Δήμος δεν την είχε ξανανιώσει, ούτε με την πρώτη του γυναίκα. Σε δυο μήνες η Μαριώ του είπε πως περιμένει το παιδί τους. Η χαρά του, ήταν απερίγραπτη. Κι όταν ήρθε η κόρη του, ο Δήμος προσευχήθηκε, να τον έχει ο θεός καλά. Να την αναθρέψει.
Ογδόντα χρονών ο Δήμος. Την ανάθρεψε την κόρη του. Η Μαριώ πενήντα, κι η κόρη τους στα είκοσι.
Πέρασε πολύ καλά μαζί του. Γνώρισε τον έρωτα. Έμαθε την αγάπη! Μεγάλωσε την κόρη τους. Μια χάρη θέλω της είπε ο Δήμος. Εγώ θα φύγω. Θέλω να συνεχίσεις να ζεις.
Θα ζω, του είπε. Θα ζω με όλα εκείνα που γνώρισα κοντά σου! Μαζί σου έζησα δέκα ζωές.
Έζησα τόσα, που η καρδιά μου δεν χωράει άλλα. Είναι γεμάτη από σένα κι από κείνα που της έδωσες! Θα ζω! Ο Δήμος έκλεισε τα μάτια του, προσπαθώντας να εμποδίσει τα δάκρυα.
Μα κείνα τα άτιμα κυλήσανε, και τα άνοιξε. Ήθελε να τα ακουμπήσει στο βλέμμα της. Να δει πως είναι η ευτυχία σαν κλαίει κάποιος χορτασμένος από δαύτη.
Πάμε της είπε. Δέκα χρόνια νεότερο με έκανες. Πάμε να ζήσουμε ακόμα. Η κόρη τους, τους κοιτούσε από το παράθυρο να είναι πιασμένοι χέρι χέρι. Μπόρεσε και είδε την ευτυχία τους, που τους είχε στην αγκαλιά της.
Μια τέτοια αγάπη θέλω σκέφτηκε. Μια τέτοια αγάπη! Και ήξερε πως θα έρθει! Τα πράγματα είχαν αλλάξει. Στα είκοσι, δεν είσαι μεγάλη πια. Αλλά είσαι έτοιμη να αγαπήσεις δυνατά.
Και κείνη το’ νιωσε. Κοντά ήταν η ώρα…Τελικά τα καλύτερα σενάρια τα γράφει η ζωή.
Και η ψυχή σκηνοθετεί με το βαθύ της βλέμμα. Έξω από το σπίτι τους ,ένας άνδρας σταμάτησε το αμάξι του. Κατέβηκε και μπήκε στην αυλή τους. Βγήκε να μάθει τι θέλει και βρέθηκε εκεί.
Κι έμαθε πως ήταν η αγάπη που καρτερούσε..
Μια τέτοια αγάπη ήθελε! Όταν κανείς θέλει κάτι πολύ, εκείνο έρχεται και φωλιάζει μέσα σου.
Ριζώνει, κι απλώνεται. Σε παίρνει μαζί του, και σε ταξιδεύει. Σαν το βλέμμα του Δήμου και της Μαριώς που ακόμα ονειρεύονται πολλές ζωές μαζί.
Μαζί για πάντα της είχε πει, όταν ζήλεψε την άγνωστη γυναίκα. Ακόμα και πέρα από τον θάνατο..
Μα τώρα ζούνε ακόμα πλάι πλάι, χορτασμένοι νηστικοί…Αυτοί θα συναντηθούνε, και πέρα από τον θάνατο.
Στο πάντα εκείνο, που δεν έχει τέλος. Για πάντα μαζί, της είχε πει και θα κρατήσει τον λόγο του. Θα τον κρατήσει, όπως κρατάει εκείνη το χέρι του.
Ελευθερία Λάππα
leelatalie📷