Φιλήσυχος και φιλοσοφημένος ήταν ο Αποστόλης, και πολύ μπροστά από την εποχή του. Εργατικός σαν τα μελίσσια και εισέπραττε τον σεβασμό όλων.
Είχε πολλά χαρίσματα, και μεγάλη θέληση για μάθηση. Ένα από τα χαρίσματά του, η ξυλογλυπτική. Έπιανε ένα ξύλο και σκάλιζε πάνω του ολόκληρη παράσταση.
Ως φαντάρος υπηρέτησε κοντά σε στρατιωτικό γιατρό και έμαθε πολλά τα οποία τον βοήθησαν αργότερα να δώσει ανακούφιση σε πολύ κόσμο. Ποτέ δεν υπερέβαλε των όσων ήξερε.
Των όσων μπορούσε να κάνει χωρίς να κινδυνέψει ο πονεμένος, παρόλο που τον εμπιστευότανε και τον παρακαλούσανε να τους δώσει μια λύση. Εκείνος δεν τους άκουγε κι αυτός ήταν λόγος να κερδίζει την εμπιστοσύνη τους.
Ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος, με περίσσια καλοσύνη.
Ψηλή κορμοστασιά κι αδύνατος, με μια μικρή καμπουρίτσα, από ατύχημα στο στρατό. Έτσι γνώρισε τον γιατρό και τον κράτησε κοντά του ως βοηθό νοσοκόμο.
Άργησε να πάρει απολυτήριο από τον στρατό, γιατί δεν βρίσκανε άξιο αντικαταστάτη του. Όταν βρέθηκε, απολύθηκε. Γύρω στα τριάντα του πια.
Ήταν πολλές οι νύφες που τον θέλανε. Πολλά τα προξενιά που πηγαίνανε στο σπίτι του. Με τους γονείς του έμενε και κείνοι του λέγανε πότε παιδί μου θα κάνεις οικογένεια;
Αποφάσισε και πάρε μία, μα τόσα προξενιά έρχονται. Συνήθως ο άντρας στέλνει προξενητάδες. Στην περίπτωση του Αποστόλη γινόταν το αντίθετο. Ομορφάντρας και προκομμένος, κι ας είχε την καμπουρίτσα του. Μπροστά στα τόσα χαρίσματα αυτή ήταν ανύπαρκτη. Όχι έλεγε. Δεν θέλω να παντρευτώ.
Τον γέμιζε η προσφορά του στον κόσμο, παράλληλα με την ξυλογλυπτική του, και την όποια εργασία είχε να κάνει στα χωράφια του. Όταν έβγαινε να διαλέξει και να κόψει ένα δέντρο να το σκαλίσει, περνούσε όλη την μέρα σε πλαγιές δεντρόφυτες.
Εκεί χτύπησε η καρδιά του στα δέκα έξι του.
Εκεί έδωσε το πρώτο του φιλί και την υπόσχεση για πάντα. Μια υπόσχεση που δεν την κράτησε.
Μια υπόσχεση που την πήρε πίσω σαν χάλασε η συμφωνία με τον πατριό της αγαπημένης του.
Αυτό όμως τον κυνηγούσε σε όλη του την ζωή. Τον λόγο πήρε πίσω, ξέροντας πως σωστό δεν ήταν.
Την αγαπούσε, αλλά δεν μπόρεσε να ξεπεράσει, αυτό που του υποσχέθηκε και δεν το τήρησε. Οι ανάγκες πολλές μαζί με την φτώχια, και το μουλάρι μεγάλη προίκα.
Ένα μουλάρι που σαν έγινε ο αρραβώνας του είπαν πως δεν το δίνουν. Η Αγλαΐα, μικρή και όμορφη.
Άξια όσο καμιά άλλη στα γύρω χωριά, κι η αγάπη τους πολύ μεγάλη. Μια αγάπη που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, κι ας χώρισαν.
Κι ας του είπε πως μουλάρια θα κάνουν πολλά μαζί, και το’ ξερε, αλλά ο πατριός της, ένας άθλιος χαρακτήρας, όπως αποδείχτηκε στην πορεία, κρατούσε το μουλάρι, να το υπόσχεται στους υποψήφιους γαμπρούς.
Τέσσερις είχε η γυναίκα που παντρεύτηκε. Τέσσερις θυγατέρες. Και δύο που έκανε μαζί του έξι. Χήρεψε σαν η μικρή της ήταν δυο χρονών. Τι να κάνει με τέσσερα κορίτσια;
Τον πήρε για ένα κομμάτι ψωμί και την σκιά του άντρα που λέγανε στα χωριά εκείνο τον καιρό.
Για ένα κομμάτι ψωμί και ένα χωράφι μεγάλο που είχε. Με κείνο τις μεγάλωσε όλες της. Η Αγλαΐα της ήταν η ομορφότερη και η αξιότερη. Οι θημωνιές της ξακουστές παντού.
Μοιρασμένες τις είχαν τις φροντίδες. Και κείνη είχε αναλάβει να φέρνει τα ξύλα στο σπίτι. Τα ξύλα για όλες τις δουλειές.
Για την φωτιά να μαγειρεύουν, για τον φούρνο, για το τζάκι. Είχε ξεχωριστά σε πάχος και σε μέγεθος για όλα. Και τόσο νοικοκυρεμένες οι θημωνιές της που περνούσαν και τις χάζευαν.
Στις πλαγιές γνώρισε και τον Αποστόλη.
Εκεί αγαπηθήκανε. Εκεί του έδωσε το φιλί της, μαζί με την αγάπη της. Μια αγάπη που την πληρώσανε πολύ ακριβά και οι δυο τους.
Μια αγάπη που δεν την ζήσανε όπως θα έπρεπε.
Μπορεί να χωρίσανε, μπορεί άλλους να πήρανε, μπορεί να πασκίσανε για την οικογένεια που φτιάξανε ξεχωριστά, μα αυτή από μέσα τους δεν έβγαινε. Ήταν εκεί.
Λένε πως το ανεκπλήρωτο δεν πεθαίνει, κι είναι αλήθεια. Ήταν και ο λόγος των όχι του. Δεν την έβγαζε από το νου του, κι από την καρδιά του. Η μάνα του,όσο ζούσε του έλεγε,ακόμα την αγαπάς γιόκα μου; Δεν της απαντούσε. Για κείνη διώχνεις τους προξενητάδες; Να πρωτοπαντρευτεί θέλεις;
Και σαν του το έλεγε ετούτο μαχαίρια τρυπάγανε την ψυχή του, κι άρπαζε τα ξύλα του να τα δουλέψει.
Το βάσανό του μεγάλο. Πριν φύγει για το στρατό στα δέκα εννιά του, εκείνη δέκα τριών. Το φιλί τους είχε παρθενιά και γεύση από τα αγριολούλουδα της πλαγιάς. Το πρώτο και το τελευταίο τους.
Σε τρεις μέρες έφυγε για φαντάρος. Ο αρραβώνας έγινε, κι ο γάμος σαν θα γύρναγε. Τον βόλευε και τον πατριό.
Θα την είχε κοντά του δυο χρόνια ακόμα να γεμίσει ο τόπος από τις θημωνιές της. Εκείνο το φιλί πάντα ζωντανό να τον συντροφεύει σε όλα αυτά τα χρόνια, που έμεινε στον στρατό.
Αυτό ήταν και η αιτία της καμπουρίτσας του.
Ολοζώντανη την είδε μπροστά του κι έτρεξε να την αγκαλιάσει. Η σκοπιά του ήταν σε γκρεμό, και έπεσε. Έτσι την απόκτησε.
Δέκα χρόνια τον περίμενε χωρίς ένα του γράμμα. Έγραφε στους γονείς του, και πάντα της έστελνε χαιρετίσματα.
Μέσα στο γράμμα έβαζε ένα φύλλο από δέντρο με δύο άλφα κεφαλαία, να είναι ενωμένα μέσα σε μια καρδιά.
Αυτό ήταν όλο που λάβαινε από κείνον. Δεν ήταν λίγο.. Η μάνα του, της το έδινε ξέροντας πως είναι για κείνη, και η Αγλαΐα κάθε που το έπαιρνε, ένα ζαλίκι ξύλα της πήγαινε.
Δέκα χρόνια χάιδευε την καμπουρίτσα, που είχε από κείνη.
Δέκα χρόνια πάντρευε κι ο πατριός τις θυγατέρες με το μουλάρι, που το τάιζε καλύτερα κι από κείνες να’ ναι ζηλευτό.
Το έταζε και το’ παιρνε πίσω. Οι άλλοι δεν πήραν τον λόγο τους σαν εκείνος δε κράταγε την υπόσχεση.
Οι άλλοι δεν σεβάστηκαν τις θυγατέρες. Τις χάλασαν…και τις πήραν και δίχως το μουλάρι.
Η μια παρά λίγο να γεννήσει πριν τον γάμο.
Ο Αποστόλης όμως, το μόνο που της πήρε ήταν ένα φιλί. Δεν της ζήτησε τίποτα άλλο. Μα και να το ζήταγε δεν θα το έπαιρνε.
Βαθιά ηθική η Αγλαΐα, κι ύστερα μ’ ένα φιλί δεν δίνεις το κορμί σου. Δίνεις την σκέψη για το πρωτόγνωρο άγγιγμα.
Δίνεις την σκέψη κι ύστερα σιγά σιγά και χωρίς να το καταλάβεις τα έχεις δώσει όλα και περιμένεις, όχι δέκα χρόνια, μια ολόκληρη ζωή. Γύρισε κι αμέσως πήγε να κλείσουν μέρα για τον γάμο.
Και κει πάνω του είπε, πως επειδή πέρασαν τόσα χρόνια από τον αρραβώνα, μουλάρι δεν σου δίνω.
Μουλάρωσε κι αυτός και αλλάξανε όλες οι υποσχέσεις, κι η ζωή του ολόκληρη. Η Αγλαΐα από τον πατριό της έμαθε πως χάλασε ο αρραβώνας. Αυτό που ένιωσε σαν το άκουσε, ήταν θυμός. Ένας θυμός που κράτησε ως το θάνατό της.
Πήγε στο σπίτι του. Τον βρήκε και του είπε μουλάρια θα κάνουν πολλά, κι η δόλια η μάνα του έκλαιγε. Την είχε αγαπήσει όλα αυτά τα χρόνια. Εκείνος δεν σήκωσε τα μάτια του να την δει.
Δεν είπε μία λέξη, να έχει να θυμάται κάτι και κείνη μετέπειτα, λες και δεν είχε το φιλί του που το τάιζε δέκα χρόνια με αγκαλιές, με προσμονή, με πόθους και έρωτα.
Και το σημαντικότερο; Με όλα της τα όνειρα. Άντε τώρα να τα συμμαζέψεις. Δέκα χρόνια γίνανε θεριά να την κατασπαράξουν.
Από δεκατριών, έγινε είσοσι τριών.
Δέκα χρόνια να υφαίνει τα όνειρά της, γίναν οι κλωστές θηλιές και την πνίξανε. Κουβέντα δεν του πήρε. Κι έφυγε. Θύμωσε τόσο πολύ, που έκανε μια έτσι, άρπαξε όλα τα όνειρά της και τα ακούμπησε στην καμπουρίτσα του.
Εκείνος ένιωσε το βάρος, και μετανιωμένος γύρισε να της μιλήσει, να της ζητήσει συγνώμη. Δεν τον άφησε να της πει ούτε λέξη.
Δεν έκατσε να τον ακούσει, μόνο τον έσπρωξε με το χέρι της να περάσει σαν την σταμάτησε στο δρόμο.
Δεν του μίλησε ποτέ, όσες φορές τον αντάμωσε. Δεν δέχτηκε ποτέ να τον συναντήσει όσους μεσολαβητές κι αν έβαλε. Ακόμα και στην μάνα του, σαν πήγε να την βρει, της είπε πως αυτή δεν ξέρει κανέναν Αποστόλη.
Ο πατριός της, την απείλησε πως θα την διώξει, μα κείνη ήξερε πως δεν θα το έκανε. Ποιος θα κουβάλαγε τα ξύλα;
Που σαν παντρεύτηκε την μάνα τους και σαν μεγαλώσανε εκείνες, αυτός δεν ξαναδούλεψε ποτέ.
Και κείνο το κομμάτι το ψωμί που ήθελε η μάνα να φάνε κοντά του, του δίνανε αυτές και το’ τρωγε κείνος.
Μόνο το μουλάρι τον ένοιαζε, να το’ χει να το τάζει.
Στον πρώτο που την ζήτησε δίχως το μουλάρι, είπε το ναι. Παντρεύτηκε μα άτυχη. Έκανε τρία παιδιά, κι έμεινε χήρα στα τριάντα της. Ο Αποστόλης κομματιασμένος από τον πόνο της. Πέρασαν δυο χρόνια, κι αποφάσισε να πάει να την βρει.
Είχε μαλακώσει και κείνη. Δεν είχε χρόνο για θυμούς. Τον άκουσε τούτη την φορά και πάλι όχι του είπε.
Δεν ήθελε την λύπησή του. Όσο κι αν της είπε, είναι αγάπη, είναι νοιάξιμο εκείνη ήταν αμετάπειστη.
Και κείνος ο δόλιος να πληρώνει το λάθος του, για ένα μουλάρι.
Φύγανε οι γονείς του, κι αποφάσισε και κείνος να κάνει οικογένεια.
Με τις ευχές μου του είπε η Αγλαΐα σαν πήγε μια φορά ακόμα να της πει να είναι μαζί να την φροντίζει εκείνη και τα παιδιά της.
Μπορώ και μόνη μου. Να’ σαι καλά.
Τα τελευταία της λόγια ήταν αυτά. Δεν του ξαναμίλησε ποτέ.
Όχι πως την πείραξε ο γάμος του.
Όχι. Μα έτσι έπρεπε να γίνει. Δεν χρειαζότανε τα πολλά…
Η ξένη γυναίκα, που ήρθε στο χωριό τους ως γυναίκα του πια, δεν έπρεπε να καταλάβει κάτι για την ιστορία τους. Δεν έπρεπε να πικραθεί. Εκείνος έντιμος, της είπε όλη του την ζωή.
Να ήξερε ποιον θα πάρει. Το εκτίμησε και το δέχτηκε, αφού είχε τελειώσει με την Αγλαΐα. Στο ίδιο χωριό μένανε και θέλησε να την συναντήσει να της μιλήσει η γυναίκα του, πράγμα που έγινε.
Αφού την περιποιήθηκε σαν της χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της, κι αφού της είπε και κείνη με την σειρά της, πως τον άντρα σου, τον έχω αφήσει πίσω μου χρόνια τώρα, και πως ποτέ δεν είχαν τίποτα άλλο, πέρα από ένα μουλάρι, να τους ενώνει και να τους χωρίζει, την ξεπροβόδισε με τις ευχές της!
Δεν είχαμε τίποτα της είπε. Μόνο ένα μουλάρι μας ένωνε. Ήταν το ίδιο που μας χώρισε.
Και σαν έκλεισε η πόρτα πίσω της, άνοιξε κείνη η ρημάδα η χαραμάδα της θύμησης, και πετάχτηκε το φιλί μπροστά της. Κι ήταν ολοζώντανο πανάθεμά το. Ολοζώντανο τόσο ,που πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από τα χείλια της, να το αγγίξει.
Κάποια δάκρυα κύλησαν και στάθηκαν επάνω του. Και κείνο τα ρούφηξε. Έγιναν ένα με την γεύση από τα αγριολούλουδα.
Ανακατεύτηκαν με την μυρωδιά τους.
Έλεγε πως δεν είχε θυμό μέσα της, κι ήταν αλήθεια. Είχε φύγει και την θέση του πήρε μια πίκρα. Με κείνη την πίκρα έφυγε.
Έζησε πολλά χρόνια μαζί της. Είδε και μεγάλωσε τα εγγόνια της.
Γνώρισε χαρές κοντά στα παιδιά της.
Μα κείνη η πίκρα πάντα στην άκρη των χειλιών της έστεκε κι αγνάντευε το φιλί. Πότε πότε έγερνε πάνω του και χτύπαγε η καρδιά της μέχρι τα γεράματά της.
Ένιωθε παιδούλα σαν ερχότανε γεμάτο υποσχέσεις και στέκονταν εκεί στα χείλια της τα γερασμένα, με τα απομεινάρια των ονείρων της, που’ χαν χωθεί στις πτυχές της ψυχής της, κι έκανε πως δεν τα έβλεπε όλα αυτά τα χρόνια. Τα αγνοούσε τάχα.
Μα ήξερε κείνη τι έκανε. Να τα αφήνει ήθελε να βγαίνουν σεργιάνι στην μοναξιά της. Με τον άντρα της δεν έκανε όνειρα.
Έπεσε με τα μούτρα στον αγώνα της επιβίωσης.
Λες κι η μοίρα την εμπόδισε να ονειρευτεί μαζί του. Λες κι η ψυχή της δεν χώραγε άλλα, και κείνη δεν ήθελε να τα στριμώξει πάνω σε κείνα του έρωτά της. Για πάντα είχαν πει κι οι δυο τους, όταν εκείνο το φιλί έγινε σκέψη και ψυχή!
Κι ο Αποστόλης, σε όλα του τα ξύλα σκάλιζε την γη και τον ουρανό. Τον ουρανό με ένα αστέρι να λάμπει. Εκεί χανόταν η σκέψη του. Στο αστέρι του το φωτεινό.
Αγλαΐα το είχε ονομάσει. Και κείνο το σκασμένο κάθε βράδυ που έπεφτε να κοιμηθεί, δεν κούναγε..
Στο ίδιο σημείο ως το ξημέρωμα. Επίτηδες άφηνε τα παραθυρόφυλλα μισάνοιχτα, να το βλέπει και να πιάνει κουβέντα μαζί του.
Να του λέει όσα δεν τον άφησε να της πει.
Ένα βράδυ δεν φάνηκε στον ουρανό το αστέρι. Το πρωί έμαθε πως δεν θα δει ξανά την λάμψη του.
Έφυγε από την γη, και χάθηκε κι από τον ουρανό. Η ζωή του δεν είχε νόημα πια χωρίς το αστέρι να μπαίνει το φως του απ’ τα παραθυρόφυλλα. Τα σφάλισε κάποιο βράδυ σαν έπεσε για ύπνο, μαζί με τα μάτια του.
Δεν είχαμε τίποτα της είπε. Μόνο ένα μουλάρι μας ένωνε. Ήταν το ίδιο που μας χώρισε.
Ελευθερία Λάππα