ΜΕ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΑΝ ΜΕΣΑ ΣΕ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ!

mike
By
39 Views
5 Min Read

Σήμερα, τσονάκια μου, βγήκα για κάτι ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Ήθελα μερικά κολοκυθάκια και να πάρω και λίγες φέτες από κάποιο καλό αλλαντικό, ξέρετε, τύπου φουαντρέ.

Επειδή όμως οι καιροί είναι δύσκολοι και τα λεφτά δεν φτάνουν πάντα, όταν πλησιάζω στα ψυγεία επιλέγω με σύνεση: 4 ή το πολύ 6 φέτες γαλοπούλα και μπορεί και κάποιο άλλο αλλαντικό . Κι αν το επιτρέπει η τσέπη μου για να βγει ο λογαριασμός στο ταμείο θα ζητήσω και 2 ευρώ τυροσαλάτα ή 1,5 ευρώ ουγγαρέζα που μου αρέσει, για να φτιάξω ένα σαντουιτσάκι.

Τα πράγματα έχουν δυσκολέψει πάρα πολύ σε μια χώρα που η επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ αρχίζει σιγά – σιγά να φαντάζει βόλτα σε “μουσείο”, όπου τα προϊόντα αρχίζουν να φαντάζουν σαν “εκθέματα” και οι τιμές τους μοιάζουν με ταμπέλες του τύπου “ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΤΕ!”.

Εμένα βέβαια δεν μου μένουν και λεφτά γιατί πάντα είχα ως προτεραιότητα τον συνάνθρωπο. Όπου μπορώ, από το μικρό μου υστέρημα, δίνω χωρίς να παραπονιέμαι. Ίσα-ίσα, εγώ ακόμα και μια μέρα να μην έχω να φάω, θα πάω στη λαϊκή, θα πάρω λίγα λαχανικά και φρούτα και θα νηστεύσω, χωρίς να με πειράζει καθόλου. Σήμερα λοιπόν, στάθηκα στον πάγκο και ζήτησα αυτά τα λίγα που άντεχε η τσέπη μου. Μόλις είπα στην υπάλληλο «4 φέτες από αυτό, 6 από το άλλο και 1 ευρώ σαλάτα…», άκουσα τον βρυχηθμό της.

— «Γυμνάσια μου κάνεις;» μου λέει με νεύρα.

— «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε», της απάντησα ευγενικά.

— «Έρχεσαι και ζητάς πράγματα που δεν αξίζει τον κόπο ούτε να τα κόψω…»

Ντράπηκα, τσονάκια μου. Ντράπηκα πολύ. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα βαθιά πως ο ρατσισμός δεν αφορά μόνο το χρώμα του δέρματος ή την εθνικότητα, αλλά και την τσέπη του καθενός.
— «Μα ξέρετε…» της είπα ψιθυριστά, «τόσα μπορώ να ζητήσω, τόσα έχει η τσέπη μου για να πληρώσω στο ταμείο».

Με ξανακοίταξε με θυμό, άρπαξε με νεύρα το μεγάλο κομμάτι της γαλοπούλας και μονολόγησε: «Σκέψου να έρχονταν όλοι και να έκαναν το ίδιο με σένα, ρε μάγκα!».

Βούρκωσαν τα μάτια μου, μου ήρθε να βάλω τα κλάματα. Αναρωτήθηκα μέσα μου: «Τόσο πλούσιοι γίναμε πια εδώ στα Τρίκαλα; Άνθρωποι που προσφέρουν στους άλλους, που δεν κρατάνε για τον εαυτό τους και ζητάνε τα λίγα, να θεωρούνται μίασμα και να δέχονται προσβολές;»

Εκείνη τη στιγμή της απόγνωσης, μια ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα κοντοστάθηκε δίπλα μου. Μου έπιασε τρυφερά το χέρι και με κοίταξε στα μάτια:
— «Μην σε νοιάζει, γιόκα μου… Πάρε ό,τι θέλεις κι έχω εγώ τη σύνταξή μου να σου πληρώσω ό,τι δεν μπορείς».

Γύρισα, με συγκίνηση στα μάτια, και φίλησα τα χέρια αυτής της ευλογημένης γυναίκας. Της είπα ένα μεγάλο ευχαριστώ και απομακρύνθηκα από τα αλλαντικά. Δεν ήθελα να πάρω τίποτα πια από εκεί. Ούτε καν! Στο ταμείο πλήρωσα μόνο τα κολοκυθάκια που είχα πάρει στην αρχή και έφυγα. Πήγα σε ένα άλλο σούπερ μάρκετ, εκεί κοντά. Πλησίασα τον πάγκο και, φοβισμένος ακόμα, ζήτησα συγγνώμη από την κοπέλα αν τη βάζω σε δύσκολη θέση με τα λίγα που της ζητάω. Η απάντησή της ήταν βάλσαμο για την ψυχή μου. Μου χαμογέλασε πλατιά και μου είπε:
— «Ευχαρίστησή μου να το κάνω, αυτή είναι η δουλειά μου! Και στο κάτω-κάτω, πώς να το κάνουμε; Όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν τη δύναμη να αγοράζουν όπως οι άλλοι, κι αυτό οφείλουμε να το σεβόμαστε!»

Ζω στα Τρίκαλα και σήμερα, ανάμεσα σε δύο σούπερ μάρκετ, αντίκρυσα μέσα από δύο υπαλλήλους δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Χαίρομαι και νιώθω περήφανος που ανήκω σε εκείνον τον κόσμο που έχει μάθει να ζει με τα λίγα, αλλά με περίσσευμα καρδιάς.
Με αγάπη,🙏❤️✝️
Αντώνης Κούκεν

add
TAGGED:
Share This Article