Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε, και της χτύπαγε το κεφάλι στην ξύλινη πόρτα.

mike
By
20 Views
14 Min Read

Ξεδιάντροπη της φώναζε.

Ξεδιάντροπη, βρωμοθήλυκο. Με τον άντρα μου βρήκες να βγάλεις τα μάτια σου; Με τον πατριό σου; Και δώστου να της κοπανάει τα μούτρα στην πόρτα. Μες τα αίματα φώναζε η κόρη της.

Όχι μαμά, όχι. Δεν έγινε με την θέλησή μου.

Ο πατριός όρθιος, να της λέει, μου ρίχτηκε. Μου ρίχτηκε. Για το στόμα που της είχε κλείσει μ’ ενα κομμάτι από σχισμένο παλιοσέντονο, ούτε κουβέντα, κι αυτός, κι η μάνα της.

Ούτε για τον στύλο που την είχε δεμένη όρθια μέσα στην καλύβα.

Να’ χει τα χέρια του ελεύθερα ήθελε, να χαϊδεύει το άγουρο ακόμα κορμάκι της, της το’ δεσε το στόμα να μην το κλείνει με το χέρι του. Έτσι τους βρήκε.

Κι επειδή δεν ήθελε να τα βάλει μαζί του, τα’ βαλε με την κόρη της. Την χτύπαγε με λύσσα.

Αργότερα, πολύ αργότερα, όταν ετοιμαζόταν να πάει να βρει, τον πρώτο της άντρα, τον πατέρα της Αννίκας που’ χε πεθάνει, στην εξομολόγησή της στον παπά, του το είπε.

Αυτόν χτυπούσα κείνη την στιγμή παπά μου. Αυτόν.

Την πέταξε έξω από το σπίτι την κόρη της, και δεν της άνοιξε ακόμα κι όταν την παρακαλούσε. Που να πάω μάνα της έλεγε.

Που; Άνοιξέ μου και’ γω θα σου πω, πως ναι.

Εγώ του ρίχτηκα, αφού αυτό θέλεις να ακούσεις. Αφού αυτό θέλεις για να νομίζεις πως παντρεύτηκες κάποιον μετά τον πατέρα μου, που σε αγαπάει.

Άνοιξέ μου μάνα, και θα σου πω, πως εγώ του είπα να με δέσει. Μάνα άνοιξέ μου.

Ούτε και τότε της άνοιξε. Να φύγει ήθελε. Να φύγει να μην ξανασυμβεί, λες κι η κόρη της ήταν το ανάθεμα.

Το ανάθεμα το έβαζε στα σκέλια της.

Το πρωί την βρήκε να κοιμάται στην καλύβα κουλουριασμένη πάνω στα άχυρα. Την έδιωξε κακήν κακώς. Τίποτα δεν ήθελε να ακούσει. Τον δρόμο προς τα χωράφια πήρε η Αννίκα.

Από την αντίθετη πλευρά του χωριού, να μην την δει κανείς στα χάλια που ήταν. Όλη μέρα περπατούσε. Χωρίς νερό, και χωρίς φαΐ, μα δεν την ένοιαζε.

Αυτό που σκεφτόταν ήταν που να πάει, και τι θα απογίνει. Νύχτωσε κι έγειρε να κοιμηθεί κάτω από ένα δέντρο.

Το καλοκαίρι δεν είχε τελειώσει ακόμα, μα γύρω στο ξημέρωμα κρύωσε, κι αγκάλιασε το σώμα της μπας και το ζεστάνει.
Ξύπνα της έλεγε μια φωνή. Ξύπνα.

Άνοιξε τα μάτια της, και τον είδε να την κοιτάει με απορία. Ποια είσαι την ρώταγε, και πως βρέθηκες εδώ;

Τρομαγμένη του είπε, η Αννίκα είμαι και χάθηκα. Σήκω ξανάπε. Σήκω να πας στο σπίτι σου, στους γονείς σου.

Πετάχτηκε πάνω, και του είπε, όχι. Όχι. Δεν έχω γονείς. Μόνη είμαι. Δεν ήθελε και πολλά να καταλάβει τι της έχει συμβεί.

Τα ξεραμένα αίματα στο πρόσωπο, τα σκισμένα ρούχα, κι οι μελανιές το μαρτυρούσαν. Δεν την ρώτησε άλλο, μόνο ξεκρέμασε από την σέλα του αλόγου του, το φλασκί με το νερό.

Της έδωσε να πιει, κι είδε τα σημάδια στους καρπούς της από το δέσιμο. Και να’ ξερα ποιος είναι σκέφτηκε, στο γόνατο θα τον έσφαζα. Δεν το έμαθε ποτέ.

Της ξέπλυνε λίγο το αίμα που’ χε ξεραθεί, μα η ψυχή της Αννίκας αιμορραγούσε μονίμως σε όλη της την ζωή.

Την ανέβασε στο άλογο, και ξεπεζέψανε σε ένα μεγάλο αρχοντόσπιτο. Κατά ένα παράξενο τρόπο η μικρή ένιωσε μια ασφάλεια, μια σιγουριά κοντά του.

Θες η καλοσύνη του; Θες το καθαρό του βλέμμα; Θες που δεν την ρώτησε πολλά πράγματα;

Φώναξε την γυναίκα του, και βγήκε να τους συναντήσει στην αυλή, μια αφράτη στρογγυλοπρόσωπη, και σαν τους είδε, κάτι θέλησε να πει. Δεν την άφησε όμως εκείνος.

Κυρά Αμαλία, της είπε. Να η κόρη που ήθελες. Να την. Μπροστά σου και μεγαλωμένη. Εκείνη είχε σαστίσει και την κοιτούσε, χωρίς να ξέρει τι να κάνει.

Αμαλία της ξανάπε, κι αυτή κίνησε, πήγε κοντά στην Αννίκα, της σήκωσε τα μαλλιά της που είχαν πέσει στο πρόσωπο, κι είδε την ματωμένη μύτη, και τα απομεινάρια από το αίμα.

Έριξε μια ματιά στον άντρα της, κι ύστερα ξανακοίταξε τα αίματα και τα πελώρια μάτια της γεμάτη συμπόνια.

Εκεί μέσα είδε και την ματωμένη ψυχή της. Άπλωσε το χέρι της, κι έπιασε το δικό της. Την τράβηξε με στοργή. Την έμπασε μέσα στο σπίτι, και της έδωσε να φάει.

Την έπλυνε, και την έντυσε μ’ ένα δικό της φουστάνι.

Το’ φερε και τρεις φορές γύρω γύρω και με μια ζώνη το’ σφιξε στην μεσούλα της Αννίκας.

Είσαι πολύ όμορφη της είπε. Είσαι πολύ όμορφη κόρη μου, κι άνοιξε την αγκαλιά της. Χώθηκε μέσα και δεν ήθελε να βγει από κει.

Ο κόρφος της Αμαλίας μοσχομύριζε αγάπη.

Μοσχομύριζε φροντίδα, κι η Αννίκα ένιωσε για πρώτη φορά αυτές τις μυρωδιές. Η μάνα της. δεν την θέλησε ποτέ.

Όπως δεν ήθελε και τον πατέρα της. Ούτε τον γάμο ήθελε μαζί του, αλλά κακιάς πάστας γυναίκα, της είχε βγει και τ’ όνομα της ακαμάτρας, κι έτσι τον πήρε. Μεγαλύτερος πολύ από κείνη, αλλά είχε χρήματα κι αυτή δεν θα δούλευε.

Ένας γάμος χωρίς αγάπη. Ένα γάμος ανάγκης και συμφέροντος. Όταν ήρθε στον κόσμο η Αννίκα. δεν την θέλω του είπε.

Αν δεν την ήθελες, να μην άνοιγες τα πόδια σου της απάντησε. Το χάδι τους δεν το πήρε.

Ο πατέρας της δεν ήταν κακός.

Αλλά χαμένος όλη μέρα στα κτήματα ήταν. Έτσι είχε μάθει εκείνος. Ολημερίς να λείπει, και να παλεύει με την γη. Λίγα θυμάται από κείνον. Λίγα. Αυτό που θυμάται όμως καλά, είναι πως αμέσως μετά την κηδεία του, ήρθε στο σπίτι τους ένας από τους εργάτες του, και δεν ξανάφυγε ποτέ.

Στην αρχή η μάνα της τον κοίμιζε στον ξενώνα. Ένα δωμάτιο έξω από το σπίτι, και μετά σιγά σιγά τον έβαλε μέσα. Όπως θυμάται και τις ματιές που τις έριχνε καθώς μεγάλωνε.

Και σαν θέλησε να πει στην μάνα της πως δεν της αρέσει έτσι που την κοιτάει, εκείνη της έδωσε ένα χαστούκι τόσο δυνατό που έχασε την ακοή της για κάμποσο καιρό.

Δεν της ξαναείπε ποτέ τίποτα, ώσπου τον έπιασε να την έχει δεμένη. Ακόμα και τότε που είδε όλα αυτά δεν ήθελε να πιστέψει πως είχε ένα κτήνος δίπλα της, παρά έδιωξε την κόρη της.

Σάμπως την ήθελε και ποτέ;

Κι όταν την ρωτούσανε που είναι η Αννίκα σου; Σ’ ενα αρχοντικό παραδουλεύτρα τους έλεγε.

Μόνο που δεν ήταν παραδουλεύτρα. Ήταν η κόρη του Φίλη και της Αμαλίας πια. Ήταν το δεύτερο παιδί τους. Το πρώτο ήταν ο Φώτης τους, που πάντα ήθελε αδέρφια, μα δεν μπόρεσαν να του κάνουν οι γονείς του.

Τώρα έχει μια πανέμορφη αδερφή. Παραδουλεύτρα τους έλεγε. Παραδουλεύτρα.

Όσο για το κτήνος, άλλα ανήλικα έδενε. Κι όταν τον ξανάπιασε στην καλύβα να κάνει το ίδιο, του έδωσε μια μ’ ένα τσεκούρι που ήταν πίσω από την πόρτα, κι έπεσε σιάδι σαν σακί.

Έλυσε την μικρή από τον στύλο και της είπε, φεύγα. Φεύγα και μην πεις τίποτα σε κανένα. Το είπε, δεν το είπε, δεν ξέρει.

Δεν ξέρει γιατί έφυγε και κείνη.

Τραβούσε τα μαλλιά της και ούρλιαζε παίρνοντας τον δρόμο για τα χωράφια, όπως κι η κόρη της. Ούρλιαζε, και πέταγε τα ρούχα της. Μόνο το μεσοφόρι άφησε, κι αυτό κομματιασμένο.

Το παιδί μου έλεγε. Το παιδί μου, σαν είχε στα αυτιά της τις φωνές της. Σαν την άκουγε να της λέει μάνα άνοιξε.

Κόρη μου φώναζε. Κόρη μου, τι συγχώρεση να σου ζητήσω; Κι αν εσύ μου την δώσεις, ποιος θεός θα την δεχτεί;

Έτσι μπήκε σ’ ένα ξωκλήσι, και βρήκε τον παπά έτοιμο να φύγει. Να ξομολογηθώ θέλω τα κρίματά μου του είπε.

Μα δεν ξαλάφρωσε. Μεγάλο το βάρος στην ψυχή της που την είχε χάσει και την ξαναβρήκε. Μα ήταν αργά για συγχώρεση.

Ακόμα κι αν ο θεός της έδειχνε ελεημοσύνη, αυτή δεν θα την έδινε στον εαυτό της. Κι άρχισε πάλι να τρέχει μέσα στα χωράφια.

Πέταξε και το μεσοφόρι αυτή την φορά. Παιδί μου φώναζε.

Σ’ ένα βράχο ψηλό ανέβηκε. Από κάτω γκρεμός.

Μια κοιτούσε τον ουρανό, και μια τον γκρεμό φωνάζοντας, δεν είμαι μάνα εγώ. Ποτέ δεν ήμουν.

Και σαν να άκουσε την κόρη της να της λέει, μάνα άνοιξε. Μάνα αν θέλεις να σου πω, πως εγώ του ρίχτηκα, αν θέλεις αυτό να ακούσεις, θα σου το πω. Άνοιξε μάνα.

Παιδί μου, συγχώρα με είπε, και ρίχτηκε στον γκρεμό. Παιδί μου συγχώρα με.

Κάπου πολύ μακριά από κείνο τον βράχο, η Αννίκα μεγάλωνε μέσα στην αγάπη. Δεν την ρώτησαν ποτέ για τα ξεραμένα αίματα.

Δεν την ρώτησαν από που ήταν.

Ούτε αν θα την γύρευε κανείς. Αυτοί ήταν ευτυχισμένοι που την είχαν κοντά τους. Κι ο Φώτης τους την πρόσεχε σαν τα μάτια του αφού ήταν ο μεγάλος αδερφός.

Αργότερα μεγαλώνοντας περισσότερο και τα δυο τους, την πρόσεχε σαν την καρδιά του. Για την Αννίκα πρωτοχτύπησε.

Το ξέρανε πως δεν ήταν αδέρφια. Όπως μάθανε πως δεν μπορούσανε να είναι χώρια ούτε στιγμή.

Κι όταν αυτό το καταλάβανε, πήγαν πιασμένοι χέρι χέρι να το πούνε στους γονείς τους.

Ο Φίλης κι Αμαλία χαμογέλασαν. Ήταν σαν να το ήξεραν και περίμεναν την στιγμή που θα τους το πούνε. Φέρανε και κείνοι στον κόσμο δυο παιδιά.

Τον Φίλη και την Αμαλίτσα, που σαν την πήρε για πρώτη φορά στην αγκαλιά της, σκέφτηκε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να την διώξει από το σπίτι τους.

Ποτέ και για τίποτα. Δεν είχε προλάβει ο πατριός της να την χαλάσει. Δεν είχε προλάβει. Όταν την πρωτοπήρε αγκαλιά ο Φώτης, χωρίς να σκεφτεί να του το κρύψει, του είπε για την καλύβα, και για την φυγή της.

Του είπε, πως δεν είχε γίνει τίποτα… Εκείνος την έσφιξε περισσότερο πάνω του λέγοντάς της, ακόμα και να είχε συμβεί, δεν θα σε αγαπούσα λιγότερο.

Τα παιδιά τους μεγάλα και φευγάτα από το αρχοντικό. Να σπουδάσουν θέλανε κι αυτοί δεν τα εμπόδισαν.

Οι γονείς τους είχαν φύγει κι αυτοί. Κι η Αννίκα καθισμένη στην πολυθρόνα της, έξω στην βεράντα που βλέπει στην αυλή, ακούει την Αμαλία να της λέει με αγάπη, έλα. Έλα κόρη μου, κι ένας στεναγμός της ξέφυγε από τα στήθια της.

Τον άκουσε ο Φώτης της, και την ρώτησε. Τι έχεις κορίτσι μου κι αναστενάζεις. Εδώ είμαι εγώ. Τι έχεις;

Τον στεναγμό εκείνο, τον άκουσε κι η μάνα της, κι ένα κομμάτι της ψυχής της σκαλωμένο στα βράχια του γκρεμού ούρλιαξε λέγοντας μια μόνο λέξη. Παιδί μου…

Μα η Αννίκα δεν το άκουσε. Αν το είχε ακούσει, ίσως έκλεινε και κείνη η τρύπα… στην δική της ψυχή.

Εδώ είμαι κορίτσι μου, της ξανάπε ο άντρας της και πήγε κοντά της να την αγκαλιάσει. Γύρισε τον κοίταξε, και χώθηκε μέσα στην αγκαλιά του σαν ένα λαβωμένο πουλάκι.

Δεν ξέρω σκέφτηκε αν θα κλείσει ποτέ αυτή η τρύπα. Ξέρω όμως πως έπαψε να αιμορραγεί προ πολλού…

Της σκούπιζε τα αίματα από την πληγή η αγάπη, και είχε κλείσει. Μα να μωρέ, ένα μικρό σημαδάκι είχε μείνει.

Ένα μικρό. Μια μικρή τρυπίτσα ήταν. Δεν βαριέσαι είπε, κι αγκάλιασε τον άντρα της. Όλοι έχουν κι από κάποιο σημαδάκι…

Ελευθερία Λάππα

add
Share This Article